Στόχοι
Οπως σας είχα πει, αφού διάβασα το βιβλίο του Timothy Snyder, Περί Ελευθερίας, άρχισα να σκέφτομαι πιο καθαρά κάποια θέματα: θα ήθελα το 2026 να είμαι πιο ελεύθερη. Δεν έχω σημειωματάριο με τους στόχους μου. Τους περισσότερους τους γράφω στα βιβλία που διαβάζω, μαζί με άλλες σημειώσεις-μουτζούρες.
Προκειμένου να είμαι πιο ελεύθερη, σκέφτηκα, μάλλον πρέπει ν’ αλλάξω τη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης μου – το σημείωσα στο πλάι ενός βιβλίου του Sebald που εδώ που τα λέμε δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Αποφάσισα να περάσω τις γιορτές τρωγοπίνοντας και διαβάζοντας φιλοσοφία, άλλωστε, είχαμε συμφωνήσει μεταξύ μας εδώ πως η υπερβολική κοινωνικότητα, ο τυφλός καταναλωτισμός και η απώθηση του ιερού στην κορύφωση του χειμώνα, μάλλον μας φέρνουν άχρηστο άγχος και ματαίωση.
Ετσι, πήγα κι αγόρασα το βιβλίο με τον βαρύγδουπο τίτλο «Υπερδιαλεκτική της Ευτοπίας» και το παράχωσα στην τσάντα μου. Η βιβλιοπώλισσα που μου το έδωσε ήταν σίγουρη πως είναι «πάρα πολύ καλό», αλλά έτσι κάνουν οι έμποροι κι εγώ κρατούσα τις επιφυλάξεις μου. Ανάμεσα σε κάλτσες, κασκόλ και μερικά ανεπαρκή πουλόβερ, το βιβλίο ταξίδεψε μέχρι το Βερολίνο, όπου το άρχισα στο αγαπημένο μου καφέ που συνήθως μαζεύει αναγνώστες και σερβίρει σε χαμηλή τιμή καυτό, χειροποίητο γκλουβάιν.
Μπορώ ν’ αλλάζω εαυτό;
Κατά κανόνα δεν πίνω γκλουβάιν. Εάν είναι κακοφτιαγμένο, μοιάζει με ζαχαρούχο φρουτοποτό που σε «χτυπάει», ενώ κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος μπορεί να έχει ενστάσεις ως προς το σερβίρισμά του σε ποτήρια με την αισθητική «χριστουγεννιάτικης αγοράς». Ομως, στο συγκεκριμένο μέρος το γκλουβάιν ήταν καλό, σερβιρισμένο σε κανονικό ποτήρι, χωρίς ταράνδους και κάπως δικαιολογημένο: έξω είχε μείον δύο.
Η απόκλιση από τις προτιμήσεις μας μπερδεύει αυτούς που επιχειρούν να μας πουλάνε πράγματα. Το ιδανικό των εταιρειών που διαφημίζουν πολιτικές, «απόψεις» ή καταναλωτικά αγαθά (αυτά τα δύο τα ’χουν ριγμένα στο ίδιο τσουβάλι) είναι ένας κόσμος υψηλής προβλεψιμότητας, όπου οι «προτιμήσεις» μας είναι συνεκτικές, οι γνώμες μας σταθερές, το πολιτικό μας προφίλ χαραγμένο σε πέτρα. Κανείς (από την κυβέρνηση, την αστυνομία και άλλα όργανα ελέγχου) δεν μας ψέγει όταν αλλάζουμε απόψεις ή επιδεικνύουμε μία μη προβλέψιμη συμπεριφορά.
Δεν χρειάζεται. Το κάνουμε μόνοι μας (αυτολογοκρισία, παραλητική αποφυγή ρίσκου) ή το κάνουν για εμάς οι μηχανές και τα τρολ του διαδικτύου. «Καλά εσύ χθες δεν έλεγες το χ; τώρα πώς άλλαξες γνώμη;» ή «γιατί μιλάς με τον τάδε; Πιστεύει το ψ, εμείς… έχουμε άλλη “άποψη”». Οταν ήμουν είκοσι νόμιζα πως πρέπει να είμαι συνεκτική και «συνεπής», να έχω τις ίδιες απόψεις «για πάντα» και να τις υποστηρίζω με σιγουριά. Ενιωθα τέτοιον εγκλωβισμό μέσα σ’ αυτήν την ιδέα, που σχεδόν μου έφερνε ασφυξία του νου: η αληθινή ζωή είναι ακατάστατη, χαοτική, μπανάλ και γεμάτη αναποδιές, ενώ οι κανονικοί άνθρωποι αλλάζουν, προσαρμόζονται, είναι καλοί και κακοί, όπως οι χαρακτήρες στο μεγάλο μυθιστόρημα, και μερικές φορές μπορεί να θέλουν να δοκιμάσουν γκλουβάιν χωρίς να απολογηθούν.
Μου είπε ο Νίκος Ερηνάκης (που είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ποιητής και καθηγητής φιλοσοφίας): «Εκεί όπου κάποτε το πρόσωπο επιδίωκε να κατέχει τις επιλογές του ενάντια στην κοινωνική συμμόρφωση – όπως θα πρότειναν ο Κίρκεγκωρ, ο Νίτσε κ.ά., τώρα πρέπει να πλοηγηθεί στην πιο λεπτή, πιο υπόρρητη, άρα και πιο επικίνδυνη, αποξένωση που επιβάλλει η αλγοριθμική αντανάκλαση: την ψεύτικη οικειότητα ενός ψηφιακού περιβάλλοντος που δεν αντανακλά τη βούληση του προσώπου, αλλά τα προβλέψιμα υπολείμματα της συμπεριφοράς και των στάσεών του» (σελ. 68). Κι αν θέλω να αλλάξω στάση; Να μην πάρω θέση; Να εκτεθώ; Να δοκιμάσω;
Τι θέλω; Αυτονομία
«Το να είναι αυθεντικό ένα πρόσωπο σημαίνει να είναι δημιουργικό, δηλαδή να δημιουργεί συνεχώς νέες πτυχές του εαυτού και νέες έννοιες, αντί να εκφράζει απλώς μια σταθερή ταυτότητα». Η αλγοριθμοποίηση της ζωής μου επιχειρεί να μού αφαιρέσει την ποίηση (με όλες τις πιθανές σημασίες της λέξης): τη δυνατότητά μου να φτιάχνω τη ζωή μου εγώ, χωρίς να δείχνω τυφλή αφοσίωση σε προτιμήσεις, απόψεις, ομάδες ή ψηφιακά δωμάτια κατόπτρων/αντηχήσεων (βλ. echo chambers).
Μήπως να κατοικήσουμε ξανά με τρόπο δημιουργικό, ζωηρό και ανθρώπινο τις διαδικτυακές σφαίρες; Να τις επιμεληθούμε, να επιδείξουμε στους ανθρώπους που συναντάμε εκεί μέσα γνήσια φροντίδα, ενδιαφέρον και ευγένεια, προκειμένου να μη γίνουμε σκιές του εαυτού μας, «κολλημένοι»;
Συγγραφείς του βιβλίου της ζωής μας
Ο Ερηνάκης, μέσα από το πράγματι καλό βιβλίο του, απευθύνει ένα ρομαντικό, ποιητικό, καταστατικά αφελές και αισιόδοξο κάλεσμα για μία άλλη κατοίκηση του φυσικού και ψηφιακού χώρου. Ελατε, λέει, να θυμηθούμε, πως συγγραφείς του βιβλίου της ζωής μας είμαστε εμείς και μάλιστα εμείς οι Αλλοι, εμείς που είμαστε ανοιχτοί στο μυστήριο της συνάντησης με τα άλλα πρόσωπα τα οποία σεβόμαστε και εκτιμούμε και στα οποία θέλουμε να δώσουμε χώρο να εκφραστούν αυθεντικά κι ελεύθερα. «Θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε πλατφόρμες που ενθαρρύνουν την αυθεντική έκφραση αντί του επιδεικτικού ναρκισσισμού ή τη δημιουργία αλγορίθμων συστάσεων που διαφοροποιούν και ποικιλοποιούν αντί να περιορίζουν τους ορίζοντές μας».
Το καλό διαδίκτυο
Για πολλούς από εμάς το διαδίκτυο ήταν ένας χώρος πειραματισμού, εξερεύνησης και αληθινού γνωστικού πλούτου. Δεν θα ήξερα τις γλώσσες που ξέρω, εάν μεγάλωνα στην ελληνική επαρχία τη δεκαετία του 2000 χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ. Ως ενήλικη, θα ένιωθα πολύ πιο μόνη στη ζωή, εάν δεν συναντιόμουν διαδικτυακά με ανθρώπους που μου μοιάζουν και που μοιραζόμαστε κάποια κοινά ενδιαφέροντα (όλοι μας έχουμε μιλήσει με αγνώστους στο διαδίκτυο για βιβλία, μουσικές, πόλεις ή καφέ που μας αρέσουν και πριν τα κοινωνικά δίκτυα γίνουν αυτή η αισχρή ζούγκλα αγένειας και προσβολών, η εμπειρία ήταν απολύτως ικανοποιητική).
Με συγκλονίζει το γεγονός ότι γράφω αυτό κείμενο και το ρίχνω στον ωκεανό του διαδικτύου σαν μήνυμα σε γυάλα. Οποιος το επιθυμεί μπορεί να το διαβάσει οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το πού ζει, ενώ μπορεί ν’ αφήσει και κάποιο ευγενικό σχόλιο το οποίο θα δω κι εγώ με τη σειρά μου όταν θα ’χω ανάγκη να πάρω λίγο θάρρος από αυτό το ειδικό θάρρος που μπορούν να σου δίνουν οι άγνωστοι. Ενώ πληκτρολογώ αυτές τις γραμμές ακούω, όπως πάντα, Τρίτο Πρόγραμμα, μέσω διαδικτύου και αργότερα ίσως κλείσω εισιτήρια για το θέατρο χωρίς άγχος ή ταλαιπωρία, πατώντας μερικά κουμπιά.
Κακά τα ψέματα, γκρινιάζουμε για τα κοινωνικά δίκτυα ή για άλλους διαδικτυακούς σκουπιδότοπους (που βρίθουν διαφημίσεων, τοξικότητας και σκανδαλοθηρικών τίτλων), γιατί έχουμε αξιώσεις από την τεχνολογία, από τον 21ο αιώνα και από εμάς τους ίδιους. Η ίδια η τεχνολογία δίνει διαρκείς υποσχέσεις, ενώ, όταν προκύπτει κάποια σπουδαία λύση στα προβλήματά μας (σκεφτείτε τα ιατρικά μηχανήματα), δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε τι θαύματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν εάν χρήμα, προσοχή, πόροι, μυαλά, γνώση και δημιουργικότητα δεν διοχευτεύονταν στην κατασκευή εθιστικών μηχανών εξόρυξης δεδομένων και προβολής διαφημίσεων, αλλά σε κάτι διαφορετικό.
Ο Ερηνάκης μάς καλεί να οραματιστούμε ξανά ένα διαδίκτυο όπου συναντάς το αναπάντεχο, το ετερόδοξο, τη δημιουργικότητα. Κάνει εκτενείς αναφορές στη σύγχρονη τέχνη και τη δημιουργική χρήση της τεχνολογίας από συναρπαστικούς δημιουργούς στα εικαστικά, στη λογοτεχνία, στο performance, μάς θυμίζει το τεχνο-ουτοπικό όραμα της Σάντι Πλαντ για ένα διαδίκτυο που υπονομεύει την πατριαρχία ή άλλες εξουσιαστικές δομές, μας υπενθυμίζει το διαδίκτυο ως καταφύγιο για όλους τους μοναχικούς, μη δημοφιλείς τύπους, για όσους ψάχνουν να συναντηθούν με ανθρώπους που έχουν ίδια χόμπι, ενδιαφέροντα κ.λπ. Υπάρχει, ας το παραδεχθούμε, κάτι αληθινά μαγικό στο ενδεχόμενο να γλιτώσεις από την αγοραφοβία στο μετρό μιλώντας μ’ έναν άγνωστο για την ιδιοφυΐα του Coetzee στα σχόλια κάποιας ανάρτησης (επινοημένο παράδειγμα ή καθόλου).
Ο Ερηνάκης αναφέρεται στην Ντόνα Χάραγουεϊ και το κάλεσμά της για μία βαθιά ανθρώπινη ψηφιακή τεχνολογία, όπου συναντιόμαστε με τους άλλους με τρόπο που θα ενέκρινε ο Λεβινάς. Υπάρχουν παραδείγματα εφαρμογών που προωθούν την κοινωνική συνεργασία, όχι τη σύγκρουση (βλ. το Patreon). Ο Ερηνάκης πιστεύει σ’ ένα πλανητικό δίκτυο απείρων δυνατοτήτων. Πιστεύει ακόμη (και μου μεταδίδει την αισιοδοξία του) σ’ εκείνη την οραματική υπόσχεση όπου τεχνολογία και ηθική συνυπάρχουν. Η αισιοδοξία του δεν πηγάζει από την άγνοια. Κάθε άλλο. Με παραπομπές στον Χαν (που είχαμε συζητήσει και εμείς εδώ παλιότερα) και τον Τέιλορ, παραδέχεται ότι η ζωή χωρίς το ιερό και την υπερβατικότητα είναι στεγνή έρημος, απάνθρωπη. Λόγω των υπολογιστών και των αλγοριθμικών δομών, «η πραγματικότητα φαίνεται να μπορεί να καταγραφεί εξαντλητικά με μετρήσεις και μοντέλα, έτσι ώστε η υπερβατικότητα (όχι μόνο θρησκευτική, αλλά και κάθε προσφυγή σε αγαθά που δεν μπορούν να αναχθούν σε εργαλειακή επιτυχία) καθίσταται προαιρετική ή ακατανόητη (Taylor)». Μιζέρια.
Τι να κάνουμε;
«Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που λείπει από τον κόσμο σήμερα είναι το ιερό», μου λέει ο Ερηνάκης κι εγώ αποτελειώνω το ζεστό κρασί, ενώ έξω νυχτώνει, χιονίζει πυκνά και τα τζάμια του καφέ θαμπώνουν. «Λείπει η πίστη σε κάτι πέρα από εμάς, που όμως αποτελεί και εμάς. Κυριότερα όμως λείπει η διαπίστωση της δυνατότητάς του.»[…] «έχουμε ανάγκη από μια υπέρβαση». Συνταγογραφεί ποίηση και ριζική φαντασία, αντίσταση στην αποκαρδιωτική ομοιογενοποίηση της εποχής, έναν ψηφιακό μινιμαλισμό που θα επιτρέψει ήσυχες εμπειρίες πληρότητας στον φυσικό και τον ψηφιακό χώρο.
Πλήρωσα και βγήκα απ’ το καφέ έξω στην παγωνιά. Ημουν ευγνώμων που απέκλινα απ’ τις συνήθειές μου και ήπια το ζεστό ρόφημα. Βοηθάει, σκέφτηκα, να βγαίνει κανείς πού και πού, να πηγαίνει για διάβασμα ανάμεσα σ’ αγνώστους. Σ’ ένα καφέ, σε μία μεγάλη μητρόπολη, οι θαμώνες είναι απόδειξη της αδιαπραγμάτευτης, σαγηνευτικής ποικιλομορφίας στη ζωή. Είμαστε πολλοί και τόσο διαφορετικοί, με διαφορετικά κίνητρα και στοχεύσεις. Πώς γίνεται να το ξεχνάμε; Πώς γίνεται ν’ αστυνομεύουμε διαρκώς εμάς και τους άλλους μέσα σε ψηφιακά κλουβιά; Κι ύστερα, δανειζόμενη αισιοδοξία από το βιβλίο που είχα στα χέρια μου, σκέφτηκα πως αφού εμείς πλέκουμε το δίχτυ της αμοιβαίας επιτήρησης και αλληλο-ταϊζόμαστε ψηφιακά σκουπίδια, εμείς οι ίδιοι μπορούμε να πλέξουμε ένα δίχτυ προστασίας για τις ψηφιακές μας κοινότητες, δίνοντας σε όσους μάς χαρίζουν την προσοχή τους (που για τη Σιμόν Βέιλ ήταν πράξη αγάπης) λίγη παραπάνω δημιουργικότητα, σεβασμό, ευγένεια και κάτι αναπάντεχο. Καλή χρονιά!
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Ο τρόπος που τα παιδιά και οι σκύλοι χαίρονται στο χιόνι. Οι αισιόδοξες σκέψεις του Νίκου Ερηνάκη στην «Υπερδιαλεκτική της Ευτοπίας» και συγκεκριμένα η ιδέα πως δεν είμαστε καταδικασμένοι στο κοινότοπο, στην οικονομία της ασημαντότητας, στη σαχλαμάρα και στο μίσος για τους Αλλους. Η ησυχία στις άδειες εκκλησίες πρωί καθημερινής. Τα σμέουρα.
