«Η κομβική στιγμή στα μάτια όλων ήταν το γκολ του Ζοάο Μάριο απέναντι στον Παναθηναϊκό, επειδή με αυτό εξασφαλίσαμε τον τίτλο, αλλά αν σκεφτώ την πιο καθοριστική περίοδο, ήταν αυτή της καλοκαιρινής προετοιμασίας, διότι τότε αλλάξαμε νοοτροπία», είπε ο Λάζαρος Ρότα όταν, μετά τις γεμάτες από ανθρωπιά δηλώσεις του σχετικά με την ψυχική υγεία, ξεκίνησε να μιλά για την ουσία της ιστορίας κατάκτησης του πρωταθλήματος από την ΑΕΚ.
«Στην πρώτη μου ημέρα στην ΑΕΚ, ο προπονητής μπήκε στα αποδυτήρια και μίλησε σε όλους μας, για να μας πει “ήρθα για να νικήσω, για να νικάμε, για να κατακτήσουμε τον τίτλο”. Από εκείνη τη στιγμή μπήκε μπροστά μας ο στόχος, σε μια περίοδο που ενδεχομένως κανείς δεν μας πίστευε», θυμήθηκε ο Ντέρεκ Κουτέσα.
«Σε μια βιντεοκλήση που κάναμε με τον προπονητή και τον Χαβιέ Ριμπάλτα, τους είπα ότι θα έρθω στην Ελλάδα επειδή θέλω να κατακτήσω τίτλους, και αυτοί μου είπαν ότι με θέλουν για αυτόν τον λόγο, για να κατακτήσουμε τίτλους», ήταν η ανάμνηση του Ραζβάν Μαρίν.
Τώρα, που η δουλειά έγινε και οι πρωταγωνιστές μοιράζονται τις εμπειρίες τους, έρχεται η εξήγηση για αυτό που η ΑΕΚ του Μάρκο Νίκολιτς άρχισε να δείχνει από τα πρώτα της βήματα, από τα θερινά ευρωπαϊκά προκριματικά. Στα αποδυτήριά της είχε μπει ένας προπονητής «που μας πιέζει σαν τρελός καθημερινά προκειμένου να μην αρκούμαστε στα όσα κάνουμε και να βελτιωνόμαστε», όπως περιέγραψε ο Κουτέσα. Ενας προπονητής που μετέδωσε τη νοοτροπία νικητή και το έκανε με την εμπειρία κάποιου που το είχε ξανακάνει. Δύο φορές στη διάρκεια του προπονητικού του βίου είχε κατακτήσει τον τίτλο στην πρώτη του σεζόν με μια ομάδα, πρώτα με την Ολίμπια Λουμπλιάνα στη Σλοβενία και έπειτα με τη Βίντι στην Ουγγαρία.
«Εχω παραλάβει μια ομάδα που ποτίστηκε με ήττες στα playoffs και τώρα πρέπει να συνηθίσουμε ξανά στις νίκες», είχε πει, ανάμεσα στα πρώτα του λόγια, ο Σέρβος προπονητής. Κι αυτό ήταν ένα από τα βασικά κομμάτια πάνω στα οποία δούλεψε για να αλλάξει την ΑΕΚ.
Το δεύτερο κομμάτι, στο οποίο η αλλαγή έγινε πολύ σύντομα ορατή διά γυμνού οφθαλμού, ήταν το τακτικό. Η ΑΕΚ άλλαξε τρόπο σε όλες τις φάσεις του παιχνιδιού. Στην άμυνα εγκατέλειψε το μαν του μαν, έπαιξε άμυνα ζώνης και έγινε πιο συμπαγής μειώνοντας τις αποστάσεις, και στην επίθεση έφυγε από την ανάπτυξη υψηλού ρίσκου με την ταχύτητα και τη διεκδίκηση της δεύτερης μπάλας και πήγε στο controlled football με τον έλεγχο του ρυθμού. Εγκατέλειψε το παιχνίδι από τις πτέρυγες και επένδυσε στο παιχνίδι από τον κεντρικό άξονα.
Το τρίτο κομμάτι της εξήγησης για τη μεταμόρφωση της ΑΕΚ ήταν το τεχνικό. Αν κανείς κοιτάξει την απόδοση των «περυσινών» ποδοσφαιριστών που χρησιμοποίησε ο Μάρκο Νίκολιτς βλέπει καθαρά σημάδια βελτίωσης. Ο Θωμάς Στρακόσα είχε, σύμφωνα με τα στοιχεία του Comparisonator, μιας πλατφόρμας που συγκρίνει την απόδοση, βελτίωση απόδοσης κατά 28%. Και στο «αδύναμο» κομμάτι του – το passing game βελτιώθηκε κατά περίπου 25%. Ο Λάζαρος Ρότα είχε 17% βελτίωση στην αξιολόγηση σε ένα πλήθος διαφορετικών παραμέτρων που ξεπερνούν τις 350, με θεαματική βελτίωση (62%) στις αμυντικές και καλύτερη απόδοση, κατά 21%, στο passing game. Ο Σταύρος Πήλιος βελτιώθηκε κατά περίπου 20% στο passing game, βελτιώνοντας θεαματικά το «αδύναμο» στοιχείο του, το οποίο ήταν οι πάσες υπό πίεση του αντιπάλου. Ο Ορμπελίν Πινέδα, ο οποίος στο σύστημα του Νίκολιτς πήρε περισσότερες ευθύνες στην αμυντική λειτουργία, είχε βελτίωση κατά 94% στις αμυντικές παραμέτρους και κατά 45% στις μονομαχίες. Ο Πέτρος Μάνταλος είδε την απόδοσή του να ανεβαίνει κατά 42%. Και το οργανωμένο παιχνίδι του Νίκολιτς τον βοήθησε να βελτιώσει κατά 85% τις επιδόσεις του στην κυκλοφορία της μπάλας και την επιθετική ανάπτυξη.
Η δουλειά του προπονητή σε μια ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: το τακτικό κομμάτι, το τεχνικό, το ψυχοπνευματικό/νοητικό και το φυσικό – τη φυσική κατάσταση. Η ΑΕΚ του Μάρκο Νίκολιτς ήταν σε όλα αυτά τα κομμάτια μια άλλη ΑΕΚ συγκριτικά με την ομάδα που είχε εμφανιστεί στα playoffs της Superleague ’25 με τον Ματίας Αλμέιδα. Μια άλλη ομάδα, η οποία στην πορεία αποδείχθηκε καλύτερη και στα playoffs αποδείχθηκε η πιο έτοιμη και αποφασισμένη για να κατακτήσει το τρόπαιο. Μια ομάδα με πίστη, η οποία άρχισε να χτίζεται από τη θερινή της προετοιμασία, σε έναν καιρό που οι ποδοσφαιριστές ένιωθαν ότι δεν τους «πιστεύουν» ούτε αρκετοί από τους οπαδούς της ίδιας τους της ομάδας. Αποδείχθηκε ότι τους αρκούσε, για να τονωθεί η αυτοπεποίθηση, πως τους πίστευε ο προπονητής. Αυτός του οποίου το πλάνο πίστεψαν, από το καλοκαίρι, για να γίνουν τελικά πρωταθλητές.

