Τι είναι χρόνος;
Εχουμε συζητήσει αρκετές φορές για την επιτάχυνση στη σύγχρονη εποχή (με αναφορές στα βιβλία του Μπιουν Τσουλ Χαν και άλλων παρόμοιων φιλοσόφων, βλ. Hartmut Rosa, Επιτάχυνση Και Αλλοτρίωση). Η τεχνολογία καθορίζει την αίσθηση του χρόνου μου. Με καλεί ν’ απαντήσω σ’ εκείνο το μήνυμα, έχουν περάσει 7 ημέρες. Ναι, αλλά ποιος καθορίζει εάν αυτό είναι πολύ ή λίγο; Ποιος τεμαχίζει τον χρόνο;
Σε συνθήκες επιτάχυνσης, πιέζομαι να κατοικώ έναν χρόνο κατακερματισμένο, να ενεργώ με βάση δίλεπτα και εικοσάλεπτα. Πουλάω τον χρόνο μου. Ή μερικές φορές μού τον κλέβουν. Καλούμαι (αλλά δεν υποκύπτω) να είμαι διαθέσιμη, σαν ψηφιακό κέντρο υποδοχής αγνώστων. Τελικά «δεν έχω καθόλου χρόνο» ή σε κάθε περίπτωση έχω την αίσθηση ότι ο χρόνος μου δεν μου ανήκει, απίστευτα πράγματα τον διεκδικούν. Είναι κοινωνικώς αποδεκτό να επιδίδομαι σε απάνθρωπες δραστηριότητες, όπως το «multitasking» (να κάνω πολλά πράγματα παράλληλα). Ταυτόχρονα το μυαλό μου εργάζεται, για να δημιουργήσει έναν απαλό, ευρύχωρο χρόνο, για να μπω μέσα του. Οταν ξεπερνώ τη γραφειοκρατικοποίηση της καθημερινότητάς μου, με βρίσκει, όμως, η ίδια η ανθρώπινη συνθήκη, ο χρόνος μου είναι περιορισμένος και περιορισμός.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, αποζητώ το άπλωμα του χρόνου. Εργα και δραστηριότητες που δημιουργούν χώρο μέσα στον χρόνο, ροή, αταραξία. Αποζητώ τον έξυπνο στοχασμό πάνω στον χρόνο, γι’ αυτό και είχα ζηλέψει με όλη μου την ψυχή όταν είχα διαβάσει το δοκίμιο της Zadie Smith Killing Orson Welles At Midnight, που αναφέρεται στο μνημειώδες έργο του Christian Marclay «The Clock», «Το ρολόι». Γι’ αυτό ήθελα να σας πω.
«Μία 24ωρη ταινία που λέει την ώρα»
Η Zadie Smith ακριβολογεί. Το «The Clock» είναι μία 24ωρη ταινία που λέει την ώρα. Ουσιαστικά ο Christian Marclay και οι συνεργάτες του έχουν δημιουργήσει ένα βίντεο που διαρκεί 24 ώρες. Το βίντεο λέει ή δείχνει την ώρα. Μία σκηνή από ταινία τρόμου, πίσω το τρομακτικό ρολόι του κομοδίνου. Επόμενη σκηνή, άλλη ταινία: κάποιος τρέχει να προλάβει το ραντεβού του στο μπαρ. Το ρολόι στο βάθος δείχνει δώδεκα και ένα λεπτό. Σκηνές σε σταθμούς τρένων, αεροδρόμια. Ρολόγια χειρός, τοίχου, κουζίνας. Η ταινία καταγράφει τον χρόνο λεπτό το λεπτό χρησιμοποιώντας αμέτρητες ταινίες τρόμου, γουέστερν, σινεφίλ, κωμωδίες, δράματα απ’ όλη την ιστορία του σινεμά! Θα έλεγα πως είναι μνημείο, αλλά δεν είναι, γιατί η ταινία αλλάζει καθώς αλλάζει ο χρόνος και η πρόσληψη της ταινίας μεταβάλλεται ανάλογα με την προσωπική αντίληψη του χρόνου και τις αντιλήψεις για τον καιρό και τον χρόνο σε κάθε κοινωνία. Ροή.
Διάλυση της αίσθησης του χρόνου
Η Zadie Smith έγραφε στο The New York Review ότι η ταινία (θα μπορούσε κανείς να το πει και video art) δεν είναι καλή ή κακή. Είναι υπερβατική. Εργο θεϊκό που αναστατώνει την αίσθηση του χρόνου σου, εάν δεν στη διαλύει και εντελώς. Οταν διάβασα αυτό το εμβληματικό δοκίμιο, ήθελα τόσο πολύ να δω το έργο! Ομως, αυτό έκανε πρεμιέρα στο Λονδίνο, απ’ όπου έστελνε την ανταπόκρισή της η Smith, το 2010-2011! Επειτα βραβεύτηκε, πήγε στη Νέα Υόρκη, στην Αυστραλία κ.λπ. Είχα αποδεχθεί πως ποτέ δεν θα το έβλεπα.
Το «The Clock» στη Neue Nationalgalerie του Βερολίνου
Τελικά φέτος ήρθε στη Neue του Βερολίνου. Διάλεξα να πάω αργά το πρωί. Επιτέλους θα έλιωνα τα ρολόγια στο κεφάλι μου όπως σ’ εκείνον τον πίνακα του Νταλί!
Φτάνοντας έμπαινες σε μία σκοτεινή αίθουσα με καναπέδες και καθόσουν όπου έβρισκες. Η τεράστια οθόνη έδειχνε ρολόγια. «Κανονικά» υπάρχει ο σκηνικός χρόνος και ο «πραγματικός χρόνος». Στο βίντεο του Marclay ο χρόνος της ταινίας και ο πραγματικός χρόνος ταυτίζονται. Η ώρα που κατοικούσαμε εμείς οι θεατές ήταν η ώρα της ταινίας, ενώ, παράλληλα το βίντεο ξανοιγόταν σ’ ένα σωρό εποχές και τόπους, εναλλασσόμενο απρόσκοπτα μεταξύ υψηλού και χαμηλού σινεμά, ασπρόμαυρου και έγχρωμου.
Στην πρώτη μου είσοδο άντεξα περίπου δύο ώρες. Διάφορα πράγματα περνούσαν από το μυαλό μου. Προσπαθούσα να αποδιώξω τις ερωτήσεις του αδαούς (πώς το έφτιαξαν;) και να επικεντρωθώ σε κάτι σαν εμπειρία διαλογισμού. Παράλληλα αναγνώριζα κάποιες ασπρόμαυρες ταινίες ή σκόπευα να αναζητήσω εμβληματικά φιλμ που δεν είχα δει (μετά το «The Clock» σχεδόν κάθε βράδυ έβλεπα τουλάχιστον μία ταινία – ήταν Πρωτοχρονιά και διακοπές κι εγώ δεν είχα δει το Fitzcarraldo!).
Η ταινία δεν είναι ένα απλό μοντάζ ρολογιών. Διάφορα ρεύματα, αισθητικά και νοηματικά, νομιμοποιούν τη συρραφή. Χαρακτήρες διαφορετικών ταινιών συνομιλούν ή διαδέχονται ο ένας τον άλλον με τρόπο που δημιουργεί νοηματική συνοχή η οποία μετά διαλύεται, για να τη διαδεχθεί κάποια άλλη με τρόπο σχεδόν φυσικό. Εν ολίγοις, μπαίνεις σε ένα διαλογιστικό τούνελ. Ορισμένες ταινίες επανέρχονται καθώς ο χρόνος κυλάει μέσα στην ταινία αναφοράς. Υπάρχει ακόμη η εκκρεμότητα κάποιας πίτσας που δεν έχει παραδοθεί, κάποια βόμβα που δεν έχει απασφαλιστεί, κάποια καμπάνα που δεν σταματάει να χτυπάει. Τι είναι ο χρόνος;
Αφότου μού έφυγε ο αρχικός ενθουσιασμός για το ίδιο το σινεμά σκεφτόμουν τον χρόνο. Οψεις του Μπιγκ Μπεν σε ασπρόμαυρο φόντο είχαν «πιαστεί» στα δίχτυα της τέχνης. Μία ολόκληρη χρονική επικράτεια είχε κατοικηθεί και είχε καταγραφεί σε μία αγωνιώδη ταινία τρόμου χαμηλού μπάτζετ. Οι χρόνοι μέσα στον 24ωρο χρόνο του «The Clock» ανοίγονταν μπροστά μου σαν λιβάδια προς εξερεύνηση. Μπορούσα να χοροπηδάω από τον έναν χρόνο στον άλλον, σαν τη Μαίρη Πόππινς (που επίσης εμφανίζεται στο «The Clock»), ενώ οι καμπάνες που χτυπούσαν μού θύμιζαν τον χρόνο ως χώρο, περιορισμό και πλαστελίνη. To αποτέλεσμα ήταν βαθύτατα απελευθερωτικό. Οπως ο καλλιτέχνης, μπορούσα κι εγώ να αποδομήσω και να ξαναδομήσω.
Παράλληλα, ένιωθα κάτι σαν βαθιά συγκίνηση για την ανθρωπότητα. Αυτή η αλλόκοτη κατασκευή, το ρολόι. Μέσα σε 120 λεπτά είχα δει κάμποσα από δαύτα και πλέον είχα πειστεί πως είμαστε βαθύτατα συγκινητικοί στις προσπάθειές μας να κάνουμε κάτι με τον χρόνο, να είμαστε στην ώρα μας, να προλάβουμε το τρένο μας, να παρευρεθούμε σε κάποιον γάμο, να δώσουμε ραντεβού ή να μνημειώσουμε τον χρόνο μέσω της τέχνης, να τον διαλύσουμε και να τον συμπτήξουμε, ακόμα και να τον νικήσουμε αδιαφορώντας για τις συμβάσεις. Ακόμα πιο συγκινητική μού φάνηκε η προσπάθειά μας να αδιαφορήσουμε γι’ αυτόν ή ν’ αντιτάξουμε τη δημιουργικότητά μας, να πούμε μέσω της τέχνης πως δεν υπάρχει τέλος, αλλά μια λούπα, μια ροή, μία κίνηση στον χώρο.
Πείνασα και βγήκα
Καθώς περνούσε η ώρα, τόσο μέσα στην ταινία όσο και στην αίθουσα προβολής, πλησιάζαμε στο μεσημέρι και η υφή της πραγματικότητας άλλαζε. Στο βίντεο άρχισαν να μιλάνε για φαγητό (ο Σπάιντερμαν μετέφερε πίτσες κάπου στη Νέα Υόρκη, μία κυρία στη Βρετανία ζητούσε από τον μπάτλερ το πρώτο τζιν τόνικ της μέρας). Στην αίθουσα άρχισαν να έρχονται περισσότεροι άνθρωποι. Εξω από την γκαλερί δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Λογικά σκοτείνιαζε. Συνειδητοποίησα πως πεινούσα και ότι το βίντεο κεντροθετούσε το ζήτημα του φαγητού, του ποτού και του ύπνου, καθώς περνούσε σε μία μεσημεριανή ζώνη.
Βγήκα να πάω στο κυλικείο. Ξαναμπήκα το απόγευμα, αφού πρώτα περίμενα στην ουρά, γιατί πια είχε συγκεντρωθεί πλήθος. Κάθισα μέχρι το βράδυ. Τόσο ο χρόνος όσο και η γλώσσα εμφανίζονταν στο βίντεο ως συμβάσεις που κάνουν τον κόσμο να λειτουργεί, από το Τόκιο και το Λονδίνο, μέχρι το Βερολίνο και την Αθήνα. Ο χρόνος είναι φίλτρο, συνέχει την εμπειρία. Το να βγεις εκτός χρόνου ή εκτός γλώσσας είναι τρέλα. Η τέχνη, όμως, στο κενό ανάμεσα στην τρέλα και την απόλυτη συμβατικότητα, μπορεί να δημιουργήσει ποιητικές εναλλακτικές.
Οταν βγήκα από το «The Clock» ήταν θεοσκότεινα. Σκεφτόμουν το βίντεο να παίζει στην γκαλερί τη νύχτα. Τις καθαρίστριες να συγυρίζουν μπροστά από τη μεγάλη οθόνη που μετράει τα λεπτά. Σκεφτόμουν ότι δεν μπορώ να σταματήσω την ταινία, κάθε στιγμή που δεν την παρακολουθώ χάνω κάτι από αυτήν. Κάθε επιλογή ενέχει την απώλεια των εναλλακτικών της. Η ταινία δεν μου έφερνε υπαρξιακό άγχος, αλλά αποφασιστικότητα. Ενιωθα ενδυναμωμένη, «θα κάνω κάτι καλό με τις ώρες μου», είπα, όπως λένε όλοι, τελικά κοιμήθηκα.
Σε ό,τι ταινία είδα τις επόμενες μέρες το βλέμμα μου έπεφτε στα ρολόγια και στις καμπάνες. Περπατώντας στους δρόμους του Βερολίνου, όπου υπάρχουν πολλά δημόσια ρολόγια που λειτουργούν, ειδικά κοντά στους σταθμούς των τρένων, είχα την ανοικειωτική/παρανοϊκή αίσθηση πως είμαι μέσα σε μία ομιχλώδη ταινία. Παρατήρησα πώς διαστέλλεται ο χρόνος μέσα στη μουσική ή σ’ ένα αργόσυρτο περφόρμανς. «Ο χρόνος της ταινίας τρέχει προς άπειρες κατευθύνσεις ταυτόχρονα», γράφουν οι υπεύθυνοι του μουσείου προσκαλώντας το κοινό, «μπορεί ν’ ακούγεται βασανιστήριο, όμως είναι η καλύτερη ταινία που θα δεις ποτέ».
Οταν η Zadie Smith είδε το μνημειώδες έργο (το 2010), είπε ότι ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει ποτέ. Μια αναδιάταξη στον εγκέφαλό της. Η κριτική που έγραψε στο New York Review of Books βοήθησε την πρόσληψη του έργου. Ο καθένας, όμως, και η καθεμιά παίρνει την τέχνη που του/της αξίζει. Από μία παράσταση, από ένα βιβλίο, δρέπει κανείς καρπούς ανάλογα με τις δυνάμεις του να συγκεντρώνεται και να σκέφτεται. Υπάρχουν καλοί θεατές, ανόητοι, ασυντόνιστοι κ.λπ. Το «The Clock» απαιτεί μια πειθάρχηση και μια παραίτηση. Δεν μπορείς να σταματήσεις το βίντεο, όπως όταν κοιτάζεις κάτι στο σπίτι σου. Δεν μπορείς να μιλήσεις, να κουνιέσαι, να κοιτάς κινητό. Είναι μία τελετουργία, στην σκοτεινή αίθουσα ενός μουσείου. Και δεν θα ήταν τίποτα, εάν το κατανάλωνε κανείς μόνος κατά το δοκούν στον καναπέ του, όλη η συνθήκη αναστοχασμού θα θρυμματιζόταν σαν μπαγιάτικο ψωμί.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Η έμπνευση και η χαρά της ζωής που αισθάνθηκα παρακολουθώντας τον τεράστιο καλλιτέχνη Robert Rauschenberg να δίνει μισομεθυσμένος συνέντευξη σ’ αυτήν εδώ την παλιά εκπομπή. Η Iris Murdoch, που έχω πειστεί πως ανήκει σε είδος ανώτερο από το ανθρώπινο, καθώς και το γεγονός ότι βρήκα το αριστούργημά της The Philosopher’s Pupil σε άριστη κατάσταση σε παλαιοβιβλιοπωλείο. Η ευγένεια της παλαιοβιβλιοπώλισσας και γενικώς οι άνθρωποι που αγαπούν τα παλιά πράγματα. Αυτή εδώ η εκπομπή του Παράξενου Ελκυστή για τον χρόνο. Οσοι αναρτούν στο διαδίκτυο νόστιμες, οικονομικές συνταγές με λίγα υλικά.
