Στις 27 Ιουλίου 1377, το Μεγάλο Συμβούλιο της Ραγκούζας –της σημερινής πόλης του Ντουμπρόβνικ στην Κροατία– εξέδωσε ένα διάταγμα-ορόσημο στην ιστορία της δημόσιας υγείας. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι όσοι έφθαναν στην πόλη από περιοχές όπου είχε εμφανιστεί πανώλη έπρεπε να παραμένουν απομονωμένοι για τριάντα μέρες προτού τους επιτραπεί η είσοδος. Η απομόνωση των ασθενών δεν ήταν άγνωστη πρακτική ούτε στην αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα· η Ραγκούζα όμως ήταν η πρώτη πόλη που τη μετέτρεψε σε οργανωμένο και υποχρεωτικό μέτρο δημόσιας υγείας για ταξιδιώτες και εμπόρους. Η περίοδος αυτή ονομαζόταν trentina. Λίγες δεκαετίες αργότερα αυξήθηκε στις σαράντα ημέρες –quarantina στα ιταλικά–, δίνοντας τη λέξη «καραντίνα», η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα σε πολλές γλώσσες.
Η απόφαση ελήφθη σε μια εποχή κατά την οποία η Ευρώπη εξακολουθούσε να ζει υπό τη βαριά σκιά του Μαύρου Θανάτου. Η πανώλη, που είχε σαρώσει την ήπειρο μεταξύ 1347 και 1353, είχε προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες δημογραφικές καταστροφές στην ανθρώπινη Ιστορία, αφανίζοντας, σύμφωνα με τις επικρατέστερες εκτιμήσεις, από το ένα τρίτο έως και σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Παρότι το πρώτο μεγάλο κύμα είχε περάσει, η νόσος επανεμφανιζόταν τακτικά, μεταφερόμενη μαζί με ανθρώπους και εμπορεύματα κατά μήκος των εμπορικών δρόμων της Μεσογείου.
Η Ραγκούζα βρισκόταν στην καρδιά αυτού του δικτύου. Από τον 14ο αιώνα είχε εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες ναυτικές και εμπορικές δημοκρατίες της Αδριατικής, αποτελώντας σύνδεσμο ανάμεσα στη δυτική Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο. Η ευημερία της εξαρτιόταν από τη συνεχή άφιξη πλοίων και εμπόρων. Το κλείσιμο του λιμανιού θα έπληττε καίρια την οικονομία της, όμως η ανεξέλεγκτη είσοδος ανθρώπων από περιοχές όπου είχε εκδηλωθεί πανώλη μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου καταστροφική.
Το διάταγμα του 1377 επιχείρησε να συμφιλιώσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες ανάγκες. Αντί να διακόψει το εμπόριο, προέβλεπε ότι όσοι έφθαναν από ύποπτες περιοχές έπρεπε να παραμένουν επί τριάντα μέρες σε προκαθορισμένους χώρους έξω από τα τείχη της πόλης ή σε γειτονικά νησιά, χωρίς καμία επαφή με τους κατοίκους. Μόνο εφόσον δεν εμφάνιζαν σημάδια της νόσου μπορούσαν να εισέλθουν στη Ραγκούζα. Η παραβίαση των κανόνων συνεπαγόταν αυστηρές ποινές, ενώ απαγορευόταν και στους κατοίκους να έρχονται σε επαφή με όσους βρίσκονταν σε απομόνωση.
Οι άνθρωποι της εποχής δεν γνώριζαν φυσικά τα πραγματικά αίτια της πανώλης. Το βακτήριο Yersinia pestis, που μεταδιδόταν κυρίως μέσω ψύλλων οι οποίοι παρασιτούσαν σε αρουραίους, θα ανακαλυπτόταν μόλις το 1894 από τον Αλεξάντρ Γερσέν. Στον Μεσαίωνα η ασθένεια αποδιδόταν σε «μιάσματα», σε δυσμενείς αστρολογικές συγκυρίες ή ακόμη και στη θεία τιμωρία. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία είχε δείξει ότι η αποφυγή της επαφής με ανθρώπους που προέρχονταν από περιοχές όπου επικρατούσε η επιδημία μπορούσε να περιορίσει τη διάδοσή της. Η καραντίνα αποτέλεσε έτσι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αποτελεσματικής πρακτικής που εφαρμόστηκε πολλούς αιώνες πριν η επιστήμη κατανοήσει τον τρόπο μετάδοσης των λοιμωδών νοσημάτων.
Η αρχική περίοδος απομόνωσης των τριάντα ημερών δεν διατηρήθηκε για πολύ. Στα τέλη του 14ου αιώνα αυξήθηκε στις σαράντα ημέρες, διάρκεια που επικράτησε σταδιακά σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Οι λόγοι της επιλογής δεν είναι απολύτως σαφείς. Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι βασίστηκε σε πρακτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον χρόνο επώασης και την εκδήλωση της νόσου, ενώ άλλοι επισημαίνουν τον έντονο συμβολισμό του αριθμού σαράντα στη χριστιανική παράδοση – από τον Κατακλυσμό και την πορεία των Ισραηλιτών στην έρημο έως τη νηστεία του Χριστού και τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Το παράδειγμα της Ραγκούζας δεν άργησε να βρει μιμητές. Η Βενετία, που αντιμετώπιζε ανάλογους κινδύνους λόγω της έντονης ναυτιλιακής της δραστηριότητας, δημιούργησε τον 15ο αιώνα τα πρώτα μόνιμα λοιμοκαθαρτήρια (lazzaretti), ειδικές εγκαταστάσεις στις οποίες παρέμεναν σε απομόνωση ταξιδιώτες, πληρώματα και εμπορεύματα πριν τους επιτραπεί η είσοδος στην πόλη. Σταδιακά, αντίστοιχα μέτρα υιοθετήθηκαν από τη Γένοβα, τη Μασσαλία και πολλά ακόμη ευρωπαϊκά λιμάνια, διαμορφώνοντας ένα από τα πρώτα οργανωμένα συστήματα δημόσιας υγείας. Περισσότερο από έξι αιώνες αργότερα, η καραντίνα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του περιορισμού εξάπλωσης ασθενειών.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

