Η ψυχραιμία και το «politically correct» στη συμπεριφορά δεν ήταν ποτέ το χαρακτηριστικό των Αργεντίνων. Μια χώρα που ζει για δεκαετίες «στα κόκκινα» της διαφθοράς και της οικονομίας υπό το ΔΝΤ, με δικτατορίες, ακραία φτώχεια και ακραίο συναισθηματισμό, βρήκε στο ποδόσφαιρο και στη μουσική της το ταμπεραμέντο που θα μπορούσε να τη σώσει. Η εθνική Αργεντινής, που το 1978 έζησε μέσα στη χούντα του Βιντέλα την αποθέωση μαζί με τους ψιθύρους για την επιτυχία της, είχε από τότε περσόνες που ενέπνεαν συγγραφείς, δημοσιογράφους και αρθρογράφους, με μια ματιά διεισδυτική για το attitude τής «αλμπισελέστε» που διέφερε από τις άλλες ομάδες της Νοτίου Αμερικής. Ο Κέμπες, ο Πασαρέλα, ο Αρντίλες, ο Λούκε, ο Φιγιόλ, ο Μπερτόνι, ο Βίγια και οι υπόλοιποι του Μενότι ήταν ένα μείγμα από τεχνίτες και σκληρούς πολεμιστές, άλλοι ποτισμένοι από τη φτώχεια στη χώρα τους κι άλλοι από τη φιλοδοξία να παίξουν στην Ευρώπη, όλοι φτιαγμένοι από το υλικό του πολεμιστή που, σαν ιθαγενείς –μερικοί έμοιαζαν με αυτόχθονες Ινδιάνους – έμπαιναν στο γήπεδο για να καταστρέψουν τους κατακτητές τους. Και η ιστορία συνεχίστηκε το 1982, όταν προστέθηκαν στους περισσότερους από αυτούς ο πιτσιρικάς, τότε 22 χρόνων, Μαραντόνα, ο Βαλντάνο, ο Ολαρτικοϊτσέα, ο Ερνάντεζ, πάλι με τον Μενότι στον πάγκο – συνολικά ήταν για εννιά χρόνια προπονητής της. Το 1986 στο ρεσιτάλ του Μαραντόνα, με τον Μπιγιάρδο στον πάγκο, δεν είναι μόνο ο θαυματουργός μάγος από το Φιορίτο του υποκόσμου που κάνει το παιχνίδι, αλλά όλοι έχουν διακριτούς ρόλους – πάλι ο Βαλντάνο, ο Μπράουν, ο Μπουρουσάγκα, ο Ρουτζέρι, ο Τάπια μαζί με τους παλιούς. Πάντα η Αργεντινή ήταν γεμάτη από ρολίστες, που ίσως να έμπαιναν στη σκιά ενός σταρ, αλλά ο καθένας από αυτούς έβαζε το λιθαράκι του στην επιτυχία – και το χαρακτηριστικό τους ήταν ότι και οι αμυντικοί της ομάδας ήξεραν μπάλα, είχαν τεχνική καλύτερη από επιθετικούς άλλων χωρών. Ο λίμπερο Πασαρέλα θα μπορούσε να είναι «δεκάρι» σε οποιαδήποτε εθνική του κόσμου.
Ο εθνικός ύμνος και το βίντεο από τα αποδυτήρια
Κοιτώντας το ρόστερ της σημερινής ομάδας που θα παίξει σε έναν ακόμα τελικό Μουντιάλ το βράδυ της Κυριακής, δεν μπορεί να προσπεράσει κανέναν από τους αφιονισμένους συμπαίκτες του Μέσιν που οδήγησαν την Αργεντινή να διεκδικεί δεύτερο συνεχόμενο τίτλο μετά από αυτόν του Κατάρ. Μόνο δύο από τους 25 του Σκαλόνι παίζουν σε ομάδες της χώρας τους – ο Παρέδες στην Μπόκα και ο Μοντιέλ στη Ρίβερ. Ολοι οι υπόλοιποι αγωνίζονται στην Ευρώπη – στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Ιταλία. Ομως, όλοι, ανεξαιρέτως, ηδονίζονται να παίζουν λυσσασμένα για τη χώρα τους. Η εικόνα του Σκαλόνι και των παικτών να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο της Αργεντινής είναι ανατριχιαστική – δεν υπάρχει για κανέναν εκείνη την ώρα η καριέρα στον σύλλογό του παρά μόνο το ιερό καθήκον να τα δώσει όλα για την πατρίδα του. Βλέποντας ξανά και ξανά το βίντεο που κυκλοφόρησε από τα αποδυτήρια της ομάδας μετά τον θρίαμβο και την πρόκριση επί της Αγγλίας, βλέπει αφιονισμένους «Ινδιάνους» με τατουάζ και τις φλέβες πεταγμένες να τραγουδούν για τον Ντιέγκο, τα Φώκλαντ, τον Μέσι και την εθνική τους σαν να πρόκειται να πάνε στον πόλεμο. Είναι ανεδαφικό να στέκεται κανείς μόνο στα γκολ και στις ασίστ του Μέσι – ναι είναι ο κορυφαίος τους, αλλά δεν είναι μόνος. Ο Μαρτίνες κάτω από τα δοκάρια με την επιβλητικότητά του –αν και παίζει συνεχώς τραυματίας–, ο Παρέδες, ο Γκονζάλες, ο ΜακΑλιστερ, ο Λαουτάρο, ο Σιμεόνε, ο Τζούλιαν Αλβαρες, ο Ντε Πολ, ο Εντσο Φερνάντες, αλλά μέχρι και ο τελευταίος του ρόστερ είναι εκεί, για να πάρει για τον κόσμο της η Αργεντινή το τρόπαιο. Σε επτά ματς έχει βάλει 19 γκολ – σχεδόν τρία ανά αγώνα. Εχει ανατρέψει τα εις βάρος της αποτελέσματα, έχει παίξει κατά διαστήματα θεαματικό ποδόσφαιρο και η Ισπανία είναι γι’ αυτήν ακόμα μια πρόκληση για να θυμίσει ότι το σκληρό μετάλλο αυτής της Αργεντινής με μια πολύ έξυπνη καθοδήγηση από τον Σκαλόνι μπορεί να λυγίζει και σίδερα. Μια «αγέλη λύκων» που γυαλίζει το μάτι τους, που ξέρουν καντάρια μπάλα και καλούνται να υπερβούν τον τακτικισμό και την τελειότητα στο παιχνίδι της Ισπανίας. Ποιος μπορεί να αμφιβάλει ότι όσοι παίξουν στον τελικό μπορούν να «κατασπαράξουν» κάθε αντίπαλο; Δεν είναι μόνο ο Μέσι ο φόβος και ο τρόμος – είναι όλοι.

