Παρόλο που μεγαλώνουμε με παραμύθια και ηθικοπλαστικές ιστορίες όπου συμβαίνουν (και) κακά πράγματα, το κακό μάλλον μάς εκπλήσσει. Μας αφοπλίζει. Η θηριωδία είναι παραλογισμός. Κάτι «που δεν χωράει ο νους» και άρα δύσκολα «μπαίνει σε λέξεις». Οι λέξεις, όμως, είναι αναγκαίες για να προχωρήσουμε τη σκέψη μας πάνω στο κακό – ένα πανδύσκολο πεδίο.
Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω ειδήσεις. Ο παραλογισμός τους με μπερδεύει. Η πιθανότητα η βία να με βρει με τη μορφή σκληροπυρηνικού βίντεο ή ηχογραφημένης ομιλίας Τραμπ, ακόμη και στο κρεβάτι μου που πέφτω να κοιμηθώ, με τρομοκρατεί. Ποιος μπορεί να με βοηθήσει να καταλάβω το κακό;
Επιβιώνοντας από μία απόπειρα δολοφονίας
Αυτές τις μέρες προβλήθηκε στο κινηματογραφικό φεστιβάλ Sundance η ταινία «Knife: The Attempted Murder of Salman Rushdie», που συζητά την απόπειρα δολοφονίας του συγγραφέα Salman Rushdie, τις αντοχές και τ’ αποθέματα που χρειάστηκαν για να επιβιώσει.
Ο Rushdie έγινε στόχος ήδη από το 1988, όταν διάφοροι μουσουλμάνοι, άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, δήλωναν πρόθυμοι να τον ξεκάνουν για τα «βλάσφημα» έργα του, τα οποία υποθέτουμε με βεβαιότητα ουδέποτε μπήκαν στον κόπο να μελετήσουν. Πέρασε αρκετό καιρό κρυμμένος και υπό την προστασία της αστυνομίας. Τελικά ένας τύπος επιχείρησε να τον θανατώσει το 2022. O Rushdie δέχθηκε απανωτές μαχαιριές, ενώ έδινε μία ομιλία σε μία κατάμεστη αίθουσα. Παραλίγο να πεθάνει, έχασε, μάλιστα, το δεξί του μάτι. Σώθηκε από την επέμβαση του πλήθους. Δύο αντιφατικές όψεις της ανθρωπότητας εκδηλώθηκαν στο ίδιο ακριβώς συμβάν: άνθρωπος ήταν κι αυτός που όρμησε με το μαχαίρι να του βγάλει το μάτι, άνθρωποι ήταν κι αυτοί που όρμησαν να τον σώσουν.
Πώς διατηρούμε την οικειότητα και ό,τι είναι απαλό μέσα μας σ’ έναν κόσμο αγριότητας; «Ο πολιτισμός είναι ο εχθρός της απολυταρχίας», δήλωσε ο συγγραφέας, που δεν φοβήθηκε να ξαναβρεθεί ανάμεσα σ’ ένα συγκεντρωμένο πλήθος με αφορμή την προβολή της ταινίας. Η άγνοια, η αμάθεια, η αμορφωσιά, μαζί με τη συστηματική απανθρωποποίηση πολιτικών, μέσων ενημέρωσης και διανοούμενων που προωθούν την απολυταρχία επωάζουν τη βία. Ναι, αλλά πώς ακριβώς;
Περιμένοντας τους βαρβάρους
Ευτυχώς μερικοί τεράστιοι συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με τη βία κι έτσι είχα κι εγώ κάπου να στραφώ προκειμένου να καταλάβω τους μηχανισμούς της (δεν κατάλαβα τίποτα, παραμένει μυστήριο ανεξιχνίαστο, αλλά προχώρησα βήματα μέσα στο πεδίο της άγνοιάς μου). Στο «Waiting for the Barbarians» ο νομπελίστας J.M. Coetzee δημιουργεί έναν φανταστικό χώρο που μάλλον μοιάζει με αποικία υπερδύναμης. Εκεί η βία είναι διάχυτη, τα βασανιστήρια, η ατίμωση, η αναξιοπρέπεια και ο εξοστρακισμός προβάλλουν σαν διαρκείς δυνατότητες. Ενας κομψός, λιτός στοχασμός πάνω στην αγριότητα, την αρπαγή (πόρων, γυναικών, αλόγων) και την απουσία οικειότητας που πάντα οδηγεί στη σκληρότητα.
Η «περίφημη» δεκαετία του ’30
Πώς, όμως, οδηγείται μία ολόκληρη κοινωνία στον παραλογισμό; Πώς φτάνουμε να κάνουμε υποχωρήσεις που δεν βγάζουν νόημα και που η απώτατη συνέπειά τους είναι η διακινδύνευση της ανθρώπινης ζωής; Ο Hans Fallada, Γερμανός συγγραφέας του 20ού, με λιτό, σχεδόν δημοσιογραφικό στυλ και βλέμμα στραμμένο στην καθημερινότητα προλεταριοποιημένων ή φτωχοποιημένων Γερμανών, έχει συλλάβει έξοχα την εξαθλίωση και την αγριότητα που προηγούνται του ναζισμού ή συνυπάρχουν με αυτόν. Το μυθιστόρημά του «Μόνος Στο Βερολίνο» διαδραματίζεται σε μία λαϊκή πολυκατοικία, στο Βερολίνο του 1940. Διώκτες και διωκόμενοι συγκατοικούν, το βασικό συναίσθημα του έργου είναι ο τρόμος. Η πιθανότητα να σε καταληστέψουν, να σε καταδώσουν, να σε παρακολουθήσουν ή να σε συκοφαντήσουν είναι υπαρκτή. Ο ολοκληρωτισμός γίνεται καθημερινότητα και ήσυχα διαμορφώνει χαρακτήρες, όπως μία μικρή σταγόνα μπορεί σιγά σιγά να διαβρώσει μια πέτρα. Ο 21ος αιώνας μάς έχει ήδη απαλλάξει από την αυταπάτη πως ο χαρακτήρας που προσιδιάζει σε καθεστώς ολοκληρωτισμού είναι πίσω μας.
Ο συγγραφέας, όμως, είναι κυρίως γνωστός για το αριστούργημά του «Και Τώρα Ανθρωπάκο;», που του έφερε παγκόσμια φήμη (και επιτέλους κάποια χρήματα, με αποτέλεσμα να σταματήσει τις δουλειές του ποδαριού). Η ιστορία ακολουθεί δύο φτωχούς νέους με μικροαστικές επιδιώξεις και καταγράφει όλη την ατμόσφαιρα της οικονομικής κρίσης του ’30, της περιόδου που προηγήθηκε της ανόδου του ναζισμού. Ο περίφημος ζωολογικός κήπος του Βερολίνου είναι γεμάτος ανέργους που σκοτώνουν την ώρα τους, εκμισθωτές και εργοδότες φέρονται στο νέο ζεύγος με σκληρότητα, οι υπάλληλοι δεν εμπιστεύονται τους Εβραίους, κάποιος γράφεται στο ναζιστικό κόμμα, για να έχει κάπου να ξεδίνει τα Σάββατα, άλλος πάει με τους κομμουνιστές, για να πιέσουν την εργοδοσία.
Είναι δύσκολο να βρεις διαμέρισμα, δουλειά ή τρόφιμα σε καλή τιμή. Ακόμα τότε, όμως, ο Fallada (που πέθανε σχετικά νέος μάλλον από τις καταχρήσεις αλκοόλ και χαπιών) μπορούσε να δει φως: η οικειότητα ανάμεσα στους δύο συζύγους, η αγάπη τους για το μωρό τους, η στενή φωλίτσα τους, είναι σήματα αξιοπρέπειας και σπιτίσιας θαλπωρής. Το βιβλίο θα μπορούσε να ’χε γραφτεί προχθές. Η απλή καταγραφή του Fallada επιτρέπει στον προσεκτικό αναγνώστη να δει όλα τα ρεύματα, οικονομικά, ηθικά, πολιτικά που οδηγούν στην κατάρρευση, τον σταδιακό εκφασισμό μίας ολόκληρης κοινωνίας. Διόλου τυχαία το βιβλίο έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία τα τελευταία χρόνια.
Μνήμη κι ακόμη περισσότερη αγριότητα
Μέχρι ποιου σημείου, όμως, είναι ηθικά αποδεκτό να προσπαθείς να επιβιώσεις δείχνοντας ενδοτικότητα, κολυμπώντας μέσα σ’ ένα φρικιαστικό ρεύμα Ιστορίας; To εμβληματικό έργο του W.G. Sebald «Η φυσική ιστορία της καταστροφής» (εκδόσεις Αγρα) είναι ένα παράξενο βιβλίο. Περιέχει διαλέξεις του Sebald και μερικά κείμενά του για την καταστροφή. Ξεκινάει από το έργο των γερμανόφωνων λογοτεχνών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κάνει διάφορες σκέψεις. Αν παραβλέψει κανείς τις φιλολογικές λεπτομέρειες, μπορεί να διακρίνει την προσπάθεια του Sebald να θέσει μερικά πολύ δύσκολα ερωτήματα και να κατηγορήσει απροκάλυπτα, και ορθώς, τους Γερμανούς για τη στάση τους ανάμεσα στους πολέμους, στον πόλεμο, αλλά και μετά τον πόλεμο – όταν το έργο της ανοικοδόμησης επέβαλλε σιωπές, αισθητικοποίηση της φρίκης, κοινοτοπίες, μιζέρια, βόλεμα, Αρλεκιν και μία απόσυρση από το έργο της μαρτυρίας μπροστά στα ερείπια (όχι σε όλους φυσικά, υπήρξαν κι οι όντως συγγραφείς που έγραψαν αληθινά).
Σ’ αυτό το «κατηγορώ» του Sebald προς τη γερμανόφωνη μεταπολεμική συζήτηση μπορούμε να ψηλαφίσουμε την πίστη του στην τέχνη σε δύσκολους καιρούς, αλλά και την πίστη του στην ιδέα πως πρέπει να στοχαζόμαστε με τόλμη και ειλικρίνεια πάνω στην ιστορία και στο μέλλον μας (έργο που στην Ελλάδα έχει πάει πολύ χάλια). Αναφερόμενος στον Αμερύ μιλάει για την αναγκαιότητα μίας «παρατεταμένης διαμαρτυρίας» και λέει, παραθέτοντας τον συγγραφέα «δεν θέλετε ν’ ακούσετε; Ακούστε. Δεν θέλετε να μάθετε πού μπορεί να οδηγήσει ανά πάσα στιγμή η αδιαφορία σας, όχι μόνο εμένα αλλά και εσάς τους ίδιους; Να σας πω εγώ» (Σκέψεις Πάνω στον Jean Amery, Φυσική Ιστορία της Καταστροφής, σελ. 187).
Οταν τα πράγματα καταρρέουν, προβάλλουμε αξιώσεις προς τους ανθρώπους που έχουν αναλάβει να σκέπτονται και να καταγράφουν. Θέλουμε να επιστρατεύσουν την ακριβολογία τους, για να πουν τη θηριωδία και όταν έρθει η συντέλεια του κόσμου να βρεθούν με την πλευρά των θυμάτων. Ουσιαστικά ο Sebald, πληγωμένος και λίγο πικρός σ’ αυτό το βιβλίο του, υποδηλώνει πως η ανθρωπότητα μπορεί να διδάσκεται από τις ίδιες της θηριωδίες της και την αποκτήνωσή της και αξιώνει από τους καλλιτέχνες να πουν όσα δεν μπορεί να πει καμία γεωπολιτική ανάλυση της βίας, καμία κοινωνική ή ακαδημαϊκή μελέτη των συνθηκών της εγκαθίδρυσης ενός ολοκληρωτικού παραλογισμού.
Ακόμα κι οι φωτογραφίες με τις βομβαρδισμένες γερμανικές πόλεις και τους πρόσφυγες στους σιδηροδρομικούς σταθμούς δεν του αρκούν. Γιατί καμία εικόνα δεν μπορεί να κάνει αυτό που μπορούν να κάνουν οι λέξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η εποχή της σύγχυσης και της αλαλίας μπροστά στη φρίκη, η εποχή της υποχώρησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της αμήχανης διασκέδασής μας είναι η εποχή των εικόνων, η εποχή που η παραγωγή κειμένων σχετικοποιείται ως έργο αμφίβολης αξίας, για να παρουσιαστεί σαν πρόοδος το ενδεχόμενο ανάθεσής του σε μηχανές.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Ο Νορβηγός συγγραφέας Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ στο Arts In Motion, όπου βλέπουμε χιονισμένα τοπία και το εργαστήριο του καλλιτέχνη (ένα προτεσταντικής αισθητικής δωμάτιο πνιγμένο στα βιβλία). H υπέροχη, βαθιά συγκινητική ταινία «Αμνετ». Οι γυναίκες μουσικοί της τζαζ και η προβολή τους στην καλή εκπομπή «Το Δέντρο Της Τζαζ». Τα μανταρίνια, ο καφές φίλτρου.
