Ισως είναι ο πρώτος σκόρερ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ισως είναι ο κορυφαίος παίκτης που ανέδειξε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Ισως είναι ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία του αθλήματος. Αυτός που, ίσως, δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι ο Aρτουρ Φρίντενραϊχ. Ενας ποδοσφαιριστής που μεσουράνησε τις δεκαετίες του 1910 και του 1920 στα γήπεδα της Βραζιλίας και ήταν ο πρώτος «σταρ» της εποχής, έστω κι αν ποτέ δεν απέκτησε τη φήμη ή τα χρήματα των μεταγενέστερων συμπατριωτών του.
Γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1892 στο Σάο Πάουλο και, λένε, ότι το σπίτι του ήταν στη διασταύρωση των οδών Βικτόρια (νίκη) και Τρίουνφο (θρίαμβος). Ο πατέρας του, Οσκαρ, ήταν Γερμανός μετανάστης και η μητέρα του, Ματθίλδη, ήταν Αφροβραζιλιάνα πλύστρα. Η βραζιλιάνικη κοινωνία ως ένα «χωνευτήρι» πολιτισμών είχε έντονες ταξικές διαφορές. Οι Πορτογάλοι κατακτητές, οι Ευρωπαίοι μετανάστες και οι ιθαγενείς, συνέθεταν ένα ιδιόμορφο κοινωνικό τοπίο, το οποίο -ως συνήθως για την εποχή- είχε τους μαύρους ως τελευταίο τροχό της αμάξης. Το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα ένα προνόμιο των ευγενών. Οι ομάδες απαρτίζονταν μόνο από λευκούς παίκτες και στο γήπεδο συνέρρεαν κοστουμαρισμένοι άντρες και γυναίκες με φανταχτερά φορέματα για να παρακολουθήσουν τους αγώνες.
Το ποδοσφαιρικό (και όχι μόνο) μέλλον του μιγά Φρίντενραϊχ σε ένα τέτοιο περιβάλλον φαινόταν προδιαγεγραμμένο. Το σκουρόχρωμα δέρμα του ήταν ανασταλτικός παράγοντας, ωστόσο, δεν αποτέλεσε αδιαπέραστο εμπόδιο. Οι υπεύθυνοι έκαναν τα… στραβά μάτια, αφού ο Φρίντενραϊχ είχε αρκετά ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Είχε μεγάλα πράσινα μάτια, φρόντιζε να έχει πάντα περιποιημένα και ίσα τα μαλλιά του, ενώ -ως μιγάς- διέφερε από τους μαύρους συμπατριώτες του.
Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο το 1909 στη «Γερμανία», μια ομάδα που είχε συγκροτηθεί από Γερμανούς μετανάστες, όπως ο πατέρας του. Εκεί, άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του, σκοράροντας ακατάπαυστα. Σταδιακά, άρχισε να κεντρίζει το ενδιαφέρον μεγαλύτερων συλλόγων της Βραζιλίας, όπως η Ιπιράγκα και η Παουλιστάνο. Φημολογείται πως ο Φρίντενραϊχ, πριν από κάθε παιχνίδι, προτού βγει στον αγωνιστικό χώρο, ξόδευε αρκετό χρόνο στα αποδυτήρια, προσπαθώντας να κάνει το πρόσωπό του πιο άσπρο! Κάποιοι ιστορικοί έχουν αναφέρει πως αυτή η τακτική ήταν γνώριμη εκείνη την εποχή και, πως, πολλοί μαύροι ποδοσφαιριστές τοποθετούσαν στο πρόσωπο και το σώμα τους αλεύρι για να φαίνονται πιο λευκοί.
Στα 22 του χρόνια, το 1914, ο Φρίντενραϊχ έγινε μέλος της Εθνικής Βραζιλίας και ήταν παρών στον πρώτο επίσημο αγώνα της «σελεσάο» απέναντι στην Εξετερ Σίτι από την Αγγλία. Μετά τη νίκη με 2-0 ο ίδιος αποχώρησε από το γήπεδο έχοντας δύο σπασμένα δόντια εξαιτίας των δυνατών χτυπημάτων από τους αντιπάλους. Το πάθος του, ο δυναμικός του χαρακτήρας αλλά και η εμφάνισή του, του απέφεραν το προσωνύμιο «τίγρης». Το ύψος του δεν ξεπερνούσε τα 1,72 και τα κιλά του μετά βίας έφθαναν τα 60. Η ταχύτητά του, οι ντρίμπλες του, ο τρόπος που ξεπερνούσε τους αντιπάλους του τον έκαναν να θυμίζει «χορευτή», όπως ανέφεραν όσοι τον είχαν απολαύσει διά ζώσης. Επίσης, θεωρείται πως συνέβαλε στην αλλαγή του τότε διαδεδομένου συστήματος «WM» στο οποίο κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν οι μακρινές μπαλιές από την άμυνα προς την επίθεση, στην οποία υπήρχαν πέντε παίκτες. Με τον Φρίντενραϊχ χρειάζονταν λιγότεροι…
Ενα γκολ στη… βιτρίνα
O Φρίντενραϊχ βρέθηκε στο απόγειο της δόξας του το 1919, όταν με δικό του γκολ η Βραζιλία επικράτησε με 1-0 της Ουρουγουάης και κατέκτησε το Κύπελλο Νότιας Αμερικής (το σημερινό Κόπα Αμέρικα). Την επόμενη μέρα το παπούτσι με το οποίο επετεύχθη το γκολ, κοσμούσε τη βιτρίνα κοσμηματοπωλείου του Ρίο ντε Τζανέιρο με την επιγραφή «Το δοξασμένο παπούτσι του Φρίντενραϊχ». Σιγά σιγά έσπαγε τα δεσμά των φυλετικών διαχωρισμών στη χώρα του. Οχι για πολύ, όμως, αφού κάποιες καταστάσεις ήταν δύσκολο να αλλάξουν. Το Κόπα Αμέρικα του 1921 προγραμματίστηκε να διεξαχθεί στην Αργεντινή και η απόφαση ήταν σοκαριστική: μόνο λευκοί παίκτες θα έπαιρναν μέρος στη διοργάνωση.
O Φρίντενραϊχ έμεινε εκτός αποστολής και η απόφαση αυτή αποτέλεσε σημείο – σταθμό για το ποδόσφαιρο. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν έφεραν σταδιακά την αλλαγή της νοοτροπίας απέναντι στους μαύρους ποδοσφαιριστές. Αλλωστε, εκείνοι ήταν αυτοί που πρωταγωνιστούσαν στο «jogo bonito» (όμορφο παιχνίδι) της Βραζιλίας.
Η φήμη του Φρίντενραϊχ ήταν δυσανάλογη των οικονομικών απολαβών του, αφού μέχρι το 1918 το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία ήταν ερασιτεχνικό, ενώ και μετά τα χρήματα ήταν λίγα. Ο ίδιος, πάντως, είχε μια σχετικά καλή ζωή, ήταν πάντα καλοντυμένος, έπινε ακριβή μπίρα και γαλλικό μπράντι, ενώ το όνομά του ήταν διαδεδομένο στη νυχτερινή ζωή του Ρίο. Ενας τρόπος για να κερδίζουν επιπλέον χρήματα οι ποδοσφαιριστές ήταν η διοργάνωση φιλικών αγώνων έναντι αμοιβής. Το 1927 η ομάδα του η Παουλιστάνο βρέθηκε στην Ευρώπη, με τον Φρίντενραϊχ να θαμπώνει τους πάντες με την απόδοσή του, σκοράροντας 11 γκολ σε οκτώ αγώνες. Οσοι κινήθηκαν για την απόκτησή του αποθαρρύνθηκαν από την ηλικία του, καθώς ήταν ήδη 35 ετών.
Η «διαμάχη» με τον Πελέ και το άδοξο τέλος
O Aρτουρ Φρίντενραϊχ συνέχιζε να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο μέχρι τα 43 του χρόνια, όταν έκλεισε την καριέρα του, στη Φλαμένγκο το 1935. Δέκα χρόνια πριν είχε απομακρυνθεί από την Εθνική Βραζιλίας. Για επτά χρονιές κατέκτησε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ του πρωταθλήματος, ακατάρριπτο ρεκόρ που δεν «έσπασε» ούτε από τον Πελέ. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν η μοναδική κόντρα των δύο θρύλων του ποδοσφαίρου.
Σύμφωνα με τον οργανισμό που είναι αφιερωμένος στη συλλογή στατιστικών στοιχείων (RSSSF) ο Πελέ από το 1956 έως το 1977 αγωνίστηκε σε 1.366 αγώνες, σκοράροντας 1.281 γκολ, τα οποία τον φέρνουν στην πρώτη θέση των σκόρερ παγκοσμίως. Ωστόσο, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς και στατιστικολόγους ο Φρίντενραϊχ έχει αγωνιστεί σε 1.239 αγώνες και έχει σκοράρει 1.329 φορές! Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται τόσο από το RSSSF όσο και από τους θαυμαστές του Πελέ που υποστηρίζουν ότι τα νούμερα είναι… ανάποδα. Δηλαδή, ο Φρίντενραϊχ αγωνίστηκε σε 1.329 αγώνες και σκόραρε 1.239 γκολ. Τα ακριβή στατιστικά του τα κρατούσαν δύο άνθρωποι: ο πατέρας του και ο καλύτερός του φίλος και συμπαίκτης, Μάριο ντε Αντράντε. Μυστηριωδώς αυτά τα στοιχεία εξαφανίστηκαν μετά τον θάνατο του Αντράντε στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Οι δημοσιογράφοι της εποχής που ήθελαν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο αναζήτησαν αξιόπιστες πηγές για τον Φρίντενραϊχ, ώσπου η έρευνα, τους οδήγησε στον ίδιο τον πρώην αστέρα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου! Οταν οι δημοσιογράφοι άρχισαν να τον ρωτούν για τα παλαιά κατορθώματά του, εκείνος τους κοιτούσε απαθώς και το μόνο που έκανε ήταν να τρίβει τα χέρια του στα γεμάτα από μπριγιαντίνη μαλλιά του.
Υπέφερε από άνοια και όχι μόνο δεν μπορούσε να αναπολήσει τις στιγμές δόξας που είχε ζήσει, αλλά δεν θυμόταν πλέον ούτε το όνομά του…
Απεβίωσε, σε ηλικία 77 ετών, στις 6 Σεπτεμβρίου 1969.

