Σύμβολο αθλητισμού και πολιτικής αντίστασης

5' 29" χρόνος ανάγνωσης

Εχουν συμπληρωθεί 60 χρόνια από την επεισοδιακότερη νύχτα της ζωής του και σε δύο μήνες συμπληρώνονται 15 χρόνια από τον θάνατό του. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το όνομα του Μορίς Ρισάρ ανασύρει πολλές αναμνήσεις. Πρόκειται για τον «θρύλο» του χόκεϊ επί πάγου που χώρισε μια ήδη διχασμένη κοινωνία αλλά και που άφησε το στίγμα του στα παγοδρόμια των ΗΠΑ και του Καναδά.

Ο Μορίς Ρισάρ γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1921 στο Μόντρεαλ. Ο πατέρας του, Ονεσίμ και η μητέρα του, Αλίς, είχαν άλλα επτά παιδιά και πριν μετακομίσουν στο Μόντρεαλ ζούσαν στο Κεμπέκ. Ο Ονεσίμ Ρισάρ ήταν ξυλουργός και πάσχιζε να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Μετά το οικονομικό κραχ του 1929 η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη και από το 1930 μέχρι το 1936 οι Ρισάρ ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ηδη, στα χρόνια της ύφεσης ο Μορίς είχε δείξει μεγάλη αγάπη για το μπέιζμπολ και το μποξ. Συνήθιζε, όμως, να κάνει και πατινάζ στα παγωμένα ποτάμια και τις λίμνες κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Κάπως έτσι, ξεκίνησε η ενασχόλησή του με το χόκεϊ. Κάνοντας το χόμπι του, προβιβάστηκε από τις ομάδες της γειτονιάς στα τοπικά πρωταθλήματα, αλλά στα 16 του αποφάσισε πως το μέλλον του δεν βρίσκεται στον πάγο ή τα γράμματα, αλλά στο ξύλο. Εγκατέλειψε το σχολείο για να φοιτήσει σε μια τεχνική σχολή και να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Παράλληλα, όμως, συνέχισε την ερασιτεχνική του ενασχόληση με το χόκεϊ.

Τα πρώτα δείγματα τα έδωσε στη Βέρντεν Μέιπλ Λιφς με την οποία, όντας μόλις 18 χρόνων, αγωνίστηκε σε 14 αγώνες σκοράροντας 10 φορές! Οι επιδόσεις του έφεραν και την πρώτη μεταγραφή στη θυγατρική ομάδα των Μόντρεαλ Κανάντιενς, το 1940. Στο πρώτο του παιχνίδι υπέστη κάταγμα στον αστράγαλο, ένας τραυματισμός που ίσως να του έσωσε τη ζωή, αφού όταν κλήθηκε να πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κρίθηκε ακατάλληλος λόγω του τραυματισμού του.

Η επόμενη σεζόν έδωσε την καταλληλότερη απάντηση στις επαγγελματικές του ανησυχίες. Παρά τον νέο του σοβαρό τραυματισμό (κάταγμα στον καρπό) πρόλαβε να σκοράρει 10 φορές σε 37 παιχνίδια, επίδοση που του χάρισε ένα καλό επαγγελματικό συμβόλαιο στην ομάδα των Κανάντιενς. Ξεκίνησε εντυπωσιακά αλλά έπειτα από 16 εμφανίσεις και 5 γκολ η πορεία του σταμάτησε, αφού έσπασε το πόδι του. Ο νέος του τραυματισμός έφερε και τις πρώτες αμφιβολίες για το αν μπορεί να παίξει σε υψηλό επίπεδο από τη στιγμή που ήταν τόσο εύθραυστος. Ηταν 21 ετών και είχε σπάσει δύο φορές το πόδι του και μία τον καρπό του. Ενδιάμεσα είχε απορριφθεί και δεύτερη φορά από τον στρατό, αφού νέες εξετάσεις έδειξαν πως ο αστράγαλος του δεν είχε επουλωθεί σωστά, με αποτέλεσμα να παραμείνει μόνιμα παραμορφωμένος.

Ενιωθε έτοιμος να τα παρατήσει μέχρι που ένα γεγονός άλλαξε την ψυχολογία του. Η γέννηση της κόρης του, του έδωσε δύναμη. Τη σεζόν 1943-44 άλλαξε το νούμερο 15 που είχε στην πλάτη, πήρε το 9 (επειδή η κόρη του είχε γεννηθεί 9 λίμπρες) και αναγέννησε την καριέρα του. Οδήγησε την ομάδα του στο πρώτο της πρωτάθλημα έπειτα από 13 χρόνια, ενώ την επόμενη σεζόν σημείωσε ένα πρωτοφανές ρεκόρ. Σε 50 παιχνίδια της κανονικής περιόδου σκόραρε 50 φορές και σε έξι των πλέι οφ σημείωσε ισάριθμα τέρματα! Το ρεκόρ αυτό παραμένει μοναδικό, αφού έκτοτε όσοι παίκτες κατάφεραν να σκοράρουν πάνω από 50 τέρματα σε μια περίοδο χρειάστηκαν περισσότερα από 50 παιχνίδια.

Η νύχτα της 17ης Μαρτίου 1955

Ο Ρισάρ χρόνο με τον χρόνο γινόταν ο απόλυτος σταρ του πρωταθλήματος χόκεϊ (NHL). Για τους γαλλόφωνους του Καναδά που τους θεωρούσαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ήταν ένας μικρός «ήρωας» γεγονός που δεν άρεσε και τόσο πολύ στον πρόεδρο της λίγκας, Κλάρενς Κάμπελ. Οι δυο τους είχαν μία άτυπη κόντρα η οποία κορυφώθηκε το 1955.

Στις 13 Μαρτίου σε ένα παιχνίδι με τη Βοστώνη, ο Ρισάρ δέχθηκε ένα γερό χτύπημα από έναν αντίπαλό του, ανταποδίδοντας άμεσα με μία γροθιά τόσο σε αυτόν όσο και στον διαιτητή που έσπευσε να τους χωρίσει. Ο Κάμπελ βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό και απέκλεισε τον Ρισάρ από το υπόλοιπο της κανονικής περιόδου και τα πλέι οφ. Καμία, όμως, τιμωρία δεν επεβλήθη στον αγγλόφωνο αντίπαλό του. Η απόφαση αυτή εξαγρίωσε τους φιλάθλους του Μόντρεαλ. Για τους αγγλόφωνους του Καναδά ήταν μια δίκαιη απόφαση. Τέσσερις μέρες αργότερα (17/3), το παιχνίδι των Κανάντιενς με τους Ρεντ Γουίνγκς του Ντιτρόιτ, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία διαμαρτυρίας. Το Μόντρεαλ Φόρουμ είχε γεμίσει ασφυκτικά και «εξερράγη» στη θέα του Κάμπελ που είχε πάει να παρακολουθήσει το παιχνίδι. Λαχανικά, αβγά και διάφορα αντικείμενα εκτοξεύτηκαν εναντίον του, ενώ ένας φίλαθλος τον πλησίασε και επιχείρησε να τον χτυπήσει. Λίγο μετά, ένα δακρυγόνο «έσκασε» δίπλα στον πρόεδρο της λίγκας ο οποίος φυγαδεύτηκε άρον άρον.

Το εξαγριωμένο κοινό βγήκε από το γήπεδο, όπου βρίσκονταν διαδηλωτές στον περιβάλλοντα χώρο και με ενωμένες τις δυνάμεις του, περίπου 20.000 άτομα, επιδόθηκαν σε έναν πόλεμο κατά πάντων. Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες έσπαγαν και έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, γεγονός που οδήγησε σε περίπου 100 συλλήψεις, 40 τραυματισμούς και ζημιές μεγάλης αξίας.

Οι λεπτές γραμμές μιας διχασμένης κοινωνίας

Οι ταραχές που ξέσπασαν ήταν κάτι παραπάνω από μία σύρραξη στο πλαίσιο ενός αθλητικού γεγονότος. Εφεραν στην επιφάνεια έναν εμφύλιο πόλεμο που ακόμα ταλανίζει την κοινωνία του Καναδά. Ο Ρισάρ κατηγορήθηκε πως δεν έκανε κάτι για να κατευνάσει το πλήθος, αλλά όπως δήλωσε ο ίδιος την επόμενη μέρα, δεν επενέβη για να μην το εξαγριώσει περισσότερο. Το γεγονός πήρε τεράστιες διαστάσεις, με ορισμένους να υποστηρίζουν πως ο Καναδάς είναι καταδικασμένος να ισορροπεί για πάντα στις λεπτές γραμμές της πολυπολιτισμικότητάς του, ενώ κάποιοι θέλησαν να υποβαθμίσουν όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Εριξαν το βάρος στον Ρισάρ, τονίζοντας πως αυτός κρατά το γεγονός στην επιφάνεια για να μην εξαφανιστεί ποτέ το όνομά του από την επικαιρότητα. Πλέον, ο Μορίς Ρισάρ από διάσημος παίκτης του χόκεϊ είχε γίνει σύμβολο πολιτικής αντίστασης.

Οταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, το 1960, κατέλαβε θέση στη διοίκηση των Κανάντιενς αλλά γρήγορα αποχώρησε όταν κατάλαβε ότι ο ρόλος του ήταν περισσότερο διακοσμητικός, παρά ενεργός. Στα επόμενα χρόνια οι σχέσεις του με την ομάδα χειροτέρεψαν σε σημείο που ο ίδιος να μη θέλει να συνδέουν το όνομά του με τον σύλλογο που υπηρέτησε για περίπου 20 χρόνια.

Το 1972 επιχείρησε ένα προπονητικό βήμα, αλλά άντεξε μόλις δύο αγώνες στον πάγκο της Κεμπέκ Νορντίκ με την οποία σημείωσε μία νίκη και μία ήττα. Οπως παραδέχθηκε ο ίδιος, δεν μπορούσε να διαχειριστεί την πίεση αυτής της θέσης. Αντίθετα, διαχειρίστηκε εξαιρετικά τον κόσμο του μάρκετινγκ, «πουλώντας» το όνομά του σε κάθε είδους καταναλωτικό προϊόν. Από είδη ένδυσης μέχρι τασάκια.

Το 1998 διεγνώσθη με καρκίνο, ενώ στους τελευταίους μήνες της ζωής του, πριν αποβιώσει στις 27 Μαΐου 2000, υπέφερε από Πάρκινσον αλλά και Αλτσχάιμερ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT