Η είδηση ότι έκλεισε και τυπικά η μετακίνηση του Κώστα Κουλιεράκη από τη Βόλσφμπουργκ στη Ρόμα με ένα ποσό γύρω στα 15 εκατ. ευρώ που μπορεί να φτάσει πολύ ψηλότερα ανάλογα με τα προβλεπόμενα μπόνους, είναι ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα συνεχόμενων μεταγραφών που δείχνουν ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει ξεκάθαρα αλλάξει επίπεδο, με την παραγωγή πολλών ταλέντων ικανών να παίξουν το ρόλο του πρωταγωνιστή σε πολύ καλές ξένες ομάδες και σε καλά πρωταθλήματα.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει πάψει να είναι μονόδρομος η σύνδεση της Ελλάδας με την ξένη αγορά. Το… εμπορικό ισοζύγιο έχει αρχίσει να ισορροπεί και αντί για τη συνηθισμένη εικόνα των προηγούμενων εποχών που οι ομάδες μας μόνο αγόραζαν ξένους παίκτες και σπάνια πωλούσαν, φτάσαμε στο σημείο να μεγαλώνει συνεχώς και με εντυπωσιακό τρόπο η λίστα των Ελλήνων παικτών που περνούν με την αντίθετη φορά τα σύνορα, με υψηλό μεταγραφικό κόστος και μεγάλα συμβόλαια για τους ίδιους.
Οι παλαιότεροι θυμούνται ότι ο πρώτος Ελληνας ποδοσφαιριστής που έπαιξε σε μεγάλο πρωτάθλημα του εξωτερικού ήταν ο Νίκος Αναστόπουλος. Μια εκπληκτική του εμφάνιση σε ένα ματς με την Ιταλία το 1986 τον είχε βάλει στα κιτάπια αρκετών μάνατζερ και τελικά ένα χρόνο αργότερα πέρασε τα σύνορα για να παίξει στην Αβελίνο, με ένα ποσό που μοιάζει πενιχρό με τα τωρινά δεδομένα αλλά εκείνη την εποχή ήταν εξωπραγματικό για τα ελληνικά στάνταρ: ο Ολυμπιακός εισέπραξε 52 εκατ. δραχμές (περίπου 160 χιλ. ευρώ), ενώ ο ίδιος καρπώθηκε πριμ υπογραφής 20 εκατ. δραχμές και μισθό ένα εκατομμύριο δραχμές τον μήνα. Δεν μοιάζουν τώρα με νούμερα που ζαλίζουν αλλά πραγματικά τότε ήταν ποσά–ρεκόρ για το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Το οικονομικό κομμάτι ήταν απλώς ένας κρίκος της ιστορίας. Το πιο σημαντικό ήταν ότι για πρώτη φορά το ποτάμι κύλησε ανάποδα. Σε μια εποχή που οι ξένοι κάθε ομάδας ήταν μόλις δύο και όχι αναρίθμητοι όπως τώρα μετά το άνοιγμα των συνόρων ελέω Μποσμάν, ήταν παράσημο στο πέτο που ένας Ελληνας ποδοσφαιριστής επιλέχθηκε να αγωνιστεί στο (τότε) πιο λαμπερό και πλούσιο πρωτάθλημα του κόσμου, έστω κι αν φόρεσε τη φανέλα της «ταπεινής» Αβελίνο, χωρίς να καταφέρει να βρει μια σταθερή θέση στην ενδεκάδα της. Με μόλις 3 γκολ στο ενεργητικό του, όλα στο Κύπελλο και κανένα στο Καμπιονάτο, ο Αναστόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα την επόμενη περίοδο, με κομμένα φτερά και με τη «ρετσινιά» της αποβολής του στο 54΄ του αγώνα της χρονιάς με την Ιντερ στο Μιλάνο, όπου η ομάδα του ζητούσε μόνο τη νίκη για να μην υποβιβαστεί και παίζοντας με δέκα, μοιραία δεν τα κατάφερε.
Αν και αυτή η εμπειρία δεν ήταν και πολύ ευχάριστη για τον «μουστάκια», ήταν η ιστορικά η πρώτη «εξαγωγή» Ελληνα ποδοσφαιριστή σε ένα κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Περίπου την ίδια εποχή, η πίεση που δεχόταν ο Παναθηναϊκός για τον Σαραβάκο ήταν ασφυκτική, αλλά ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν σήκωνε καν το τηλέφωνο για να απαντήσει στους ουκ ολίγους ενδιαφερόμενους. Πέρασαν έτσι πολλά χρόνια μέχρι να ξαναδούμε Ελληνες παίκτες να παίζουν στο εξωτερικό, σε καλά πρωταθλήματα και καλές ομάδες επιπέδου Premier League: ο Δώνης στην Μπλάκμπερν, ο Ζαγοράκης στη Λέστερ, ο Νταμπίζας στη Νιούκαστλ και τη Λέστερ, ο Γ.Χ. Γεωργιάδης στη Νιούκαστλ, ο Γιαννακόπουλος στην Μπόλτον και τη Χαλ, ο Βασίλης Μπορμπόκης στην Ντέρμπι, ο Ταυλαρίδης στην Αρσεναλ και την Πόρτσμουθ, ο Λάκης στην Κρίσταλ Πάλας, οι Χαλκιάς, Μπασινάς, Γκέκας και Σκοπελίτης στην Πόρτσμουθ, ο Γιώργος Σαμαράς στη Μάντσεστερ Σίτι, ο Κυργιάκος στη Λίβερπουλ και τη Σάντερλαντ, ο Βέλλιος στην Εβερτον, ο Καραγκούνης στη Φούλαμ, ο Μόρας στη Σουόνσι, ο Μαυρίας στη Σάντερλαντ, ο Μήτρογλου στη Φούλαμ, ο Χολέμπας και ο Καρνέζης στη Γουότφορντ, ο Σταφυλίδης στη Στόουκ και στη Φούλαμ, ο Κώστας Κωνσταντινίδης στην Μπόλτον, ο Μαυροπάνος στην Αρσεναλ και τη Γουέστ Χαμ, ο Παπασταθόπουλος στην Αρσεναλ και ο Τσιμίκας στη Λίβερπουλ, ο Γιαννούλης στη Νόριτς, ο Τζόλης στη Νόριτς και τώρα στην Αρσεναλ. Ολοι μαζί συνθέτουν σχεδόν τρεις… ενδεκάδες Ελλήνων ποδοσφαιριστών που έχουν αγωνιστεί τα τελευταία 30 χρόνια στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, με την πλειοψηφία των Ελλήνων φιλάθλων να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός τους και σε πόσο υψηλό επίπεδο αγωνίστηκαν!
Παράλληλα, υπήρξαν κι άλλοι Ελληνες ποδοσφαιριστές που φόρεσαν τη φανέλα σημαντικών ξένων ομάδων και έπαιξαν σε σπουδαία ξένα πρωταθλήματα. Επειδή στην καταμέτρηση θα χαθούν πολλοί, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τον Μαχλά (πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη με τη Φίτεσε) με θητεία στον Αγιαξ και τη Σεβίλλη, τον Ντέμη Νικολαΐδη στην Ατλέτικο Μαδρίτης, τον Δέλλα στη Ρόμα (ο Κουλιεράκης είναι ο 10ος Ελληνας που θα φορέσει τη φανέλα της), τον Μανωλά στη Ρόμα και στη Νάπολη, τον Γεωργάτο στην Ιντερ, τον Καραγκούνη στην Ιντερ, την Μπενφίκα και τη Φούλαμ, τον Αναστασίου στον Αγιαξ και την Αντερλεχτ, τον Γκέκα στην Μπόχουμ, τη Λεβερκούζεν, την Αϊντραχτ, τη Χέρτα, τον Αμανατίδη στη Στουτγάρδη, τον Βρύζα στις Φιορεντίνα, Τορίνο, Θέλτα, τον Βύντρα στη Λεβάντε, τον Ζήκο στη Μονακό, τον Κατσουράνη στην Μπενφίκα, τον Σεϊταρίδη σε Πόρτο, Ντιναμό Μόσχας και Ατλέτικο Μαδρίτης, τον Κυργιάκος στις Ρέιντζερς, Αϊντραχτ, Βόλσφμπουργκ εκτός από τη Λίβερπουλ, τον Λυμπερόπουλο και τον Μάντζιο στην Αϊντραχτ, τον Μήτρογλου στις Μπενφίκα, Μαρσέιγ, Γαλατασαράι εκτός από τη Φούλαμ, τον Τζαβέλα στις Αϊντραχτ και Μονακό, τον Χριστοδουλόπουλο σε Μπολόνια, Βερόνα, Σαμπντόρια, τον Ναλιτζή στις Ουντινέζε και Σπόρτινγκ Λισαβόνας, τον Δημήτρη Παπαδόπουλο στη Θέλτα και την Ντιναμό Ζάγκρεμπ, τον Τοροσίδη στις Ρόμα και Μπολόνια, τον Νίνη στην Πάρμα, τον Κυριάκο Παπαδόπουλο σε Λεβερκούζεν, Λειψία, Αμβούργο, τον Παπασταθόπουλο σε Μίλαν, Ντόρτμουντ, Βέρντερ. Είναι κάποιοι από τους εκατοντάδες Ελληνες παίκτες που αγωνίστηκαν τις τελευταίες 3-4 δεκαετίες σε κορυφαία ξένα πρωταθλήματα.
Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική. Τα τελευταία χρόνια, είναι παραπάνω από 100 οι Ελληνες ποδοσφαιριστές που βγάζουν το ψωμί τους κάθε περίοδο αγωνιζόμενοι έξω από τα σύνορα της χώρας μας, σε ομάδες Α΄ κατηγορίας κυρίως στην Ευρώπη. Γιατί εάν βάλουμε στη λίστα και όσους παίζουν σε χαμηλότερες κατηγορίες, πραγματικά θα χαθεί η μπάλα – ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος. Δημιουργείται έτσι ένα κοντράστ που ελάχιστοι το έχουν συνειδητοποιήσει: ενώ υπάρχει η μόνιμη (και απόλυτα δικαιολογημένη) γκρίνια ότι το ελληνικό πρωτάθλημα έχει χάσει την ψυχή του γιατί αγωνίζονται σ’ αυτό ελάχιστοι Ελληνες παίκτες, ειδικά σε επίπεδο κορυφής, στην Ευρώπη είναι πάρα πολύ μεγάλος ο αριθμός των δικών μας παικτών που αγωνίζονται ως επαγγελματίες σε ξένα πρωταθλήματα. Φυσικά και υπάρχει μια διαβάθμιση καθώς οι περισσότεροι παίζουν σε χαμηλής δυναμικότητας ομάδες, αλλά η παρουσία τους και μόνο είναι ένα ισχυρό αντεπιχείρημα στην άποψη πολλών ότι οι ελληνικές ομάδες στρέφονται στην ξένη αγορά και αγνοούν τη δική μας γιατί δεν τους προσφέρει πολλές και αξιόπιστες λύσεις.
Ενα σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει την ποιοτική άνοδο των Ελλήνων ποδοσφαιριστών είναι ότι οι μεταγραφές τους είναι πια μεταγραφές εκατομμυρίων ευρώ και όχι απλώς μια προσθήκη για να γεμίζει το ρόστερ των ομάδων που τους επιλέγουν. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω για τις μεταγραφές Ελλήνων παικτών σε καλές ομάδες του εξωτερικού, το μεταγραφικό κόστος δεν ήταν υψηλό. Οι περισσότεροι υπέγραφαν ως ελεύθεροι παίκτες με σχετικά μέτρια συμβόλαια, με ρόλο συνήθως συμπληρωματικό και όχι πρωταγωνιστικό. Ακόμα κι όταν η μετακίνησή τους έγινε με μεταγραφή, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που τα νούμερα κυμάνθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο ή τα δικά τους συμβόλαια ξεπερνούσαν τον μέσο όρο των συμπαικτών τους.
Αυτό έχει αλλάξει θεαματικά τα τελευταία χρόνια, με την τάση να είναι συνεχώς ανοδική. Μόνο φέτος, η βελόνα του κοντέρ πάει να σπάσει. Η (πρωταθλήτρια Αγγλίας) Αρσεναλ πλήρωσε σχεδόν 40 εκατ. ευρώ για τον Τζόλη, περίπου 35 εκατ. ευρώ έδωσε η Μπορούσια Ντόρτμουντ για τον Καρέτσα, 15+ η Ρόμα για τον Κουλιεράκη και άλλα τόσα η Χαλ για τον Τζολάκη, ενώ η Μπενφίκα δεν σηκώνει καν το τηλέφωνο για προτάσεις κάτω των 50 εκατ. ευρώ για τον Παυλίδη. Πέρυσι, η Μπράιτον έδωσε παραπάνω από 35 εκατ. ευρώ για τον Κωστούλα και άλλα 27 για τον Τζίμα, η Σπόρτινγκ Λισσαβώνας 22 εκατ. για τον Ιωαννίδη και άλλα 15 για τον Βαγιαννίδη. Ο Μαυροπάνος στοίχισε 25 εκατ. ευρώ στη Γουέστ Χαμ, περίπου τόσα δαπανήθηκαν (δύο φορές) για τη μεταγραφή του Βλαχοδήμου σε Νότιγχαμ και Νιούκαστλ, ενώ παραπάνω από 20 εκατ. ευρώ κόστισε η μεταγραφή του Μανδά από τη Λάτσιο στην Μπρέντφορντ.
Αναλογικά, πολύ ψηλά είχε ανέβει παλαιότερα ο πήχυς για τον Μαχλά, τον Μανωλά, τον Μήτρογλου, τον Ρέτσο ή τον Σάμαρη, αλλά με τα τωρινά δεδομένα, είναι φανερό ότι οι Ελληνες παίκτες έχουν αλλάξει επίπεδο τόσο χρηματιστηριακά όσο και αγωνιστικά. Δεν είναι πια θέμα μόνο ποσότητας, είναι κυρίως θέμα ποιότητας. Το ένα limit up διαδέχεται το άλλο και παρότι είμαστε ακόμα αρκετά μακριά από τα 9ψήφια νούμερα που κοστίζουν οι παίκτες στα ψηλότερα ράφια της αγοράς, είναι φανερό ότι οι Ελληνες ποδοσφαιριστές δεν είναι πλέον απλά πιόνια σε μια ολόχρυση σκακιέρα.

