Δεν υπάρχει τελειότερη τεχνική clickbaiting –ή «πούλημα σώτου», για τους μεγαλύτερους– από τους πηχυαίους τίτλους που (εντέλει αποδεικνύεται ότι) έχουν από ελάχιστη έως καθόλου σχέση με την πραγματικότητα. Και τους έχουμε ζήσει όλους. Από το «έρχεται ο παικταράς!» μέχρι το «έκανε την υπέρβαση ο πρόεδρος!» κι από το «λέει το “ναι” ο (διαλέξτε όνομα, τσάμπα είναι)» μέχρι το «δεν είναι όνειρο πια, πιάνει λιμάνι το κράμα Μέσι-Ρονάλντο».
Τους θυμόμαστε όλους, αυτοί είναι άλλωστε η βασική καύσιμη ύλη των ποδοσφαιρικών καλοκαιριών μας. Στην περίπτωση του Ολυμπιακού, κάποιους τους θυμόμαστε λίγο παραπάνω γιατί, έστω για μια στιγμή, τους ονειρευτήκαμε με την ερυθρόλευκη φανέλα. Να κατατροπώνουν τους αντιπάλους, να δοξάζονται, να κάνουν την υπέρβαση. Ε, και σε κάποια φάση ξυπνήσαμε.
Ζε Ρομπέρτο
Το καλοκαίρι του 2006 ο Βραζιλιάνος αποφάσισε, στα 32 του, να φύγει από την Μπάγερν ως ελεύθερος γιατί δεν τον υπολόγιζε ο Φέλιξ Μάγκατ. Ο Ριβάλντο (υποτίθεται ότι) τον είχε ψήσει να έρθει στον Πειραιά να παίξουν παρέα, η Bild παρουσίαζε για μέρες τη μετακίνηση περίπου ως τελειωμένη, αλλά τελικά ο παίκτης υπέγραψε στη Νασιονάλ του Μοντεβιδέο. Το σίριαλ αυτό μας έδωσε τελικά ένα από τα πιο μνημειώδη πρωτοσέλιδα όλων των εποχών, το περίφημο «Χα-Ζε Ρομπέρτο… Δεν ξέρεις τι χάνεις!».
Μάριο Ζαρντέλ
Το 2000, σε ηλικία 27 ετών και έχοντας πετύχει 169 σε 175 αγώνες με την Πόρτο, ο Βραζιλιάνος αποφάσισε να φύγει από την Πορτογαλία και έτσι ξεκίνησε το πέρασμά του από τα ελληνικά πρωτοσέλιδα. Τελικά τα 17 εκατ. ευρώ που απαιτήθηκαν, τα έδωσε η Γαλατά. Ο, τόσο χαρισματικός όσο και αυτοκαταστροφικός στράικερ, έφυγε στο τέλος της επόμενης σεζόν κι από κει και φιλοξενήθηκε ξανά στις ελληνικές εφημερίδες, αυτή τη φορά ως «απάντηση στη μεταγραφή του Κωνσταντίνου» στον Παναθηναϊκό, αλλά τελικά με 6,2 εκατ. ευρώ πήγε στη Σπόρτινγκ Λισσαβώνας.
Λούις Φίγκο
To 2005, στα 33 του, ο Πορτογάλος θα αποχωρούσε ως ελεύθερος από τη Ρέαλ, όπως είναι λογικό τον κυνηγούσε η μισή Ευρώπη και κάπου εκεί εμφανίστηκε και ο Ολυμπιακός. Τα δημοσιεύματα της εποχής ξεκίνησαν από «ανεπίσημη κρούση» και έφτασαν στο «ο Κόκκαλης πήγε στην Ελούντα, όπου κάνει διακοπές, να τον συναντήσει και να αποσπάσει την υπογραφή του». Θρυλείται μάλιστα ότι είχαν τυπωθεί και χιλιάδες φανέλες με το όνομά του, οι οποίες φυσικά δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, μια και ο Φίγκο τελικά πήγε στην Ιντερ, όπου και έκλεισε την καριέρα του το 2009.
Χατέμ Μπεν Αρφα
Το «βασανάκι» πολλών χρόνων. Οι επαφές ξεκίνησαν το 2010, όταν αγωνιζόταν ακόμα στη Μαρσέιγ, στα 23 του, αλλά δεν ευοδώθηκαν ποτέ διότι, όπως λέγεται, ο Ζίκο, τότε προπονητής του Ολυμπιακού, δεν τον ήξερε καλά και ήθελε να μάθει περισσότερα πράγματα για να συμφωνήσει και ο μικρός Γαλλοτυνήσιος μάγος δεν τα σηκώνει αυτά. Ανάλογη κατάληξη είχαν και οι επαφές που έγιναν το 2018 και το 2019 για έναν παίκτη που, η αλήθεια είναι, ότι ως μέγας «κορδελάκιας» ήταν γεννημένος για να παίξει στον Ολυμπιακό.
Ροναλντίνιο
Αφού πέρασε η πρώτη φάση της «Τσακιάδας» το 2011, όπου κάθε δυο μέρες ο Βραζιλιάνος ερχόταν στον Παναθηναϊκό, το 2015 ήρθε η ώρα. Ο 35χρονος Ροναλντίνιο είχε αποφασίσει να φύγει από τη μεξικανική Κερετάρο και ο μάνατζερ-αδερφός του ψαχνόταν να βρει την καλύτερη πρόταση. Ο Ολυμπιακός μπήκε στο παιχνίδι, γνωρίζοντας και την αδυναμία του Ροναλντίνιο στη μαγική τριπλέτα Βέρτη-Ρέμου-Σεφερλή, όμως τελικά ο Βραζιλιάνος αποφάσισε να μη γυρίσει στην Ευρώπη, αλλά να υπογράψει στη Φλουμινένσε. Την τρέλα της εποχής περιγράφει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο, το αξεπέραστο πρωτοσέλιδο «Τώρα παρακαλάει ο Ροναλντίνιο».
ΥΓ.: Ναι Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο, Κλοντ Μακελελέ, Ρομπίνιο, Νενέ, Σόνι Αντερσον, Νικολά Ανελκά, Φερνάντο Μοριέντες, Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, Ιβιτσα Ντραγκουτίνοβιτς, Κιμ Κάλστρομ, Πασκάλ Σιγκάν, Κάρλος Σάντσες, Ντούντα, Μίλαν Γιοβάνοβιτς, Πάμπλο Αϊμάρ, Φαμπρίτσιο Κολοτσίνι, Μάριο Γέπες, Ρόκε Ζούνιορ, Ντιέγκο Λουγκάνο, Τόμας Ουιφαλούσι, Αντρές Ντ’ Αλεσάντρο, Τόμας Ροζίτσκι, Ματέγια Κέζμαν, Χαβιέρ Πορτίγιο, Τζον Κάριου και οι υπόλοιποι. Φυσικά σας φορέσαμε κι εσάς στη φαντασία μας την ερυθρόλευκη φανέλα αλλά, ως γνωστόν, «παρακαλετή διαπραγμάτευση, ξινή μεταγραφή» (βλέπε για παράδειγμα Ζάχοβιτς), οπότε καλύτερα που μείναμε μακριά κι αγαπημένοι!

