Είκοσι τέσσερα χρόνια αναμονής για την επιστροφή στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό θρόνο είναι ήδη πάρα πολλά για τη Βραζιλία και αν δεν τα καταφέρει ούτε στο τρέχον Παγκόσμιο Κύπελλο, θα πρόκειται για το μεγαλύτερο χρονικά κενό επιτυχίας σε Μουντιάλ από τότε που η «Σελεσάο» στέφθηκε για πρώτη φορά παγκόσμια πρωταθλήτρια, το 1958.
Γι’ αυτό η ομοσπονδία ποδοσφαίρου της χώρας έκανε την υπέρβαση και πήρε το ρίσκο να δώσει τα ηνία της ομάδας στον πολύπειρο Ιταλό προπονητή Κάρλο Αντσελότι, τον πολυνίκη του Champions League. Θα το κερδίσει αυτό το στοίχημα;
Πέντε Champions League έχει κατακτήσει ο «αλενατόρε», πέντε Παγκόσμια Κύπελλα έχει κερδίσει και η Βραζιλία. Το τελευταίο της, όμως, ήταν στο σχετικά μακρινό 2002, δηλαδή μια ολόκληρη γενιά Βραζιλιάνων δεν έχει δει την εθνική της να κάνει το για τη χώρα των 213 εκατομμυρίων κατοίκων αυτονόητο, να κατακτήσει τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Ακόμη χειρότερα, τον τίτλο της πρωταθλήτριας απολαμβάνει εδώ και 3,5 χρόνια η μεγάλη αντίπαλος Αργεντινή, ρίχνοντας έτσι κι άλλο αλάτι στις πληγές των Βραζιλιάνων.

Ρίσκο και για τους δύο
Η στροφή της Βραζιλίας σε έναν Ευρωπαίο –και μάλιστα Ιταλό– προπονητή ενέχει μεγάλο ρίσκο. Ο Αντσελότι είναι ένας πολύπειρος αλλά βετεράνος τεχνικός, ο οποίος δεν έχει προπονήσει ποτέ του ομάδα στη Λατινική Αμερική ή άλλη εθνική ομάδα.
Το ρίσκο δεν είναι μόνο μεγάλο για το παρόν της Βραζιλίας, αλλά και για το μέλλον ή, πιο σωστά, την υστεροφημία του Κάρλο Αντσελότι. Εκεί που ήταν ολοκληρωμένος θρύλος, δικαιωμένος από τις θητείες του και στα πέντε μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης, έμπλεξε τώρα με… 213 εκατομμύρια προπονητές. Αφήνει την ηρεμία της συνταξιοδότησης που θα μπορούσε να είχε επιλέξει στην πατρίδα του και θα προσπαθήσει να γίνει ο πρώτος προπονητής στην Ιστορία που θα κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο με άλλη χώρα.
Ωστόσο, η επιλογή των Βραζιλιάνων δεν ήταν λύση απελπισίας. Κάθε άλλο. Το ότι το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο αναζητεί την ταυτότητά του έχοντας ανατρέψει την ισορροπία του παρελθόντος (με φτωχό πρωτάθλημα και σαρωτική εθνική ομάδα), σαρώνοντας πια τους τίτλους σε συλλογικό επίπεδο στη Νότια Αμερική ενώ η εθνική παραπαίει στις μεγάλες διοργανώσεις, δεν σημαίνει ότι έπρεπε να βρει Βραζιλιάνο τεχνικό.
Αντιθέτως, η CBF, η ομοσπονδία της Βραζιλίας, προσέλαβε πέρυσι –ύστερα από πολύμηνη προσπάθεια για να τον πείσει– έναν προπονητή του οποίου η ποδοσφαιρική νοοτροπία ταιριάζει στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Και η αμοιβή του είναι ιδιαιτέρως αδρή, ανερχόμενη στα 10 εκατ. ευρώ τον χρόνο, σύμφωνα με το Finance Football.
Ποδόσφαιρο χωρίς θέσεις
Ο πάλαι ποτέ «Καρλέτο», που έκλεισε την περασμένη Τετάρτη τα 67 του χρόνια θεμελιώνοντας και… τυπικά το δικαίωμα σύνταξης στην πατρίδα του, δεν είναι λάτρης ούτε του αμυντικού ποδοσφαίρου ούτε της «πολλής» τακτικής. Αντιθέτως, ταυτίζεται με εκείνο που οι ίδιοι οι Βραζιλιάνοι αποκαλούν «Jogo Aposicional», το οποίο στα πορτογαλικά σημαίνει «παιχνίδι χωρίς θέσεις».
Αυτή ίσως να είναι και η καλύτερη εγγύηση επιτυχίας του Αντσελότι στον πάγκο της «Πεντακαμπεάο», αφού πρόκειται για παιχνίδι με ελευθερία στη δημιουργία, με συνεχή κίνηση και με υπερφόρτωση του τμήματος του γηπέδου όπου βρίσκεται η μπάλα – όπως ακριβώς θα περίμενε να δει κανείς μια παρέα Βραζιλιάνων να παίζει ενστικτωδώς στην Κοπακαμπάνα, στην Ιπανέμα ή σε άλλη παραλία. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ποδοσφαιριστές εκ Βραζιλίας έλαμψαν στη Ρεάλ Μαδρίτης κατά την τετραετία Αντσελότι.
Ενας από αυτούς, ο Βινίσιους, είναι και ο βασικός πυλώνας της Βραζιλίας, που θα προσπαθήσει να κερδίσει τον έκτο παγκόσμιο τίτλο.
Αλλος είναι ο Ραφίνια της Μπαρτσελόνα, η ποιότητα και η προσφορά του οποίου στη φετινή σεζόν στους πρωταθλητές Ισπανίας δεν αμφισβητούνται. Η βραζιλιάνικη επίθεση, επίσης, μπορεί να υπολογίζει και στους Εντρικ και Ματέους Κούνια.
Ο Νεϊμάρ
Ο Αντσελότι αποφάσισε τελικά να συμπεριλάβει στην αποστολή και τη «σημαία» της Βραζιλίας, τον 34χρονο πια Νεϊμάρ, που όχι μόνον έχει εδώ και μία τριετία ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς, αλλά πρόσφατα χτύπησε και πάλι και είναι άγνωστο πόσο θα μπορέσει να συμβάλει ποδοσφαιρικά στην προσπάθεια της ομάδας σε αυτό το τελευταίο του Μουντιάλ.
Βεβαίως, ο πολυταξιδεμένος Ιταλός τεχνικός ξέρει τι κάνει. Ο Νεϊμάρ, ως τραυματίας, δεν θα πιέζει τόσο για να παίξει, αλλά θα είναι πολύ σημαντικός παράγων στα αποδυτήρια, κουβαλώντας ουσιαστικά ολόκληρη τη Βραζιλία στους ώμους του και αφήνοντας έτσι λίγο πιο ελεύθερους τους συμπαίκτες του.
Αλλωστε και ο ίδιος ο Αντσελότι έχει επανειλημμένως δείξει ότι δεν ιδρώνει το αυτί του από βεντετισμούς και… αρχηγούληδες, αλλά θέλει αφοσιωμένους και δημιουργικούς επαγγελματίες, που θα διοχετεύουν τις ηγετικές τους ικανότητες στο χορτάρι και μόνον.

«Δεν φοβάμαι να πω ότι μπορούμε να κερδίσουμε το Παγκόσμιο Κύπελλο», δήλωσε χωρίς περιστροφές ο Αντσελότι, ο οποίος έχει συμβόλαιο έως και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030. «Κι αυτό διότι υπάρχουν υψηλές προσδοκίες και το κίνητρο είναι σημαντική πτυχή στην προετοιμασία για το Μουντιάλ», είπε ανακοινώνοντας τη λίστα των 26 ποδοσφαιριστών που θα εκπροσωπήσουν φέτος τη χώρα του καφέ.
Το ταλέντο ξεχειλίζει
Από την ομάδα αυτή το ταλέντο ξεχειλίζει, χωρίς αμφιβολία. Πραγματικά θα είναι ένα αίνιγμα πώς θα χωρέσει στην ομάδα ένας Νεϊμάρ προερχόμενος από τραυματισμό, όταν η επίθεση έχει ποδοσφαιρικά μεγέθη όπως οι Ραφίνια και Βινίσιους και στο κέντρο είναι έτοιμο το σχήμα με τους Κασεμίρο, Μπρούνο Γκιμαράες και Λούκας Πακετά. Προφανώς και θα έχει ρόλο ο πολυμήχανος Νεϊμάρ για κάποια λεπτά, είτε είναι για κάποια εκτέλεση φάουλ, είτε για κράτημα της μπάλας, είτε εντέλει και ως… Ελ Σιντ.
Οι λύσεις στα χέρια του Αντσελότι είναι πολλές και ο πρώτος γύρος της διοργάνωσης, με αντιπάλους μετά το Μαρόκο –σήμερα τα ξημερώματα ώρα Ελλάδος– την Αϊτή και τη Σκωτία, προσφέρεται για δοκιμές και πειραματισμούς πριν από την έναρξη των νοκ άουτ παιχνιδιών, όταν και αρχίζει πραγματικά το Μουντιάλ για τις μεγάλες ομάδες.
Η Βραζιλία δεν είναι μεταξύ των φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου, αφού στην κορυφή των προβλέψεων συνωστίζονται χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Αγγλία και η Αργεντινή, που είναι και η κάτοχος αλλά και η επικεφαλής της παγκόσμιας κατάταξης εθνικών ομάδων της FIFA. Υπάρχει όμως και μια παράδοση, που δείχνει ότι η ομάδα που είναι πρώτη στην κατάταξη αποτυγχάνει να πάρει και το κύπελλο.
Αν λοιπόν, κόντρα στις προβλέψεις, πάρει και αυτό το τρόπαιο, ο Κάρλο Αντσελότι θα διεκδικεί δικαίως τον τίτλο του πιο επιτυχημένου τεχνικού όλων των εποχών.
Εμπιστοσύνη από τον Ζιλμπέρτο Σίλβα
Ηταν το μακρινό 2002, στα (επίσης μακρινά) γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, όταν η γεμάτη τεράστια αστέρια εθνική Βραζιλίας, των Ρονάλντο, Ροναλντίνιο, Ριβάλντο, Ρομπέρτο Κάρλος, Καφού και άλλων ιερών τεράτων του πα-γκόσμιου ποδοσφαίρου κατακτούσε για τελευταία φορά το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Από τότε, τα -βραζιλιάνικα όνειρα για ανάκτηση των σκήπτρων πνίγονται στην απογοήτευση: Το 2006 η «Σελεσάο» αποκλείστηκε στα προημιτελικά από τη Γαλλία, το 2010 έπεσε και πάλι στα προημιτελικά στο εμπόδιο της Ολλανδίας, το 2014 ήλθε το εντός έδρας στραπάτσο (1-7) –γνωστό και ως «Μινεϊράσο»– από τη Γερμανία στα ημιτελικά, το 2018 ακολούθησε ο αποκλεισμός από το Βέλγιο στα προημιτελικά και το 2022 η Βραζιλία έμεινε εκτός ημιτελικών από την Κροατία στα πέναλτι.
Αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο, η εθνική Βραζιλίας έχει κατακτήσει μόνο το ένα από τα έξι τελευταία Κόπα Αμέρικα, το 2019, στα δικά της γήπεδα.
Οι απαιτήσεις από την «Καναρίνια» είναι πάντα τεράστιες και η συσσωρευμένη απογοήτευση βαρύνει κάθε φορά και περισσότερο τους ποδοσφαιριστές, σε μια χώρα όπου η έκφραση «ζει για το ποδόσφαιρο» μάλλον υποτιμά την πραγματικό-τητα.
«Η πίεση είναι τεράστια και θα βαρύνει τη Βραζιλία σε όλο το τουρνουά και σε κάθε ένα από τα παιχνίδια της», επισήμανε σε δηλώσεις του ο Ζιλμπέρτο Σίλβα, μέλος της τελευταίας παγκόσμιας πρωταθλήτριας το 2002 πριν περάσει και από τα μέρη μας και τον Παναθηναϊκό.
«Είναι πραγματικά δύσκολη περίοδος για την εθνική ομάδα, αλλά πρέπει να της δώσουμε την εμπιστοσύνη μας σε ό,τι κάνει και στο πώς προσεγγίζει τη διοργάνωση», είπε, προσθέτοντας ότι δεν θεωρεί τη χώρα του μεταξύ των φαβορί.
Κάποιοι αποδίδουν τις αποτυχίες των δύο τελευταίων δεκαετιών και στην αλλαγή του ρυθμού του ποδοσφαίρου, που απαιτεί περισσότερο ταχυδυναμικούς παίκτες και λιγότερο τεχνίτες. Ωστόσο, η Βραζιλία πλέον βρίθει δυνατών και γρήγορων παικτών, που είναι εργαλεία των προπονητών στους ευρωπαϊκούς συλλόγους τους. Μένει πλέον να δείξουν ότι έγιναν ομάδα!

