Οσοι προσπαθούν να αναλύσουν τη φετινή επιτυχία της ΑΕΚ, την επιμερίζουν σε προπονητή – παίκτες – Ριμπάλτα – διοίκηση. Λογικό είναι: το ποδόσφαιρο μοιάζει με μια αλυσίδα, όπου όλοι οι κρίκοι πρέπει να είναι στη θέση τους και να επικοινωνούν ο ένας με τον άλλον χωρίς «σκουριές» και χωρίς «ρωγμές»: η διοίκηση έκανε το χρέος της παίρνοντας τους παίκτες που της ζητήθηκαν και ανανεώνοντας αυτούς που «έπρεπε» να μείνουν. Ο Χαβιέ Ριμπάλτα έφερε τον Νίκολιτς και τους παίκτες που (του) ζητήθηκαν, ο Νίκολιτς έφτιαξε ένα μικρό, ευέλικτο και αποτελεσματικό γκρουπ παικτών οι οποίοι έφτασαν μέχρι το πρωτάθλημα Ελλάδας και αρκετά μακριά στο League και οι παίκτες κατάλαβαν όσα τους ζήτησε ο προπονητής και ανταποκρίθηκαν σχεδόν στον τέλειο βαθμό – ακόμα κι όταν τον Γενάρη, η μεταγραφή Βάργκα έφερε νέα δεδομένα και ουσιαστικά αλλαγή συστήματος, η αφομοίωση των καινούργιων πραγμάτων έγινε άμεσα, χωρίς χαμένο χρόνο και πεταμένους βαθμούς.
Σπάζοντας στερεότυπα
Ο Νίκολιτς είχε εμπειρία πρωταθλητισμού στην καριέρα του, είχε πάρει πρωταθλήματα πριν έρθει στην Ελλάδα, αλλά δεν είχε καμία προϋπηρεσία στη χώρα μας – και αυτό είναι το πρώτο στερεότυπο που έσπασε η επιτυχία του. Συνηθίζουμε να ακούμε και να λέμε ότι ο προπονητής που θα έρθει σε κάποια από τις ομάδες μας, καλό θα ήταν να έχει μια κάποια γνώση της ελληνικής πραγματικότητας. Να έχει δουλέψει κάποτε στα μέρη μας, να γνωρίζει τον ψυχισμό μας, την «τρέλα μας», την «ψύχωση» που κουβαλάμε για το πρωτάθλημα. Ο Νίκολιτς δεν ήξερε τίποτα απ’ όλα αυτά – ήξερε απλά πώς να κάνει τη δουλειά του. Με «μαστίγιο και καρότο» ή μερικές φορές με «μαστίγιο» σκέτο, επέβαλε τον δικό του νόμο στα αποδυτήρια, κράτησε το επίπεδο πειθαρχίας «στο κόκκινο» σαν γυμνασιάρχης σε ταινία του Φίνου, παίνευε τους παίκτες του σπάνια αλλά εξίσου σπάνια τους «έβγαλε στη σέντρα». Αποτέλεσμα; Σκληρή δουλειά, σχεδόν μηδενικές διαρροές των όσων λέγονταν και γίνονταν στα αποδυτήρια και αποτελέσματα που «έθρεψαν» την ΑΕΚ και την έκαναν στην πορεία να παίζει ολοένα και καλύτερο ποδόσφαιρο.
Δεν θέλει χρόνο, θέλει τρόπο
Ο Νίκολιτς πήρε πρωτάθλημα στην πρώτη του χρονιά στην ΑΕΚ και την Ελλάδα – και αυτό είναι ένα δεύτερο μεγάλο στερεότυπο που γκρέμισε. Για όλους αυτούς που λένε ή λέμε εμείς για λογαριασμό τους ότι «θέλουν χρόνο να μάθουν την ομάδα, να προσαρμοστούν και θα περάσουν τη φιλοσοφία τους στους παίκτες», ο Νίκολιτς έκανε ταχύρρυθμα μαθήματα από την πρώτη εβδομάδα προπονήσεων και οι παίκτες του ρούφηξαν τη γνώση σαν σφουγγάρια. Οταν ανέλαβε, υπήρχε ένα ρόστερ που είχε ποιότητα, αλλά είχε και χτυπητές ελλείψεις. Οι περισσότεροι είχαν πάρει πρωτάθλημα πριν από μερικά καλοκαίρια αλλά προέρχονταν από μια μεγάλη αναταραχή με τα μένω–φεύγω του Αλμέιδα μέσα στη σεζόν, τη βαριά ήττα–μαχαιριά από τον Ολυμπιακό και την ολική κατάρρευση στα play-off με το «0 στα 6». Ο Νίκολιτς δεν ζήτησε χρόνο – ζήτησε συγκεκριμένους παίκτες. Δεν έψαξε για δικαιολογίες – έψαξε για άμεσες λύσεις. Πόνταρε στους πιο πνευματικά ανθεκτικούς παίκτες που βρήκε, τους «μπόλιασε» με παίκτες που είχαν τα χαρακτηριστικά που ήθελε εκείνος (Ρέλβας, Μαρίν, Γιόβιτς κ.λπ.) και ρίχτηκε στην ευρωπαϊκή μάχη για να μην ξεκινήσει τη θητεία του στην ομάδα με ένα ευρωπαϊκό στραπάτσο.
Τι «πρέπει» και τι όχι
Για όλους τους παραπάνω λόγους και άλλους τόσους, ο Νίκολιτς είναι η επιτομή της επιτυχίας – τόσο πολύ, που η κουβέντα στον Παναθηναϊκό είναι ότι «πρέπει να βρει τον δικό του Νίκολιτς». Εναν προπονητή δηλαδή ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να έχει εργαστεί στην Ελλάδα, δεν θα ψάξει για δικαιολογίες, δεν θα ζητήσει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα, δεν θα ζητήσει δέκα μεταγραφές 11άδας. Διότι ύστερα από 16 χρόνια «ανομβρίας», ο Παναθηναϊκός δεν έχει την πολυτέλεια να πετάξει ακόμα μια χρονιά στα σκουπίδια με πλάνα που «θα φανερωθούν ύστερα από 2 χρόνια» ή με πρότζεκτ που «θα χρειαστούν χρόνο και υπομονή για να πετύχουν». Και το θέμα δεν είναι μόνο ποιος θα έρθει, αλλά και ποιος θα τον διαλέξει και με τι είδους κριτήρια. Διότι το βιογραφικό, όπως φάνηκε με τις περιπτώσεις Μπενίτεθ και Τερίμ, δεν αρκεί. Η φιλοδοξία ή η καλή δουλειά στην Ιβηρική, επίσης δεν εγγυάται αποτελέσματα, όπως συνέβη με Αλόνσο και Βιτόρια. Χρειάζεται σίγουρα τύχη, τόσο στην επιλογή του προπονητή όσο και στα πρώτα αποτελέσματα της ομάδας, που μπορούν να «φτιάξουν» ή να χαλάσουν κι άλλο το κλίμα στην ομάδα, αλλά πάνω από την τύχη και τη μεταφυσική, χρειάζεται ένα καλό «ξεσκόνισμα» του χαρακτήρα, του βιογραφικού, του τρόπου παιχνιδιού και του winning spirit που (πρέπει να) έχει ο επόμενος προπονητής. Και είναι σημαντικό να δούμε, ποιος από τους Μπαλντίνι, Κορόνα, Κοτσόλη, θα πάρει την τελική ευθύνη και θα πιστωθεί ή θα χρεωθεί την επιλογή αυτή.

