Υπάρχουν άνθρωποι στο ποδόσφαιρο που έχουν γεννηθεί για να λατρευτούν. Οι σούπερ σταρ, οι χαρισματικοί αρχηγοί, εκείνοι που σηκώνουν τρόπαια και αποθεώνονται μέσα σε θάλασσες από κασκόλ και καπνογόνα. Υπάρχουν κι εκείνοι που μοιάζουν καταδικασμένοι να ζουν στη σκιά, να εργάζονται αθόρυβα και να υπενθυμίζουν την παρουσία τους μόνο όταν κάτι πάει στραβά.
Οι διαιτητές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Δεν κάνουν τολμηρά κουρέματα, δεν βάφουν το μαλλί τους, δεν κάνουν eyebrow split και τατουάζ. Δεν γίνονται ποτέ πραγματικά αγαπητοί. Στην καλύτερη περίπτωση είναι απαραίτητοι. Στη χειρότερη, είναι ο εύκολος στόχος μιας γενικευμένης οργής.
Ο Βίλτον Περέιρα Σαμπάιο, ο διαιτητής που έγινε… πρώτο θέμα στο εναρκτήριο ματς του Μεξικού με τη Ν. Αφρική, τόσο για την ευκολία που μοίρασε τρεις κόκκινες κάρτες -για πρώτη φορά σε πρεμιέρα Μουντιάλ-, όσο και για το επίπεδο των αγγλικών του, έμαθε να ζει μέσα σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση.
Η ιστορία του δεν μοιάζει με εκείνες που το ποδόσφαιρο συνηθίζει να αφηγείται. Δεν ήταν ποτέ το παιδί-θαύμα. Δεν πέρασε την εφηβεία του κυνηγώντας το όνειρο των γεμάτων γηπέδων φορώντας ποδοσφαιρικά παπούτσια. Σε μια χώρα όπως η Βραζιλία, όπου το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία και τα παιδιά μεγαλώνουν με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν ο επόμενος Πελέ, ο Ρονάλντο ή ο Νεϊμάρ, ο Περέιρα ακολούθησε μια διαφορετική, σχεδόν αντιδημοφιλή διαδρομή. Διάλεξε να γίνει ο άνθρωπος που όλοι κοιτούν όταν θυμώνουν.
Γεννημένος το 1981 στην Τερεζίνα ντε Γκοϊάς, μια μικρή πόλη στα ανατολικά της ενδοχώρας, μακριά από τη λάμψη των μεγάλων αστικών κέντρων, άρχισε να ασχολείται με τη διαιτησία από την εφηβεία του. Ήταν μόλις 15 ετών όταν κρατούσε ήδη σφυρίχτρα στα χέρια του. Σε εκείνη την ηλικία, οι περισσότεροι νέοι ονειρεύονται το χειροκρότημα· εκείνος φαίνεται πως συμφιλιώθηκε νωρίς με την ιδέα της αμφισβήτησης.
Η άνοδός του δεν ήταν ούτε γρήγορη ούτε γραμμική. Στη Βραζιλία, η διαιτησία είναι μια αρένα εξίσου σκληρή με το ίδιο το ποδόσφαιρο. Οι πιέσεις είναι διαρκείς, τα λάθη δεν συγχωρούνται και οι ευκαιρίες για εξέλιξη συχνά περνούν μέσα από στενά φίλτρα. Ο Περέιρα χρειάστηκε χρόνια για να πείσει ότι αξίζει κι ότι μπορεί να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο.
Μάλιστα, υπήρξε μια εποχή που κινδύνευσε να χάσει το τρένο της διαιτησίας για έναν σχεδόν παράλογο λόγο: θεωρήθηκε «πολύ κοντός» για το προφίλ του κορυφαίου διαιτητή που αναζητούσε τότε η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας. Σε έναν κόσμο που συχνά μπερδεύει την επιβλητικότητα με την ικανότητα, η εξωτερική εικόνα έμοιαζε να έχει μεγαλύτερη σημασία από την ουσία, που είναι η σωστή κρίση μέσα στο γήπεδο.
Αυτός όμως, επέμεινε. Εκπαιδεύτηκε, δούλεψε αθόρυβα, ανέβηκε κατηγορίες, άντεξε την αμφισβήτηση. Μέχρι που το 2012 ήρθε η αναγνώριση. Ο Περέιρα θεωρούνταν πλέον ένας από τους καλύτερους διαιτητές του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος, μέσα σε ένα από τα πιο απαιτητικά περιβάλλοντα στον κόσμο, όπου το παιχνίδι σπάνια συγχωρεί την αδυναμία. Eναν χρόνο αργότερα, η FIFA θα του άνοιγε την πόρτα των διεθνών διοργανώσεων.
Για κάθε διαιτητή, το Μουντιάλ μοιάζει με την κορυφή ενός βουνού που ελάχιστοι καταφέρνουν να αγγίξουν. Ο Περέιρα πλησίασε για πρώτη φορά το όνειρο το 2018 στη Ρωσία, συμμετέχοντας στην ομάδα VAR. Αν και δεν ήταν ακόμη ο άνθρωπος που θα δέσποζε στο κέντρο του γηπέδου, ήταν εκεί. Παρατηρούσε, μάθαινε, δοκιμαζόταν στο πιο απαιτητικό περιβάλλον που μπορεί να συναντήσει ένας διαιτητής.
Κάποιες φορές η ζωή δοκιμάζει την υπομονή των ανθρώπων πριν τους ανταμείψει και το 2022, στο Κατάρ, ο Βραζιλιάνος βρέθηκε εκεί όπου πάντα ήθελε: στο χορτάρι ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου ως πρώτος διαιτητής. Hταν η προσωπική του δικαίωση και η επιβεβαίωση πως ο έφηβος από τη μικρή πόλη της Βραζιλίας είχε φτάσει στην κορυφή.
Και ύστερα ήρθε η στιγμή που θα τον ακολουθεί για πάντα, ο προημιτελικός ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία. Στο ποδόσφαιρο, η γραμμή ανάμεσα στη λάμψη και την καταδίκη είναι λεπτότερη απ’ όσο μοιάζει πολλές φορές. Μέσα σε ενενήντα λεπτά, ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει ήρωας ή αποδιοπομπαίος τράγος. Ο Περέιρα βίωσε τη δεύτερη εκδοχή.
Οι Aγγλοι δεν του συγχώρησαν ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Οι φωνές για ένα πιθανό φάουλ πάνω στον Σακά πριν από το γκολ της Γαλλίας, η αμφισβητούμενη φάση με τον Κέιν και το πέναλτι που δεν δόθηκε αμέσως, η γενικότερη αίσθηση ασυνέπειας στα σφυρίγματα, όλα αυτά μαζί δημιούργησαν την… τέλεια καταιγίδα.
Ξαφνικά, το όνομά του Περέιρα δεν ήταν απλώς το όνομα ενός διαιτητή. Eγινε πρωτοσέλιδο στα αδίστακτα αγγλικά ταμπλόιντ, αντικείμενο οργής, υλικό για τηλεοπτικές αναλύσεις, social media, χλευασμό, δημόσια διαπόμπευση.
Για πολλούς ο Περέιρα ήταν ανεπαρκής. Για άλλους, απλώς ανθρώπινος. Και το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν θέλει θνητούς. Κι εδώ ίσως αρχίζει η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας του.
Γιατί ο Περέιρα δεν είναι μόνο ένας διαιτητής που πήρε αμφιλεγόμενες αποφάσεις, αλλά μια υπενθύμιση της αταλάντευτης απαίτησης που έχουμε από όσους κρίνουν: να είναι αλάνθαστοι.
Στο ποδόσφαιρο της τεχνολογίας, του VAR, αλλά και των εκατομμυρίων σχολίων ανά λεπτό, ο διαιτητής έχει μετατραπεί σχεδόν σε δημόσιο εχθρό. Eνα πρόσωπο που δεν δικαιούται να κάνει λάθος, ενας άνθρωπος που κρίνεται όχι από τις εκατοντάδες σωστές αποφάσεις, αλλά από εκείνη τη μία στιγμή που έσφαλε.
Iσως γι’ αυτό οι διαιτητές μοιάζουν τόσο μόνοι. Δεν υπάρχουν συνθήματα με το όνομά τους. Δεν υπάρχουν βραδιές αποθέωσης. Κανείς δεν θυμάται ένα άψογο παιχνίδι τους. Ολοι θυμούνται το πέναλτι που δεν δόθηκε, την κόκκινη που δεν βγήκε, το σφύριγμα που άργησε, τα σενάρια και το σκοτεινό παρασκήνιο.
Ο Περέιρα κουβαλά αυτή τη μοίρα εδώ και χρόνια. Στη Βραζιλία, η φήμη του ήταν ήδη περίπλοκη. Αυστηρός, με «βαρύ χέρι» και… αδυναμία στις κάρτες, συχνά κατηγορήθηκε ότι χάνει τον έλεγχο σε παιχνίδια όπου η ένταση αυξάνεται. Κανείς δεν τον περιέγραφε ως τέλειο. Iσως γιατί δεν ήταν. Αλλά ποιος είναι πραγματικά; Η ιστορία του, τελικά, ίσως δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο. Αφορά κάτι βαθύτερο και πιο ανθρώπινο: τη δυσκολία μας να αποδεχτούμε την ατέλεια, όταν αυτή βέβαια προέρχεται από την ανθρώπινη φύση κι όχι όταν είναι προϊόν διαπλοκής και υπόγειου συστήματος.
Ζούμε σε μια εποχή η οποία απαιτεί ακρίβεια μηχανής από τους ανθρώπους. Που απαιτεί καθαρές απαντήσεις σε παιχνίδια γεμάτα γκρίζες ζώνες. Θέλουμε ο διαιτητής να βλέπει τα πάντα, να καταλαβαίνει τα πάντα, να αποφασίζει σωστά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου — κι όταν αποτυγχάνει, τον μετατρέπουμε σε σύμβολο ανικανότητας.
Ισως όμως υπάρχει κάτι άδικο σε αυτό. Iσως γιατί οι άνθρωποι δεν ορίζονται μόνο από τις χειρότερες στιγμές τους.
Ο Περέιρα έφτασε στο Μουντιάλ όχι από τύχη, ούτε από εύνοια. Eνας άνθρωπος από την επαρχία της Βραζιλίας βρέθηκε στο μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θέατρο του κόσμου, γνωρίζοντας πως μια μόνο βραδιά μπορούσε να επισκιάσει μια ολόκληρη ζωή προσπαθειών. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανθρώπινο στοιχείο της ιστορίας του.
Oχι ότι βρέθηκε στην κορυφή των ποδοσφαιρικών διοργανώσεων, αλλά ότι έφτασε εκεί κουβαλώντας τις ατέλειές του, πληρώνοντας το τίμημα που συχνά πληρώνουν όσοι εκτίθενται δημόσια: να θυμούνται όλοι το λάθος, ξεχνώντας την πορεία.
Διότι μερικές φορές, η δύναμη ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται στην τελειότητα, ούτε στην αψεγάδιαστη εικόνα. Βρίσκεται στην αντοχή να συνεχίζει, ακόμη κι όταν ο κόσμος αποφασίζει να τον θυμάται μόνο για τις στιγμές που δεν ήταν τέλειος.

