Πρέπει να ζεις σε χρονοκάψουλα για να βρίσκεις τολμηρές και προκλητικές τις κουβέντες περί χρήσης ναρκωτικών. Πρέπει να έχεις ελάχιστες πολιτισμικές προσλαμβάνουσες από αυτόν κι από τον προηγούμενο αιώνα για να αγνοείς πως οι σχετικές εμπειρίες είναι εδώ και πολλές δεκαετίες αρκετά συνηθισμένες. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση του Γιάνη Βαρουφάκη να μοιραστεί τη δική του εμπειρία μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως ως μπανάλ εντυπωσιοθηρία. Ο ηθικός πανικός που προκάλεσε όμως στην κυβέρνηση και στα media η πρόσφατη συνέντευξή του είναι απόδειξη ότι σε αυτήν τη χώρα οι συναινέσεις είναι αδύνατες, ακόμα κι επί των πλέον παρωχημένων ιδεών. Το ότι κάποιοι σοκάρονται ακόμη από το φαινόμενο των ναρκωτικών, ώστε να το βρίσκουν άξιο αναφοράς ή κατάκρισης, εξηγεί τη συνολική υστέρηση του δημόσιου διαλόγου και τη σαθρή συγκρότηση εννοιών όπως «προοδευτικός» και «συντηρητικός».
Προοδευτικοί κατά της προόδου
Μήπως όμως δεν είναι ούτως ή άλλως επιφανειακές κι εν πολλοίς ευκαιριακές αυτού του είδους οι ταμπέλες; Περιμένει κανείς, για παράδειγμα, από τους αυτοαποκαλούμενους προοδευτικούς να μας δείξουν πράγματι τον δρόμο προς την πρόοδο; Η σιγή που επικρατεί για τα τεκταινόμενα στο Ιράν είναι ενδεικτική: Ο αγώνας ενός καταπιεσμένου λαού για ελευθερία δεν συγκινεί τους Δυτικούς μαχητές κοινωνικής δικαιοσύνης, αν με κάποιον τρόπο δεν βγάζει στη σέντρα τη Δύση. Οι γυναίκες που παλεύουν σε ζωντανό χρόνο για το δικαίωμά τους να υπάρχουν δεν ξεσηκώνουν ούτε συναυλίες αλληλεγγύης ούτε πορείες – ούτε καν αναρτήσεις συμπαράστασης, εφόσον δεν εξυπηρετούν κάποια αντιδυτική ή προσωποπαγή διωκτική ατζέντα. Ο προοδευτισμός ως πολιτική τάση έχει εδώ και καιρό πάψει να σχετίζεται με την πρόοδο.
Συντηρώντας το τίποτα
Ούτε όμως οι νεοσυντηρητικοί φαίνονται ικανοί να περιφρουρήσουν κάποια αρετή άξια περιφρούρησης. Ο υπερβάλλων ζήλος τους να αποδώσουν την εκτέλεση της Ρενέ Νικόλ Γκουντ στην απείθειά της προς τους πράκτορες της ICE, την ώρα που όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η δολοφονημένη δεν απείλησε κανέναν κι ότι, σε κάθε περίπτωση, η μεταχείρισή της θα μπορούσε να είναι ηπιότερη, δημιουργεί πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ποιότητα του συντηρητισμού τους. Οσο φίλος της εξουσίας κι αν είναι κάποιος, όσο βαθιά κι αν πιστεύει στην επιβολή της κρατικής ισχύος, δεν σκέφτεται πως αυτή πρέπει να αποβλέπει σε κάτι υπέρτερο; Πώς διαφεύγει τόσο εύκολα από τη συντηρητική συνείδηση η αξία του αγαθού της ανθρώπινης ζωής; Τι απέγινε η αρχή της αναλογικότητας; Η σκληρή καταστολή χωρίς ιδεολογικό αντικείμενο δεν είναι παρά θεσμοθετημένη κτηνωδία.
Χωρίς ταμπέλα
Είναι τέτοια η κακομεταχείριση της ιδεολογίας, που κάποιοι πλέον αποφεύγουν να εκφράζουν τη δική τους ευθέως· προτιμούν να κόβουν δρόμο, να μετέρχονται ευφημισμούς, να περιγράφουν την ουτοπία τους χωρίς να προσφεύγουν σε ιδέες που ίσως τους κατατάξουν εκεί που δεν πρέπει. Κάτι τέτοιο προσπαθεί η Μαρία Καρυστιανού. Το κίνημά της, λέει, «έχει ως μόνο κριτήριο δράσης το κοινό καλό των πολιτών και τη διαφύλαξη των συμφερόντων της χώρας». Η προσπάθεια είναι φιλότιμη, αλλά δεν θα λειτουργήσει. Η ιδεολογία βρίσκει πάντα τον τρόπο να βγει στην επιφάνεια για να ορίσει και τους πιο επιμελώς αόριστους.
Χαρακτήρας
Πάνω από τις ιδέες βρίσκεται η ηθική, δηλαδή το μέτρο των ιδεών. Από τη στιχομυθία Κωνσταντοπούλου – Καιρίδη στη Βουλή προκύπτει πως οι διαφορές τους δεν έχουν να κάνουν με τον πολιτικό προσανατολισμό τους. Τα «άσε μας καλέ κουκλίτσα μου» και τα περί «βρώμικης δουλειάς», ευτελείς προσβολές θυμωμένων ατόμων χωρίς επίγνωση ρόλου και σκοπού, μαρτυρούν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στον χαρακτήρα: όταν οι πολιτικοί μάθουν να φέρονται, ίσως οι προτάσεις τους να αποκτήσουν περιεχόμενο και ενδιαφέρον.
