Το «I am here» του Κριστιάνο Ρονάλντο, το «είμαι εδώ» που είπε στην κάμερα στον αγώνα με το Ουζμπεκιστάν, δεν ήταν μια απλή δήλωση παρουσίας σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που ήταν εκείνη τη στιγμή στο δεύτερο παιχνίδι του. Ηταν μια υπενθύμιση σε όλους αυτούς που αποθεώνουν τον Μέσι, τον Εμπαπέ και τον Χάαλαντ, ότι είναι και εκείνος εδώ. Στα 41 του, αλλά ενεργός. Στα τελειώματά του, αλλά όχι «τελειωμένος». Σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία αλλά με κράση 30χρονου. Με κούπες και ατομικές διακρίσεις που δεν χωράνε ούτε σε μουσείο, αλλά με κίνητρο ένα μεγάλο απωθημένο: να κατακτήσει τη μόνη μεγάλη κούπα που δεν έχει σηκώσει στα χέρια του.
Πού βρίσκουν κίνητρο;
Πάντα αναρωτιόμουν τι μπορεί να κινητοποιεί έναν αθλητή να σηκωθεί από τα κρεβάτι του και να πάει να προπονηθεί σαν ήρωας της Marvel, όταν είναι σε μια ηλικία που μπορεί να είναι αραχτός σε μια πισίνα, όταν έχει βγάλει τόσα πολλά λεφτά που οι επόμενες πέντε γενιές δεν θα χρειαστεί να δουλεύουν κaι όταν έχει κατακτήσει τόσες κορυφές. Βασικά για δυο ανθρώπους έχω αυτή την απορία: τους συνομήλικους Κριστιάνο και Λεμπρόν. Προφανώς δεν είναι τα χρήματα ή η δόξα – τα έχουν άφθονα. Είναι σίγουρα η ματαιοδοξία και η υστεροφημία, η κληρονομιά που θα αφήσουν στο άθλημά τους, τα νούμερα, οι συμμετοχές, τα γκολ ή τα καλάθια, τα ρεκόρ που θα ορίσουν και θα βλέπουν τους επόμενους να προσπαθούν να τα φτάσουν. Αλλά ίσως περισσότερο από όλα τα παραπάνω, αυτό που κινητοποιεί αθλητές σαν τον Κριστιάνο και το Λεμπρόν, να είναι «ο φόβος της σύνταξης», το τι θα κάνω μόλις σταματήσω, πολύ απλά διότι δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου.
Βλέπεις παίκτες να απολαμβάνουν τη συνταξιοδότησή τους και να ζουν τη ζωή τους όσο πιο «χλιδάτα» και υπερβολικά μπορούν: να τρώνε σαν να μην υπάρχει αύριο, όπως ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο ή να πίνουν και να γλεντάνε σαν να είναι κάθε μέρα πενταήμερη, όπως ο Ροναλντίνιο. Βλέπεις από την άλλη και μερικούς, οι οποίοι μπορεί να έχουν σταματήσει την μπάλα εδώ και χρόνια, αλλά παραμένουν «στεγνοί» και fit, σαν να παίζουν ακόμα – για την ακρίβεια παίζουν, σε κάθε αγώνα επίδειξης και φιλανθρωπικό αγώνα που θα βρουν. Ο Γιώργος Καραγκούνης είναι μια κλασική περίπτωση. Αλλά ο Κριστιάνο δεν μου μοιάζει ούτε με κάποιον που θα σταματήσει την μπάλα και θα αφεθεί, ούτε με κάποιον που θα ψάχνει κάθε φιλικό αγώνα για να συμμετάσχει. Αντίθετα, μου μοιάζει με κάποιον που θα πέσει σε ένα βαθύ υπαρξιακό κενό μόλις αποφασίσει να αποσυρθεί. Γι’ αυτό άλλωστε καθυστερεί τη μέρα εκείνη, γι’ αυτό αφήνει υπόνοιες ότι μπορεί να είναι και στο επόμενο Μουντιάλ, σε τέσσερα χρόνια, δηλαδή στα 45 του. Πολύ απλά διότι αν δεν παίζει μπάλα, θα «μαραζώσει». Εχει ανάγκη την καθημερινή ρουτίνα, τη σκληρή προπόνηση, το χειροκρότημα, την αποθέωση, ακόμα και το γιουχάρισμα, για να συνεχίσει να υπάρχει. Για να συνεχίσει να ζει. Για να βρίσκει έναν καλό λόγο να ξυπνάει το πρωί, να ακολουθεί συγκεκριμένη διατροφή, προπόνηση και αποθεραπεία, για να βάζει τον πήχυ ολοένα και ψηλότερα, για να αποδεικνύει πρώτα στον καθρέφτη του και μετά σε όλο τον κόσμο ότι είναι στο κορυφαίο επίπεδο.
Το νερό στο κρασί του
Δεν «σκότωσε κανένα θηρίο» ο Κριστιάνο, επειδή έβαλε δυο γκολ στους Ουζμπέκους, όπως δεν «σκότωσε» και ο Μέσι με τα γκολ σε Αλγερία και Αυστρία. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό στην προκειμένη περίπτωση: είναι η απάντηση που νιώθει ότι έδωσε ο Κριστιάνο σε όλους εκείνους που τον έκραζαν μετά την ισοπαλία με το Κονγκό – Πορτογάλους και μη. Στις ειρωνείες, τα απαξιωτικά σχόλια, τα «όχι βασικός ο Κριστιάνο με το Ουζμπεκιστάν», τα «Μαρτίνεθ ξύπνα κι άσ’ τον στον πάγκο» ο Κριστιάνο είπε «I am here» όχι μόνο με τα δυο γκολ που έβαλε, αλλά με τον τρόπο που τα έβαλε – ακόμα και με τα γκολ που δεν προσπάθησε να βάλει. H φάση του δεύτερου γκολ που παραχωρεί την εκτέλεση του φάουλ στο Νούνο Μέντεζ είναι εντελώς «αντι-Κριστιάνο» περίπτωση, αλλά ενδεικτική του πόσου νερού έχει βάλει στο κρασί του, συνειδητοποιώντας ότι η Πορτογαλία μπορεί να προχωρήσει όσο είναι να προχωρήσει, μόνο με έναν τρόπο: αν σταματήσει η ομάδα να παίζει γι’ αυτόν και παίξει εκείνος για την ομάδα. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι και τόσο, αν αναλογιστεί κανείς ότι καλείται να το κάνει για πρώτη φορά στα 41 του, ύστερα από 23 ολόκληρα χρόνια.

