Δεν ξέρω αν η Βραζιλία θα φτάσει ψηλά στο φετινό Μουντιάλ, αν θα είναι ανταγωνιστική μέχρι τέλους, αν θα προχωρήσει όλο τον δρόμο μέχρι τον τελικό, αν θα το κατακτήσει – δεν είναι το γκράντε φαβορί της διοργάνωσης, όπως δεν είναι γενικά τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν άλλες ομάδες που μοιάζουν πιο ποιοτικές, πιο «γεμάτες», με καλύτερο δυναμικό, με δομή, με δυναμική, με φόρα: οι Γάλλοι, οι Αργεντινοί, οι Ισπανοί, μοιάζουν να έχουν προβάδισμα. Και παραδοσιακά, όπως συμβαίνει σε κάθε διοργάνωση, κάποιο αουτσάιντερ θα ξεπεταχτεί, κάποιος ή κάποιοι θα κάνουν την έκπληξη και θα ζήσουν το όνειρό τους.
Αλλά η Βραζιλία είναι το ποδόσφαιρο το ίδιο. Είναι η καρδιά και η ψυχή του – όποιοι και αν φορούν τη φανέλα της, όποιος προπονητής κι αν κάθεται στον πάγκο της. Είναι η χαρά του παιχνιδιού, είναι τα ξυπόλυτα παιδιά στις φαβέλες που κλωτσούν μια μπάλα, είναι η τραγωδία του «Μαρακανάτσο», είναι ο θρίαμβος της ομάδας του Πελέ, είναι ο Γκαρίντσα, ο Ρομάριο, ο Μπεμπέτο, ο Ριβάλντο, ο Ρονάλντο. Είναι ο Κακά, ο Ρομπέρτο Κάρλος και ο Καφού. Είναι ο Ροναλντίνιο, ο Νεϊμάρ και ο Βινίσιους. Είναι το jogo bonito, οι ποδιές, οι ντρίπλες, μια άλλη φιλοσοφία ζωής που όσο κι αν εξευρωπαϊστηκε, όσο κι αν έκανε «εκπτώσεις» και συμβιβασμούς ώστε να ανταγωνιστεί τα συστήματα, τις τακτικές και την πειθαρχία των σοβαρών ευρωπαϊκών ομάδων, έχει στο ποδοσφαιρικό της DNA μια λατρεία για το παιχνίδι που δεν έχει κανένας άλλος.
Η Βραζιλία με έκανε (εμένα και πολλούς ακόμη πιτσιρικάδες) να αγαπήσω την μπάλα στη δεκαετία του ’80. Η πρώτη ομάδα που αγόρασα στο «Σουμπούτεο», ήταν η Σάντος. Τα πρώτα χαρτάκια της Πανίνι που κόλλησα ευλαβικά στο άλμπουμ της, σαν να κολλούσα τον χάρτη του θησαυρού, ήταν αυτά των Βραζιλιάνων. «Σκοτείνιαζα» πάντα με τα σκυθρωπά τους πρόσωπα μετά μια αποτυχία. Ενιωθα σαν να συμμετέχω στη χαρά τους και στη σάμπα που χόρευαν ύστερα από κάθε γκολ. Δάκρυσα με την επιστροφή του Ρονάλντο μετά τους τραυματισμούς του και ψάχνω ακόμη να βρω τι ακριβώς του συνέβη στον τελικό του 1998. Θεωρώ αξεπέραστα τα χτυπήματα φάουλ του Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, ζηλεύω που ο Ριβάλντο έπαιξε σε Ολυμπιακό και ΑΕΚ και όχι στην ομάδα μου, τον Παναθηναϊκό, καμάρωσα ωστόσο που είδα με τα πράσινα τον μεγάλο αρχηγό Ζιλμπέρτο Σίλβα.
Η Βραζιλία είναι η χαρά της ζωής. Και με τον Κάρλο Αντσελότι στον πάγκο της, ίσως ήρθε η ώρα η ιταλική ταραντέλα να συναντήσει τη βραζιλιάνικη μπόσα νόβα και να μας χαρίσουν ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό χορευτικό καλοκαίρι.

