Η έλευση του VAR στη ζωή μας αντιμετωπίστηκε περίπου ως θαύμα. Επιτέλους, η δικαιοσύνη που ποτέ δεν είχαμε τώρα θα ήταν απόλυτη και αδιαμφισβήτητη. Οταν βέβαια πέρασαν τα χρόνια του μέλιτος, και άρχισαν να προστίθενται κανόνες, υποπαράγραφοι και νέες περιπτώσεις προς εξέταση, ήταν φυσικό επόμενο τα πράγματα να γίνουν πιο περίπλοκα. Η πολυπαραμετροποίηση αυτή χτύπησε το θυμικό του κόσμου απευθείας στην καρδιά κι αυτό οδήγησε σε επαναφορά στις εργοστασιακές ρυθμίσεις. Του οπαδού τις ρυθμίσεις.
Ο οπαδός, ως γνωστόν, ζει μ’ ένα μόνιμο «γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μαααας…» να παίζει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Πρώτα απ’ όλα για την ομάδα του, μετά εναντίον του αντιπάλου και στην πορεία υπέρ οποιουδήποτε θεωρεί ότι αδικείται. Με το ίδιο πάθος κάθε φορά, με τον ίδιο ζήλο, με τα ίδια φαντάσματα να ξεπροβάλλουν από τη γωνία, ο πραγματικός οπαδός άλλωστε είναι και ο πλέον ευεπίφορος σε θεωρίες συνομωσίας.
Εμείς γι’ αλλού κινήσαμε…
Στο Μουντιάλ αυτό τα πράγματα ξεκίνησαν διαφορετικά, πιο ελπιδοφόρα. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε ως επί το πλείστον για αρκετές μέρες στις τακτικές, τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά των παικτών, την ευχέρεια στη δημιουργία φάσεων, τα όμορφα γκολ, τις καλοκουρδισμένες αμυντικές μηχανές, τα «εξωτικά φρούτα» που ομόρφυναν τη διοργάνωση με την παρουσία τους, όπως το Πράσινο Ακρωτήρι και άλλα τέτοια ωραία και αμιγώς ποδοσφαιρικά.
Ολα αυτά κράτησαν μέχρι να φτάσουμε στα νοκ-άουτ. Οχι ότι μέχρι εκεί δεν υπήρξε παραφιλολογία, αλίμονο, τουλάχιστον όμως υπήρχε μια ισορροπία. Από το σημείο εκείνο και μετά, η πλάστιγγα έγειρε. Μια πρόχειρη επίσκεψη στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης οποιαδήποτε ώρα μπορεί να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές. Οτι δηλαδή η ζωή μας έφερε πλέον στην επόμενη πίστα, αυτή όπου πλέον ο «εχθρός» δεν είναι ο διαιτητής αλλά το VAR. Οχι έτσι γενικώς και αορίστως, αλλά επειδή εγκαλείται ταυτοχρόνως για τις φάσεις τις οποίες επιλέγει να εξετάσει ΚΑΙ για αυτές που επιλέγει να μην εξετάσει.
…και εγένετο τοξικό χάος
Οταν η κατάσταση φτάσει στο σημείο αυτό, δεν υπάρχει γυρισμός. Το ποδόσφαιρο παύει να είναι η κύρια συζήτηση και δημιουργείται η «Ιερά Εξέταση στιγμών», η οποία σταδιακά καταλαμβάνει όλο τον διαθέσιμο χώρο στον εγκέφαλο και μολύνει τα πάντα. Σλόου μόσιον, σούπερ σλόου μόσιον σε όλα και ερμηνείες κατά το δοκούν ή γκουγκλάρισμα κανονισμών για να στηρίξουμε ή αντίστοιχα να κράξουμε.
Ναι ‘ντάξει, ωραίο το γκολάκι του Αλβαρεζ ΑΛΛΑ η μαφία της FIFA πέταξε έξω τον Εμπολό για να προχωρήσει ο κοντοπίθαρος ορμονομεγαλωμένος βαφτισιμιός του Ινφαντίνο. Ναι ‘ντάξει, στο πρώτο ημίωρο του Νορβηγία-Αγγλία βλέπαμε μπάλα επιπέδου Αναγέννηση Τριγλίας – Κουκουβάουνες αλλά τι μας νοιάζει αυτό; Ας σκοτωθούμε για το σπρώξιμο του Χάαλαντ στον Αντερσον, ας βριστούμε για το αν η μπάλα βρήκε στο καλώδιο της Spidercam πριν την ισοφάριση του Μπέλιγχαμ. Ναι, ναι, γκολάρα ο Τζουντ, αλλά τι να το κάνω που μετά τα λαμόγια του VAR δεν έλεγξαν τη φάση με το πεντακάθαρο πέναλτι στον Σόρλοθ; Σπρώχνουν με τα χίλια Αγγλους κι Αργεντινούς, για την τηλεθέαση το θέλουν, θα δεις… Μπάλα; Ποιος ασχολείται με την μπάλα; Εδώ έχουν σφάξει τόσες ομάδες στο γόνατο λέμε…
Υ.Γ. Μιλώντας για τοξικότητα, σωστό είναι να μην αφήνουμε απέξω τους ίδιους τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου όπως τον, πιο ξινό κι από ξινολάχανο Βαυαρίας, Τόμας Τούχελ. Ο προπονητής της Αγγλίας θεώρησε σωστό, στις δηλώσεις του αμέσως μετά την πρόκριση της ομάδας του στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, να τονίσει ότι είναι πολύ δυσαρεστημένος με την εμφάνιση, ότι έγιναν πολλά τεχνικά λάθη κι ότι, λίγο-πολύ, ήταν τυχεροί που κέρδισαν. Ευτυχώς για κάθε τέτοιο θλιβερό τύπο υπάρχει κι ένα αντίβαρο, εν προκειμένω ο Μπέλιγχαμ ο οποίος, όταν του μεταφέρθηκαν οι δηλώσεις του προπονητή του, αποκρίθηκε μ’ ένα χαλαρό «ο Τούχελ είπε ότι δεν παίξαμε καλα; Τι να πω; O,τι να ΄ναι…».

