Φανταστείτε ότι είναι νωρίς το πρωί και βρίσκεστε σε μία υγρή πανεπιστημιούπολη με κισσούς και παλιομοδίτικα κτίρια. Τα πατώματα είναι ξύλινα, τα δωμάτια μελέτης σαν κελιά μοναστηριού. Νιώθετε παγιδευμένη σ’ ένα πρόγραμμα σπουδών υπερβολικά πρακτικό. Μαθαίνετε λογιστική, νομικά, ιατρική. Κάτι χειροπιαστό, χρήσιμο. Καλά τα πάτε σε όλα αυτά. Ομως, θέλετε να βρείτε κάποιον να τον ρωτήσετε επιτέλους «πώς να ζήσω τη ζωή μου;», «τι αποφάσεις να πάρω;», «πειράζει αν κάνω λάθη;» «θα ευτυχήσω;» και τέτοια. Ντρέπεστε να ρωτήσετε όντως κάποιον, κι όλοι γύρω σας μοιάζουν να παθιάζονται με πολύ πρακτικά ζητήματα (τύπου φορολογικό δίκαιο).
Τότε, οι θεοί ρίχνουν στον δρόμο σας κάποιο φωτισμένο μέλος του διδακτικού προσωπικού που σας μιλάει για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Καλές οι πρακτικές σπουδές, σας λέει, αλλά χωρίς Ομηρο και Αριστοτέλη, πώς θα ζήσεις; Ζωή είναι αυτή και ποια η αξία της; Αυτό το αποκλίνον μέλος του διδακτικού προσωπικού δεν αποκλείεται να ντύνεται εκκεντρικά (π.χ. με φόρμες), να είναι πιεσμένο οικονομικά και να δουλεύει διπλοβάρδια. Κατά κανόνα είναι μισητό από τους συναδέλφους του και αντικείμενο αληθούς λατρείας για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του. Από τέτοιες συναναστροφές στις σπουδές μου έμαθα κι εγώ λίγα γράμματα. Κι έτσι γνώρισα και τη Nussbaum, που έχει γράψει εκτενώς για την αξία των ανθρωπιστικών σπουδών και των κλασικών κειμένων. Ηπια μερικούς καφέδες μαζί της, αυτή στη Νέα Υόρκη, εγώ στην Αθήνα. Σας έχει τύχει να μιλάτε με κάποιον κι ο κόσμος να μεγαλώνει; Να γίνεται συναρπαστικός;
Πρωινός καφές με τη φιλόσοφο
Στους πρωινούς καφέδες μου μαζί της έμαθα να βλέπω τα μικρά ως αυτά που είναι, μικρά. Η Nussbaum (1947) είναι μία από τις σπουδαιότερες φιλοσόφους παγκοσμίως, μία λογία. Διδάσκει δίκαιο και ηθική στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου –που θεωρείται κορυφαίο σ’ αυτά τα πεδία– και μ’ έμαθε να ξεκινάω τη μέρα μου με τα σημαντικά.
Στα δοκίμιά της για τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία (μπορείτε να τα βρείτε μαζεμένα σ’ έναν όμορφο τόμο με τον παράξενο τίτλο Ερωτος Γνώση), η Nussbaum ισχυρίζεται πως σκέτη η μελέτη της φιλοσοφίας με αραχνώδη και ακαδημαϊκό τρόπο δεν αρκεί. Για να συλλάβουμε τα μεγάλα ηθικά ερωτήματα, αλλά και για να απαντήσουμε πειστικά στο ερώτημα «πώς να ζήσω;», μάλλον δεν χρειαζόμαστε κάποια μονογραφία περί δικαίου, πόσω μάλλον τα αλλόκοτα έργα των Ντεριντά και Φουκώ, αλλά τη βαθιά μελέτη της λογοτεχνίας. Η αρχαία τραγωδία και το καλό μυθιστόρημα μάς φέρνουν εγγύτερα στην αλήθεια, λόγω της καλλιέργειας της φαντασίας και των συναισθημάτων μας, απ’ ό,τι οι μπλεγμένοι, σπουδαιοφανείς συλλογισμοί των λεγόμενων μεταμοντέρνων που ώρες ώρες δεν αντέχονται.
Οποιος έχει μπλέξει με τα ακαδημαϊκά γνωρίζει πόσο μη απολαυστικές είναι κατά κανόνα οι ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις και πόσο εξουθενωτικά αυτάρεσκη είναι η τοποθέτηση – σε ακαδημαϊκό συνέδριο, ειδικά όταν όλ’ αυτά γίνονται με επαγγελματικό στόχο (π.χ. ανέλιξη). Ποιος δεν έχει πλήξει μέχρι αηδίας με ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις που δεν έχουν απεύθυνση, στυλ ή λόγο ύπαρξης; Και ποιος δεν έχει σκεφτεί ότι η επιτηδευμένη ορθολογικότητα του ακαδημαϊκού επιχειρήματος δεν καταντά μερικές φορές σκέτη διανοητική πλάνη; Οι παραπομπές και οι υποσημειώσεις πολύ συχνά απλώς κανονικοποιούν τη διανοητική δειλία και την έλλειψη φαντασίας, ενώ τα περισσότερα papers μοιάζουν ανέμπνευστη τσαγκαροδουλειά. Η Nussbaum ισχυρίζεται πως η φιλοσοφία πρέπει να κάνει χώρο για λογοτεχνικά κείμενα, προκειμένου, μέσα από μια συνθετική προσέγγιση, να φτάσει κανείς να σκέφτεται στα σοβαρά πάνω στην ηθική, άρα στη ζωή. Δεν σταματά εκεί.
Η Nussbaum διαβάζει
«Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την αριστοτελική άποψη, τα συναισθήματα είναι συχνά πιο αξιόπιστα κατά τη διαβούλευση απ’ ό,τι οι αποστασιοποιημένες διανοητικές κρίσεις, καθώς ενσωματώνουν μερικές από τις πιο βαθιά ριζωμένες απόψεις μας για το τι έχει σημασία, απόψεις που μπορεί εύκολα να χαθούν κατά την εκλεπτυσμένη συλλογιστική», λέει η φιλόσοφος, που είναι ειδικός στον Αριστοτέλη. Και πού μπορεί κανείς να καλλιεργήσει το συναίσθημα, να βρεθεί σε δύσκολη θέση, να κληθεί να λάβει αποφάσεις ή να κρίνει πώς έχουν ζήσει άλλοι τη ζωή τους, εάν όχι στα μεγάλα λογοτεχνικά κείμενα;
Αν δεχθούμε πως μια ζωή χωρίς φαντασία δεν είναι πλούσια ή αξιοβίωτη, τότε ελάχιστα χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για την αξία της έκθεσης σε έργα τύπου Οδύσσεια. Τα μεγάλα έργα, με τα οποία η Nussbaum ισχυρίζεται ότι έχει σχέση «ερωτική», μας εκθέτουν με ακριβή τρόπο σε δύσκολες καταστάσεις (βλ. αρχαία τραγωδία) και «γεννούν στον αναγνώστη ένα είδος ηθικής διεργασίας καταλληλότερο για τη ζωή», αφού άλλωστε θέτουν ερωτήματα με ακρίβεια και απροσδιοριστία ταυτόχρονα. Να το πω απλά, δεν μπορεί κανείς να συνοψίσει σε μια-δυο ορθολογικά διατυπωμένες φράσεις τα όσα συμβαίνουν στον Οδυσσέα, να εξάγει μερικά επιστημονικοφανή επιχειρήματα από ’κει μέσα κι ύστερα να πει ότι κατάλαβε. Ούτε μπορεί αμπελοφιλοσοφώντας με μεταμοντέρνο στυλ, αποδομώντας και διαλύοντας, να ψελίσει πραγματικά κάποια πειστική απάντηση στο ερώτημα «πώς να ζω;». Σε μία διαρκή αναστοχαστική βόλτα από το ερώτημα στο μυθιστόρημα και από το ποίημα στην εμπειρία, με ταπείνωση και υπαρξιακό στρες, πλέκουμε το πλεκτό της ζωής μας κόμπο τον κόμπο.
Αλλά δεν φτάνει σκέτη η ζωή «καθαυτήν;» να μας διδάξει; Πρέπει να δούμε και πώς ταπεινώθηκαν οι ήρωες του Μπαλζάκ ή πώς τρελάθηκαν ο Αγαμέμνονας κι η Κλυταιμνήστρα;
Η ζωή δεν είναι αρκετή
Πηγαίνουμε στο θέατρο και εκτιθέμεθα οικειοθελώς σε εξαιρετικά έντονα συναισθήματα. Αδιέξοδα ηθικά διλήμματα και αποφάσεις-βουνά λαμβάνουν χώρα μπροστά στα μάτια μας, στο μισό μέτρο. Γιατί; Μεταξύ άλλων, επειδή αισθανόμαστε μια έλλειψη. «Ο Αριστοτέλης έχει ήδη υπαινιχθεί μια προφανή απάντηση: Δεν έχουμε ζήσει ποτέ αρκετά» (!). «Χωρίς τη μυθοπλασία, οι εμπειρίες μας παραείναι περιορισμένες και τοπικές. Η λογοτεχνία τις επεκτείνει» (Martha Nussbaum, Ερωτος Γνώση).
«Ολόκληρη η ζωή είναι μια διαδικασία ερμηνείας, κάθε πράξη απαιτεί τη θέαση του κόσμου ως κάτι». Το πρόβλημα είναι πως, όταν είμαστε μέσα στη ζωή μας, η θέαση είναι στρεβλή κι αποσπασματική, δεν ξεδιπλώνεται όπως στο μυθιστόρημα, η ανάγκη να λάβουμε αποφάσεις μάς χτυπάει κατακούτελα, ο πόνος είναι όλος δικός μας, όχι όπως στο μυθιστόρημα που τουλάχιστον τον πόνο τον κουβαλά ο χαρακτήρας κι η/ο δημιουργός του.
Αντιθέτως, «[…]κατά την ανάγνωση λογοτεχνίας η φαντασία μας οδηγείται στο να φαντάζεται και να περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια, εστιάζοντας την προσοχή μας στην κάθε λέξη, νιώθοντας πιο έντονα το κάθε συμβάν – ενώ μεγάλο μέρος της πραγματικής ζωής περνά δίχως αυτήν την οξυμένη επίγνωση». Δεν μπορούμε να βιώσουμε τη ζωή μας «με κάθε λεπτομέρεια». Ενώ η ανάγνωση, εάν γίνεται «με αμέριστη προσήλωση» και θεωρώντας τα πάντα «σημαντικά», μπορεί να φωτίσει και την πιο λεπτή κλωστή απ’ όπου κρέμεται η ζωή, βλ. στα ποιήματα.
Οι άνθρωποι που κάνουν τον κόσμο μας μεγάλο
Μία από τις αρετές των δοκιμίων της Nussbaum περί φιλοσοφίας και λογοτεχνίας είναι ότι μπορεί να ρίξει κανείς ματιές στον τρόπο που διαμορφώθηκε αυτή η σπουδαία λογία. Εχει γράψει αμέτρητα στιβαρά έργα φιλοσοφίας , έχει διδάξει στα κορυφαία πανεπιστήμια, Σικάγο, Χάρβαρντ κ.λπ., έχει καθορίσει το πεδίο της ηθικής με το οποίο ασχολείται, ενώ έχει επιχειρηματολογήσει εκτενώς για τα δικαιώματα των ζώων, τη φιλελεύθερη δημοκρατία κ.λπ. Κυρίως, όμως, είναι «φυτό».
«Οπως ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, ήμουν ένα παιδί του οποίου οι καλύτεροι φίλοι εν γένει ήταν τα μυθιστορήματα». Τον Αριστοτέλη της τον ερωτεύτηκε μικρή. Μελέτησε την Τζέιν Οστεν, τον Ευριπίδη, τον Ντοστογιέφσκι. Ρωτούσε: πώς να ζήσω; «Ενιωθα τεράστια ευχαρίστηση, όντας καθισμένη σ’ έναν ανοιχτό αγρό, σαστισμένη, να διαβάζω, με τον αέρα να φυσά γύρω από τους ώμους μου». Εκεί συνειδητοποιούσε ότι η θέαση του επιμέρους που επιτρέπει το λογοτεχνικό έργο, θωρακίζει την ανθρωπότητα από τα «τρομερά πράγματα» που μπορεί να επιτρέψει κανείς –από ηθικής άποψης– εάν σκέφτεται μόνον γενικά/αποστασιοποιημένα, απομακρυσμένος από το συγκεκριμένο και το επιμέρους, πατώντας στην αφηρημένη γενικότητα.
Παράγουμε πια τέρατα;
Η σκέψη της Nussbaum έχει κάτι από 20ό αιώνα. Αυτόν τον βαθύ, πολύπλευρο τρόπο θέασης του κόσμου που είχαν οι απόφοιτοι κάποιων κορυφαίων τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών. Οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι κατασυκοφαντημένες πια και καταστατικά υποχρηματοδοτούμενες. Η τεχνολογική πρόοδος είναι σαν φυσικό φαινόμενο, δεν κάνει να της αντιπαρατεθείς, αν και η σκέψη να γίνει κανείς λουδίτης μάλλον είναι ελκυστικότατη σε τεράστια τμήματα του πληθυσμού. Μπορούμε να διαβάσουμε στον αγρό, με το αεράκι να φυσάει στους ώμους μας, όπως το έκανε η Νουσμπάουμ το 1980; Ισχυρίζομαι πως ναι, μα θέλει θέληση.
Οπως όταν μελετάς Τζορτζ Στάινερ ή Eric Hobsbawm, είναι δύσκολο να μη σκεφτείς τις τερατώδεις γνώσεις αυτών των ανθρώπων, τα πλούτη τους, και, φυσικά, να μην το συνδέσεις με την απισχνασμένη ιδέα περί γνώσης που προωθείται στον δικό μας αιώνα. Ακόμα κι από ένα άρθρο χιλίων λέξεων μπορείτε να λάβετε τη σύνοψη, να βάλετε την τεχνητή νοημοσύνη να το διαβάσει «για σας». Αν είναι μέτριο και χαζομάρα, οκέι, ας το διαβάσει η ΤΝ, αν όμως έχει στυλ και κάτι να σας πει, η εμπειρία δεν θα ’ναι ίδια. Αντιστοίχως, για οποιοδήποτε θέμα τέχνης μπορείτε να φανείτε εξυπνάκηδες με βάση τη γνώση/αισθητική που αποκτήσατε στο Instagram, δεν είναι το ίδιο με το να πάτε στα μουσεία. Η υπερβολικά ψηφιοποιημένη ζωή είναι φτωχή, επειδή είναι τόσο απάνθρωπα εκτεθειμένη σε ερεθίσματα.
Μέσα στη μόνωση μιας σκέψης που κυλά ανενόχλητη, όμως, μπορεί κανείς να ψηλώσει διανοητικά κι αισθητικά, να δοκιμάσει ηδονές, π.χ. μπροστά σ’ έναν πίνακα. Οταν πίνω τον καφέ μου διαβάζοντας Nussbaum, θαυμάζω την ακριβόλογη διαύγεια ενός μυαλού που σκέφτεται σε βάθος χωρίς τίποτα να διακόπτει την ενατένισή του κι ύστερα τίποτα δεν μπορεί να κατεβάσει κι εμένα την ίδια από την κορυφή του Ολύμπου. Πάντα βρίσκονται, περίπου στις 11 μερικά μέιλ, τίποτα λογαριασμοί, δυο τρεις αγενείς τύποι, για να προσδώσουν στη ζωή τη συνηθισμένη μικροπρεπή τους έκφραση. Αλλοτε πετυχαίνουν, άλλοτε όχι, αλλά εγώ έχω τη θωράκισή μου, την πειστική φωνή της φιλοσόφου που μου λέει να λογαριάζω συνέχεια τι αξίζει στη ζωή.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτή την εβδομάδα
Ο Ουαζντί Μουαουάντ. Το γεγονός ότι οι εκδόσεις Αντίποδες έβγαλαν σε χυμώδη, ζωντανή μετάφραση το κλασικό αριστούργημα του Σταντάλ, το Κόκκινο και το Μαύρο, κι εμείς που δεν ξέρουμε γαλλικά μπορούμε επιτέλους να το απολαύσουμε. Οι άνθρωποι που υιοθετούν γάτα που γλίτωσε από πυρκαγιά, την αναθρέφουν, την κάνουν να ξεχάσει τα προβλήματά της, την έχουν φίλη. Οι καλοί καθηγητές/οι καλές καθηγήτριες που βγαίνουν εκτός ύλης – χρόνια μετά το σχολείο και τις πανεπιστημιακές σπουδές, μόνον αυτούς θυμάσαι.
