Ιούνιος 2006. Έχουν περάσει έξι μήνες από την εκλογή της Άνγκελα Μέρκελ στην γερμανική Καγκελαρία και η Γερμανία είναι έτοιμη για να υποδεχτεί το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 και να βιώσει ένα αίσθημα που δεν είχε ξανανιώσει στην ιστορία της. Μέσα από αυτό το πρίσμα της διεθνούς αναγνώρισης και της συλλογικής αυτοπεποίθησης, η διοργάνωση του Μουντιάλ και οι ανακατατάξεις εντός της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας DFB που έκαναν την «Νασιονάλμανσαφτ» φαβορί για το τρόπαιο έκαναν τους Γερμανούς να βλέπουν για πρώτη φορά τον εαυτό τους αισιόδοξα. Δημοσιογράφοι στις μεγάλες εφημερίδες της χώρας εμπνεύστηκαν από τον τίτλο του αισιόδοξου ποίηματος που έγραψε το 1844 ο Χάιντριχ Χάινε «Deutschland, ein Wintermarchen («Γερμανία, ένα χειμωνιάτικο παραμύθι»)» και φτιάχουν το λογοπαίγνιο Sommermärchen, το οποίο συνοψίζει όλη αυτή την κατάσταση ευφορίας που βίωσαν οι Γερμανοί εκείνο το καλοκαίρι. Όχι, δεν κατέκτησαν το τρόπαιο, καθώς αποκλείστηκαν στα ημιτελικά από τους μετέπειτα παγκόσμιους πρωταθλητές Ιταλούς. Ωστόσο, για πρώτη φορά στην ιστορία της, το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν μια μεγάλη ευκαιρία να ζήσει ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι.
Εκείνη την περίοδο, ο δημοσιογράφος Ρόναλντ Ρενγκ (Φρανκφούρτη, 1970) ταξίδευε από κρατίδιο σε κρατίδιο, κάνοντας ρεπορτάζ για διάφορες ομάδες που συμμετέχουν στο Μουντιάλ, για λογαριασμό διάφορων εφημερίδων. «Σε ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας, παρακολουθούσα την προπόνηση του Τρινιντάντ και Τομπάγκο, μαζί με δύο χιλιάδες Γερμανούς. “Τι συμβαίνει με εσάς τους Γερμανούς; Η προπόνησή μας έχει περισσότερο κόσμο τους αγώνες της ομάδας μας”, με ρώτησε ο επιθετικός Τζέισον Σκότλαντ. Εκεί κατάλαβα ότι οι Γερμανοί ήθελαν οπωσδήποτε να είναι παρόντες με κάποιο τρόπο στο Μουντιάλ που γινόταν στη δική τους χώρα, έστω κι αν ήταν σε μια απλή προπόνηση ομάδας, της οποίας δε γνώριζαν ούτε έναν παίκτη», μοιράζεται στην «Κ».
Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο Ρενγκ συζητούσε με τους φίλους του για αυτό το καλοκαίρι, οι οποίοι ρωτούσαν με μελαγχολία: «Θυμάσαι πόσο όμορφα ήταν εκείνο το καλοκαίρι του 2006;». Aυτή η μελαγχολία πυροδότησε μια διάθεση για αναλυτική διερεύνηση. «Πώς ήταν πραγματικά τότε; Ήταν η εξωφρενική ατμόσφαιρα του καλοκαιριού του 2006 στη Γερμανία απλώς μια αίσθηση γιορτής που εξαφανίστηκε γρήγορα; Ή, μήπως, η χαρά εκείνου του καλοκαιριού ήταν πράγματι έκφραση μιας ανέμελης στάσης ζωής εκείνης της εποχής;» Αυτά τα ερωτήματα, σε συνδυασμό με την επέτειο των είκοσι χρόνων, τον ώθησαν να γράψει το βιβλίο «Der Deutsche Sommer – Als 2006 plötzlich die Leichtigkeit einzog (To γερμανικό καλοκαίρι – Όταν η ανεμελιά έφτασε ξαφνικά το 2006)», το οποίο κυκλοφορεί εδώ και μερικές εβδομάδες στα γερμανικά από τις εκδόσεις Piper.
Ο ποδοσφαιρικός σύμβουλος της Μέρκελ
Διαβάζοντας το βιβλίο του Ρενγκ, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω την οξυδέρκειά του και τις αφηγηματικές του τακτικές, με τις οποίες αποτυπώνει τις διαθέσεις του έθνους από πολλές οπτικές γωνίες, βάζοντας χειρουργικά το δικό του σχόλιο για αυτή την κατάσταση. Χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, κάποιες αφηγήσεις συναρπάζουν, ενώ κάποιες άλλες αποδυναμώνουν τον ρυθμό. Ωστόσο, μετά την ανάγνωση των 416 σελίδων, ο Ρενγκ μοιάζει να έγραψε ένα εκτενές πολιτικό και κοινωνικό ρεπορτάζ, με φόντο το ποδόσφαιρο, που επαναφέρει το συναίσθημα αυτής της καλοκαιρινής ευφορίας του 2006.
«Για εβδομάδες, διάβαζα παλιά άρθρα εφημερίδων από το καλοκαίρι του 2006, για να αποκτήσω μια εικόνα για τα σημαντικά θέματα και γεγονότα εκείνης της εποχής. Στη συνέχεια, αναζήτησα μάρτυρες της εποχής με προσωπικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και συνδέσεις με αυτά τα θέματα. Έτσι, για παράδειγμα, δεν πήρα συνέντευξη από τους πιο διάσημους παίκτες της τότε γερμανικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, αλλά επέλεξα συνειδητά τον Μπερντ Σνάιντερ, ο οποίος είχε μεγαλώσει στην ΛΔΓ και μπορούσε να πει ουσιαστικά πράγματα για τη σχέση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Αναζήτησα τον Κρίστοφ Χόισγκεν, τον σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής της τότε καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Ως φίλαθλος, θεωρούσε άτυπα τον εαυτό του ως αθλητικό σύμβουλο, της καγκελαρίου και γι’ αυτό μπόρεσε να ενημερώσει τους αναγνώστες με τόσο λεπτομερή, όσο και χιουμοριστικό τρόπο για τον εκπληκτικό ενθουσιασμό της Μέρκελ για το ποδόσφαιρο. Μίλησα όμως και με έναν Γερμανό αστροναύτη που εκείνη την εποχή βρισκόταν στο διάστημα και έβλεπε τον ενθουσιασμό του καλοκαιριού του 2006 μόνο από ψηλά. Έτσι προσπάθησα να συνδυάσω σοβαρές με πρωτότυπες και ασυνήθιστες οπτικές γωνίες για εκείνο το όμορφο καλοκαίρι», λέει ο Ρενγκ.
Μια επιτυχημένη ψυχοθεραπεία
Μέσα από τις πολλαπλές αφηγήσεις δείχνει πως το ποδόσφαιρο λειτούργησε ως καθρέφτης βαθύτερων πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών. Ενδεικτικός είναι ο παραλληλισμός που θέτει ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις του Γκέρχαρντ Σρέντερ (Agenda 2010) και στην μεθοδολογική «επανάσταση» του Γιούργκεν Κλίνσμαν.
Το 2006, υπήρχαν αμυδρές ελπίδες για οικονομική ανάκαμψη, ενώ η ανεργία (κοντά στο 11%) ήταν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο. Και στις δύο περιπτώσεις, η Γερμανία κλήθηκε να εγκαταλείψει παγιωμένες δομές και να στραφεί σε ένα πιο ανοιχτό, εκσυγχρονισμένο και λειτουργικό μοντέλο, τόσο στην αγορά εργασίας, όσο και στο ποδόσφαιρο.
«Τόσο ο Σρέντερ όσο και ο Κλίνσμαν επέβαλαν μεταρρυθμίσεις, συναντώντας αντιστάσεις. Ο Σρέντερ μεταρρύθμισε τη γερμανική αγορά εργασίας. Ο Κλίνσμαν εισήγαγε την επιστημονική μεθοδολογία στο γερμανικό ποδόσφαιρο, τη συνεργασία με εξωτερικούς ειδικούς όπως Αμερικανούς γυμναστές, ψυχολόγους ομάδων, αναλυτές δεδομένων. Λογικά, πολλοί προπονητές ή αθλητικοί διευθυντές το ερμήνευσαν τότε ως προσωπική επίθεση, ότι – και καλά – κάνουν καλή δουλειά. Βέβαια, αυτό ίσχυε, καθώς το 2006 το γερμανικό ποδόσφαιρο είχε σταματήσει να εξελίσσεται μεθοδολογικά.
»Ακόμα και σήμερα το γερμανικό ποδόσφαιρο επωφελείται από την επανάσταση του Κλίνσμαν. Ενδεικτικά, ο σημερινός προπονητής της εθνικής ομάδας, ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν, έγινε προπονητής της Μπουντεσλίγκα σε ηλικία 28 ετών, παρόλο που δεν είχε παίξει ποτέ επαγγελματικά ποδόσφαιρο. Αυτό οφείλεται στο ανοιχτο πνεύμα που εμφανίστηκε την περίοδο του Κλίνσμαν».
Αυτή η αλλαγή, όμως, δεν περιορίζεται στους θεσμούς ή στην αθλητική μεθοδολογία, αλλά συμπεριλαμβάνει και την επαναδιαπραγμάτευση των Γερμανών πάνω στο ζήτημα – αγκάθι της εκδήλωσης της εθνικής τους ταυτότητας. «Στα πρώτα πενήντα χρόνια μετά το τρομοκρατικό καθεστώς των ναζιστών, επικρατούσε η αίσθηση ότι εμείς οι Γερμανοί, λόγω της ιστορίας μας, θα έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί όσον αφορά την προβολή εθνικών συμβόλων. Μετά τα εγκλήματα του ναζισμού, έπρεπε να καταπνίξουμε κάθε κίνδυνο εθνικισμού από την ρίζα του. Γι’ αυτό κουβαλούσαμε εδώ και δεκαετίες μια πολύ σφιγμένη σχέση με τα εθνικά σύμβολα. Το 2006, όμως, καταφέραμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως όταν κυματίζουμε τη γερμανική σημαία για την ποδοσφαιρική μας ομάδα, αυτό σημαίνει απλώς ότι υποστηρίζουμε την ομάδα μας, και πιθανώς επίσης ότι δεν βρίσκουμε τη χώρα μας και τόσο άσχημη. Αλλά γι’ αυτό δεν γινόμαστε αμέσως όλοι ξανά Ναζί. Έτσι, το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν ουσιαστικά μια επιτυχημένη ψυχοθεραπεία για έναν ολόκληρο λαό».
Επακόλουθο αυτής της αλλαγής ήταν και η αναδιαμόρφωση της ταυτότητας και της ενσωμάτωσης. Παράλληλα με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, η Γερμανία άρχισε να εξοικειώνεται πιο έντονα με μια πολυπολιτισμική εθνική ταυτότητα, όπου «Γερμανός» δεν σήμαινε πλέον αποκλειστικά λευκός, χριστιανός ή χωρίς μεταναστευτικές ρίζες. Όπως πληροφορεί ο συγγραφέας, δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία εισήγαγε τον όρο «πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο», αποτυπώνοντας θεσμικά αυτή τη μεταβολή. Το ποδόσφαιρο λειτούργησε ξανά ως καθρέφτης αυτής της κοινωνικής μετάβασης. «Το Μουντιάλ του 2006 έκανε αίσθηση για το γεγονός ότι πέντε παίκτες με γονείς αλλοδαπούς έπαιζαν για τη Γερμανία. Σήμερα είναι κάτι φυσιολογικό. Όπως σε όλες τις χώρες, όμως, η μετανάστευση παραμένει και στη Γερμανία ένα ευαίσθητο θέμα. Άλλες φορές, οι σπουδαίοι Γερμανοί ποδοσφαιριστές με μεταναστευτικό υπόβαθρο θεωρούνται παράδειγμα του πόσο υπέροχα λειτουργεί η ένταξη. Άλλες φορές, οι ίδιοι ποδοσφαιριστές κατηγορούνται με τον πιο πρωτόγονο τρόπο για τις ήττες, με ανόητες εξηγήσεις όπως ότι δεν τραγουδούν τον εθνικό ύμνο».
Η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο
Παρ’ όλα αυτά, ο Ρενγκ αποφεύγει να προσεγγίσει το 2006 μέσα από έναν άκριτο ρομαντισμό. Αναγνωρίζει ότι η ιστορική σημασία εκείνου του καλοκαιριού δεν οφείλεται στο ότι ο κόσμος ήταν αντικειμενικά καλύτερος, αλλά στο ότι διαμορφώθηκε μια διαφορετική συλλογική ψυχολογία. Όπως τονίζει, «Το 2006 ο κόσμος δεν ήταν στην πραγματικότητα καλύτερος από ό,τι το 2026: υπήρχε περισσότερη φτώχεια στον κόσμο, περισσότερη ανεργία και εγκληματικότητα στη Γερμανία, υπήρχε η απελπιστική προσπάθεια να εκδημοκρατιστεί το Αφγανιστάν, και οι Αμερικανοί διεξήγαγαν – ακριβώς όπως σήμερα στο Ιράν – στο Ιράκ έναν πόλεμο, του οποίου το νόημα δεν ήταν κατανοητό για πολλούς ανθρώπους. Αυτό που το 2006 ήταν προφανώς διαφορετικό, ήταν η αίσθηση για τη ζωή. Όπως έδειξαν δημοσκοπήσεις της εποχής, πολλοί πίστευαν ότι ο κόσμος θα γινόταν ουσιαστικά καλύτερος».
Θα μπορούσε άραγε να επαναληφθεί αυτό το παραμυθένιο καλοκαίρι; «Αρκεί μόνο η πολιτική βούληση να διοργανωθεί μια αθλητική γιορτή με την ίδια έκταση και την ίδια αποφασιστικότητα που διοργανώθηκε το Μουντιάλ στη Γερμανία. Το Παρίσι έδωσε το παράδειγμα το 2024 με τους
Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι αγώνες διεξήχθησαν στο κέντρο της πόλης και ο κόσμος γιόρταζε το «γαλλικό 2006» του, το καλοκαίρι της ζωής του, παρά τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, τις οικονομικές ανησυχίες και τις διαμάχες για τη μετανάστευση. Η ζωηράδα των ανθρώπων είναι ακόρεστη. Αρκεί μόνο να την ξυπνήσουμε», καταλήγει.

