Ενας γνωστός μου που λατρεύει τα βουνά μισεί τις Κυριακές. Τις Κυριακές τα βουνά έχουν κόσμο. Ερασιτέχνες πεζοπόροι, αθλητές, οικο-τουρίστες. Παρκάρουν τις τζιπάρες τους. Χαλάνε την αγριάδα. «Νιώθω σαν να μπαίνουν στον κήπο μου», μου είχε πει ο μισάνθρωπος. Μιλάνε, ακούς ομιλίες αντί γι’ αυτήν την ήσυχη βουή του δάσους που αναπνέει. Ο γνωστός μου προτιμά τα βουνά όταν οι άλλοι λείπουν, ιδανικά Δευτέρες, μέρες που ο πληθυσμός καταλαμβάνει κάποια ανατομική θέση μπροστά από το λάπτοπ του. Τον θυμάμαι όταν πηγαίνω μόνη μου στο σινεμά.
Ενάντια στο κουλ
Μερικές φορές, δεν θέλω να δώσω καμία μάχη. Θέλω να βυθιστώ στην αναπαυτική θεσούλα μου στη σκοτεινή αίθουσα να μη μιλήσω με κανέναν. Δεν θέλω να πω την άποψή μου, να σχολιάσω το έργο από την τάδε ή τη δείνα μεριά, να πληροφορηθώ πώς γυρίστηκε και ποια η συμβολή του. Θέλω απλώς να του αφεθώ. Ετσι, εντάσσομαι συχνά σ’ αυτό το σύνολο ατόμων που πάνε μόνα τους στην αίθουσα, διαβάζουν το ποιήμά τους και δεν το λένε, στην έκθεση μπαίνουν κρυφά, μια Τρίτη βράδυ, μήνες μετά τα εγκαίνια.
Δεν θέλω να μου το χαλάνε. Μερικά έργα απαιτούν σιωπή, πριν και μετά την κατανάλωση. Εάν είχαν κουτί, θα το έλεγαν στο πλάι της συσκευασίας: ανάλωση κατά μόνας ή πλάι σ’ ανθρώπους που το εκτιμούν. Υπάρχει μία εξουθενωτική ανάγκη διαφοροποίησης: να είμαστε «κουλ» και «ενημερωμένοι», ανίκανοι να παρασυρθούμε απ’ το συναίσθημα, πρόθυμοι για μία επιθετική στάση στα πράγματα: το μέινστριμ είναι γλυκανάλατο και ελαφρύ, η πρωτοπορία για τους κουλτουριάρηδες κ.λπ. Ομως, το άνοιγμα σ’ ένα έργο τέχνης απαιτεί λίγη παραπάνω αφέλεια από άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς και την ικανότητα ν’ αφήνεις τον εαυτό και τις άμυνές σου στο πλάι. Προσιδιάζει στον έρωτα και στο θρησκευτικό συναίσθημα. Μία μεταφυσική εμπειρία, καθημερινή. Κάτι που μπορείς να πάθεις στο σούπερ μάρκετ μπροστά απ’ το ψυγείο με τα γάλατα.
Είναι δύσκολο «να χάσεις τον εαυτό σου» (ίσως γι’ αυτό έχουν, πάλι, πέραση τα ναρκωτικά). Τα πάντα τρέπονται σε προτιμήσεις, «σήματα» που επαληθεύουν τη διαφοροποίησή μου από τους Αλλους. Είμαι ανώτερη γιατί διαβάζω Μποντριγιάρ (ούτε καν). Είμαι «κανονικός άνθρωπος», γιατί μ’ αρέσει το Lord of The Rings κι όχι η Ακερμάν. Μ’ αρέσει η Ακερμάν γιατί είμαι λογία και φεμινίστρια. Τη μισώ την Ακερμάν, γιατί είμαι πολυάσχολη κι η ηρωίδα της θέλει έξι ώρες να ψήσει δυο σνίτσελ. Σε κάθε περίπτωση, το έργο «λέει κάτι για μένα» και το βασικό μου θέμα είμαι εγώ.
Κουλτούρα της επιτήρησης
Καθώς ζούμε υπό τη διαρκή εποπτεία των Αλλων (που κατά βάθος δεκάρα δεν δίνουν για εμάς), επιδιδόμαστε σ’ αυτό που ο λογοτέχνης Ocean Vuong ονομάζει «επιτελεστικό κυνισμό». «Διδάσκω πολλά χρόνια σε νέους ανθρώπους», λέει, «και παρατηρώ ότι φοβούνται να δείξουν πως προσπαθούν για το όνειρό τους». Ενταγμένοι καθώς είμαστε σε μια κουλτούρα εποπτείας, τρέμουμε μην τυχόν και φανούμε συναισθηματικοί. Ομως, εάν δεν είσαι πρόθυμος να σε παρεξηγήσουν και να εκτεθείς, γιατί κάθισες πίσω από το πληκτρολόγιο να γίνεις συγγραφέας;
Προκειμένου να μη φανούμε cringe (ανατριχιαστικά άβολοι) και αμήχανοι, επιδιδόμαστε στον «επιτελεστικό κυνισμό που περνάει για εξυπνάδα». Μασκαρευόμαστε. Μας αρέσει κάτι «ψαγμένο» που δεν διαβάζεται, η εικαστικός χωρίς συναίσθημα. Κατέχουμε μια γνώση που οι άλλοι αγνοούν όταν πληκτρολογούμε για τον Ντοστογιέφσκι «οκέι, λοιπόν, εγώ δεν τρελάθηκα». Ο Ocean Vuong το συνοψίζει ως εξής: τα έχουμε, τάχα, δει όλα και γι’ αυτό δεν συγκινούμαστε. Είμαστε απαθείς. Απόμακροι κι απρόσιτοι. Κάτω από στρώματα ψαγμένων ρούχων κρύβουμε την πληγωμένη μας καρδιά σαν 19χρονα που ψάχνουν σχέση.
Στήνουμε ολόκληρο σόου γύρω απ’ την ανικανότητά μας να συγκινήσουμε και να συγκινηθούμε, στην τελική «δεν μας αγγίζει κάτι». Ισως γι’ αυτό εικαστικά έργα μοιάζουν τόσο συχνά με υλικό διακόσμησης ή ομφαλοσκόπηση. Μπορεί να μας έχει ξεμείνει απ’ το σχολείο: να μη μας πουν «βαρύγδουπους» (σχεδόν ακούς την πτώση από το βάθρο). Στην κλίμακα του κουλ μην πάρουμε κακό βαθμό.
Ριζοσπαστική ειλικρίνεια
«Διψάμε για ειλικρίνεια, αλλά η ειλικρίνεια είναι άβολη», λέει ο Vuong στην ίδια συνέντευξη. Ερχόμαστε σε δύσκολη θέση. Ομως, σ’ έναν κόσμο επιμελημένης αυτοσκηνοθεσίας, γιατί να μη στραφούμε στην τέχνη για τη διερεύνηση του σκοταδιού; Το να είσαι άνθρωπος είναι ντροπιαστικό. Η τέχνη μπορεί να το πει αυτό.
Μήπως ο φόβος να ξεβολευτούμε ως θεατές μέσα στο έργο τέχνης και ο δίδυμος φόβος να «δυσκολέψουμε» παράγοντάς το αποδεικνύουν τη διαβρωτική ισχύ της νηπιοποίησης στη ζωή μας; Τα μωρά δεν κάνει να δυσκολευτούν. Οι ενήλικες μπορούν, υποτίθεται, να έρχονται σε δύσκολη θέση, να εκφράζουν κάτι που ανοικειώνει, να συγχωρούν, αφού ακούσουν μία ιστορία, και, τελικά, να έρχονται σε επαφή. Ισως η ριζοσπαστική ειλικρίνεια είναι τόσο γοητευτική ακριβώς επειδή υποδηλώνει μία πίστη στην ικανότητα επικοινωνίας «παρά ταύτα», η επιφάνειά της είναι τραχιά σ’ ένα σύμπαν σιλικόνης, λείανσης και φίλτρων. Η φύση της αγέρωχη όταν όλα δημιουργούνται για να αξιολογηθούν δημόσια κι αμέσως ν’ αντικατασταθούν από τα επόμενα.
Λάσλο Κρασναχορκάι
Τα βιβλία του Κρασναχορκάι θεωρούνται «δύσκολα» (πάλι νηπιακή/σχολική λογική) και το είδος του έργου που κάνει τους ανθρώπους να ξινίζουν λέγοντας «δεν έχω χρόνο για κάτι τέτοιο». Απέκτησαν μεγάλη δημοσιότητα αφότου ο συγγραφέας τους τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ και, φυσικά, προκάλεσαν επιτελεστικό κυνισμό. Δεν είμαι –δόξα τω θεώ– «κριτικός λογοτεχνίας», να κρίνω τα έργα. Ομως, αγαπώ τον Κρασναχορκάι.
Αγαπώ την ικανότητά του να με τοποθετεί σε μία σκοτεινή θέση κι από ’κει να μου δείχνει περίεργες ιστορίες με τρελούς χωριάτες, γέρους, γραφειοκράτες, παράξενα παιδιά και ό,τι άλλο συγκροτεί το σύμπαν του. Μου αρέσει που δεν τον νοιάζει να αρέσει. Μου αρέσει που δεν βάζει τελείες, που μ’ αναγκάζει να του αφεθώ, όπως αφήνεσαι σπάνια πια, σε λίγα πράγματα, προκειμένου να χάσεις την αίσθηση του χρόνου και να επιτύχεις την ιερή επιβράδυνση.
Πάει και το φραντζολάκι
Διάβασα αυτές τις μέρες το Πάει και το φραντζολάκι (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Μανουέλα Μπέρκι) και ξετρελάθηκα. Ο Φώκνερ, ο Κούτσι (που, με άλλη αφορμή, μου σχολιάσατε πως σας αρέσει), τέτοιου επιπέδου συγγραφείς μού ήρθαν στο μυαλό. Συγγραφείς που φέρνουν ταραχή κι ανησυχία. Δεν αφηγείται μια ευχάριστη ιστορία. Κι ο τρόπος! Ε, ο τρόπος απαιτεί συγκέντρωση ή σκέτη παραίτηση, να αφεθείς στις λέξεις. Ομως, είναι λογοτεχνία με λάμδα κεφαλαίο. Και σε σημεία cringe – άβολο. Ο συγγραφέας αδιαφορεί αν θα ξεπέσει από το βάθρο του κουλ. Γράφει κάτι και λες δεν το έγραψε. Τόσο άβολος είναι.
Μέσα στη μόνωση του μυαλού του ο Κρασναχορκάι ξεθάβει αυτό που μαραζώνει ή επιμένει μέσα μου. Δεν ήθελα τόση εγγύτητα: να δω τον κόσμο κατοικώντας το μυαλό και το σώμα του 92χρονου γέρου που πρωταγωνιστεί στο Φραντζολάκι. Από τη θέση όπου με έθετε ήθελα να βγω. Θέση «δυνάμει θνήσκοντος», όπως σ’ όλα τα μεγάλα έργα. Ετσι και στην Ατίμωση του Κούτσι, όπου δεν είχα καμία όρεξη για τόση εξαθλίωση. Ετσι και στον Αχό και το Πάθος, όπου δεν ήθελα καθόλου ν’ ακολουθήσω εκείνη τη φρικτή οικογένεια. Αυτό που κάνουν οι λέξεις τίποτα δεν μπορεί να το πετύχει (να μια cringe, μεγαλόστομη φράση). Καμία άλλη τέχνη δεν μηδενίζει έτσι την απόσταση ανάμεσα στο κοινό και στη δημιουργό, πουθενά αλλού δεν μπορείς πραγματικά να κατοικήσεις το κεφάλι κάποιου άλλου.
Ψέματα λέω. Ηθελα να μου συμβούν όσα μου συνέβησαν καθώς διάβαζα το Φραντζολάκι. Και μου συνέβησαν χίλια δυο πράγματα που δεν μπορώ να περιγράψω – είναι δικά μου. Βαθιά απλώθηκε γαλήνη και πήγαινα γυρεύοντας να νιώσω κάτι σαν τρόμο που είμαι άνθρωπος. Μήπως η συνειδητοποίηση της απόλυτης γελοιότητας αυτής της συνθήκης είναι κάτι που κάνουν οι μεγάλοι;
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Οι νεραντζιές, ιδίως στο μεσημεριανό φως. Η ριζοσπαστική ειλικρίνεια στο βιβλίο Αδέσποτες Σκύλες της Ντάλια δε λα Σέρδα (εκδόσεις Carnivora). Λίγος Frederic Chopin πριν από τις 9 το πρωί. Ο χυμός πορτοκαλιού. Οι σκύλοι κι ο τρόπος τους να δείχνουν τρυφερότητα.
