Το πρόγραμμα συναυλιών του Λουντοβίκο Εϊνάουντι περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, Ρώμη (sold out), Παρίσι, Αμστερνταμ, Βρυξέλλες, Λονδίνο (όλες sold out), Τορόντο, Νέα Υόρκη, Λας Βέγκας και, κυρίως, πολύ πολύ Μιλάνο.
Αν ρίξετε μια προσεκτική ματιά στο κοινό του 70χρονου Ιταλού πιανίστα, ο οποίος ξεκίνησε με κλασική μουσική και ενσωμάτωσε στυλ όπως ποπ και ροκ, θα τον εντοπίσετε σίγουρα σε κάποιες από αυτές τις συναυλίες.
Ο Στέφαν ντε Φράι, άλλωστε, έχει δηλώσει επανειλημμένως τον θαυμασμό του για τον Εϊνάουντι, με τον οποίο μάλιστα είχε την ευκαιρία να παίξουν μαζί. Και όταν αυτό συνέβη, τα πόδια του (όπως όλα δείχνουν) νέου κεντρικού αμυντικού του Παναθηναϊκού έτρεμαν, όπως δεν έχει συμβεί ποτέ σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο.
Γιατί, μπορεί να είναι αυτοδίδακτος στο πιάνο, το οποίο αγάπησε βλέποντας τον Νέιθαν Ακέ να παίζει σε συγκεντρώσεις της εθνικής Ολλανδίας, αλλά η άμυνα ήταν έμφυτη από τότε που, πιτσιρικάς, αποφάσισε να βαδίσει στα χνάρια του πατέρα του Γιαν και των αδελφών του, Νιλς και Ερικ.
Και ενώ τα οικογενειακά σημεία αναφοράς ακολούθησαν άλλα, τελείως διαφορετικά μονοπάτια, ο μικρότερος της οικογένειας έμελλε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, μπαίνοντας στα τμήματα υποδομής της αγαπημένης του Φέγενορντ από τα δέκα του χρόνια.
Απέναντι από το πατρικό του υπάρχει ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και θυμάται τον εαυτό του να παίζει με τους φίλους του μέχρι που βράδιαζε, παρότι η μητέρα του τον είχε φωνάξει προ πολλού για να γυρίσει σπίτι για το οικογενειακό δείπνο.
Η γενέτειρά του, Ούντεκερκ ααν ντεν Αϊσελ, δίπλα στον ποταμό Χολάντσε Αϊσελ, απέχει μόλις 17 χιλιόμετρα από το Ρότερνταμ και πολλοί παίκτες της Φέγενορντ την επιλέγουν για να ζουν, αφού είναι πολύ πιο ήσυχη και έχει μόλις τέσσερις χιλιάδες κατοίκους.
Κάπως έτσι, τα πρώτα του ινδάλματα προέκυψε πως ήταν γείτονές του. Δύο Πολωνοί ποδοσφαιριστές, που έγραψαν τη δική τους ιστορία στην ομάδα: ο τερματοφύλακας Γέρζι Ντούντεκ, ο οποίος μέσω της Φέγενορντ έφτιαξε το όνομά του, πήρε μεταγραφή στη Λίβερπουλ και ήταν ο πρωταγωνιστής του «θαύματος της Κωνσταντινούπολης» το 2005.
Και ο επιθετικός Εμπι Σμολάρεκ, ένας πολίτης του κόσμου που μεγάλωσε στα τμήματα υποδομής της Φέγενορντ, έπαιξε σε Γερμανία, Ισπανία, Αγγλία, Πολωνία και Κατάρ, ενώ για μια σεζόν πέρασε και από την Ελλάδα για λογαριασμό της Καβάλας.
Ποιος ξέρει, ίσως θα μπορούσε να του δώσει μερικά tips για την επόμενη περιπέτεια της ζωής του σε μια χώρα που έχει επισκεφτεί ως τουρίστας, μαζί με τη σύζυγό του, τη Μολδαβή Ντόινα Τουρκάνου, αλλά και τον γιο τους, τον εννιάχρονο πλέον Νόλαν.
Στο φυτώριο της Φέγενορντ μεγάλωσε πλάι πλάι με τον επίσης αμυντικό Μπρούνο Μάρτινς Ιντι, μετέπειτα παίκτη της Πόρτο, ο οποίος δεν έκανε ποτέ την καριέρα που θα μπορούσε εξαιτίας τραυματισμών.
Μαζί έκαναν όνειρα για μια σπουδαία ποδοσφαιρική καριέρα και η μοίρα θέλησε να αποτελέσουν αμφότεροι μέλη της αποστολής των Οράνιε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 στη Βραζιλία.
Ο Μπρούνο είναι ένας από τους καλύτερους φίλους που έκανε στο ποδόσφαιρο ο Ντε Φράι, ο οποίος με τον δυναμισμό του και την κυριαρχία στο εναέριο παιχνίδι (χάρη και στα 189 εκατοστά του) καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους στόπερ της γενιάς του.
Αν δεν αξίζεις, άλλωστε, δεν μπορείς να παίξεις δώδεκα χρόνια στο πιο απαιτητικό αμυντικό πρωτάθλημα του κόσμου, το ιταλικό Καμπιονάτο, και μάλιστα σε ομάδες πρώτης γραμμής όπως η Λάτσιο (τέσσερις σεζόν) και η Ιντερ (οκτώ).
Με τις εμφανίσεις του κέρδισε το καθ’ όλα τιμητικό παρατσούκλι «Τείχος», το οποίο είχε στο παρελθόν ο Αργεντινός Βάλτερ Σάμουελ, ένα από τα σημεία αναφοράς του και τον οποίο θαυμάζει ακόμα περισσότερο από τότε που τον γνώρισε από κοντά.
Παίκτης του προπονητή και στρατιώτης για τον εκάστοτε στρατηγό στον πάγκο, οφείλει πολλά στον Σιμόνε Ιντσάγκι, με τον οποίο συνεργάστηκε άψογα σε Λάτσιο και Ιντερ, αλλά και τους Ρόναλντ Κούμαν και Λουίς Φαν Χάαλ, τόσο στην Φέγενορντ όσο και στην εθνική ομάδα.
Στα 34 του χρόνια, ένας τραυματισμός τού στέρησε τη δυνατότητα να διεκδικήσει θέση στην 26άδα των Οράνιε για το Παγκόσμιο Κύπελλο που λαμβάνει χώρα αυτές τις ημέρες σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά και Μεξικό.
Με Φίρχιλ Φαν Ντάικ και Μικ φαν ντε Φεν, δεν ήλπιζε να είναι βασικός, αλλά αυτό ελάχιστα τον απασχολεί. Με 79 συμμετοχές με την πορτοκαλί φανέλα, άλλωστε, βρίσκεται στο top 25 της σχετικής λίστας, όντας ακριβώς από πάνω και με μια συμμετοχή περισσότερη από τον… Κούμαν.
Στο Μουντιάλ του 2014, όπου η Ολλανδία αποκλείστηκε στα ημιτελικά από την Αργεντινή του Λιονέλ Μέσι στα πέναλτι, ο Ντε Φράι ήταν η αμυντική κολόνα της ομάδας του Φαν Χάαλ και, μαζί με τον Αριεν Ρόμπεν, συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ενδεκάδα της διοργάνωσης.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, το «Τείχος» παραμένει άθικτο, παρά την απίστευτη ψυχολογική φθορά που υπέστη λόγω δικαστικής διαμάχης με την εταιρεία που τον εκπροσωπούσε στα πρώτα του βήματα και η οποία αποδείχθηκε ότι του απέκρυψε χρήματα από τις μεταγραφές του που δικαιούνταν.
Γεννημένος νικητής, κέρδισε στα δικαστήρια ένα ποσό που ξεπέρασε τα πέντε εκατομμύρια ευρώ, με την ηθική δικαίωση να γεμίζει ακόμα περισσότερο και από τα χρήματα τον Ντε Φράι, ο οποίος αναμένεται να υπογράψει διετές συμβόλαιο στους «πράσινους», με τις πληροφορίες από την Ιταλία να κάνουν λόγο για ετήσιες αποδοχές-μαμούθ, ύψους τριών εκατομμυρίων ευρώ.
Ο Παναθηναϊκός, όμως, ξέρει ότι θα αξίζει κάθε πενηνταράκι, αφού ο Ολλανδός υπήρξε πάντα υπόδειγμα επαγγελματία, συνεπέστατου μέσα στο γήπεδο και με έφεση στο σκοράρισμα, χάρη στην κυριαρχία του στον αέρα.
Είναι δεδομένο ότι θα αγαπήσει την Αθήνα, ότι θα μάθει να παίζει τον «Ζορμπά» στο πιάνο, και, ποιος ξέρει, μια επιτυχία της ομάδας του Γιάκομπ Νίστρουπ ίσως του δώσει την ευκαιρία να παίξει για τους συμπαίκτες του σε μια οικογενειακή συγκέντρωση.
Παίξε το ξανά, Στέφαν ντε Φράι
Θα μάθει τον «Ζορμπά» στο πιάνο. Την άμυνα την είχε έμφυτη το νέο, ολλανδικό «Τείχος» του Παναθηναϊκού
4' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

