Με αφετηρία τη βιογραφία ενός από τους κορυφαίους Γάλλους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, αλγερινής καταγωγής, του Ζινεντίν Ζιντάν (χαϊδευτικά Ζιζού), ο Στεφάν Μπο, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Sciences Po της Λιλ, βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει την κοινωνική πρόοδο που συντελέστηκε κατά την εικοσαετία μεταξύ του 1980 και του 2000 και επέτρεψε στα παιδιά Αφρικανών μεταναστών να βρουν τη θέση τους στη γαλλική κοινωνία. Το βιβλίο του «Ζινεντίν Ζιντάν» (εκδ. La Découverte) κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες και ήδη προκαλεί συζητήσεις, ειδικά ενόψει έναρξης του Μουντιάλ και της ελπίδας που έχει επενδυθεί για ακόμη μια φορά στους «τρικολόρ», τη γαλλική εθνική ομάδα.


– Εχετε ασχοληθεί εκτενώς με μετανάστες αλγερινής καταγωγής. Γιατί επιλέξατε τον Ζινεντίν Ζιντάν ως θέμα του τελευταίου σας βιβλίου, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με την Αλγερία;
– Μη γελιέστε: ως γιος Αλγερινών μεταναστών, ο Ζινεντίν Ζιντάν διατηρούσε ανέκαθεν μια αρκετά στενή σχέση με την Αλγερία, αν και αυτή η σχέση εξελίχθηκε με τον χρόνο. Στη νεότητά του (1972-1990), λόγω των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων των γονιών του (ο πατέρας του ήταν αποθηκάριος με κατώτατο μισθό) και της πολυμελούς οικογενείας του (πέντε παιδιά), μπόρεσε να επισκεφθεί το χωριό του πατέρα του στην Καβυλία στη βόρεια Αλγερία μόνο μία φορά, το καλοκαίρι του 1986, σε ηλικία 14 ετών. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους γονείς του να του μεταδώσουν, κατά την παιδική του ηλικία, την οικογενειακή ιστορία τους.
Ο Ζιντάν ανακάλυψε ξανά την Αλγερία μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση και τη θριαμβευτική περιοδεία του στη χώρα τον Δεκέμβριο του 2006, όταν ο αλγερινός λαός τον υποδέχθηκε ως αληθινό «εθνικό ήρωα». Κατά τη γνώμη μου, ο Ζιντάν ενσαρκώνει όλα τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά ενός παιδιού Αλγερινών μεταναστών και γι’ αυτό αποτέλεσε ιδιαίτερο αντικείμενο ενδιαφέροντος για εμένα. Αλλωστε, το 2018 έγραψα ένα βιβλίο 400 σελίδων για μια οικογένεια Αλγερινών μεταναστών με οκτώ παιδιά («Η Γαλλία των Μπελουμί, Πορτραίτα μιας οικογένειας 1977-2017», εκδ. La Découverte, 2018).
– Πιστεύετε ότι η ανάλυση της βιογραφίας ενός γνωστού προσώπου, συνοδευόμενη από κοινωνιολογικά συμπεράσματα, είναι πιο αποτελεσματική για το ευρύ αναγνωστικό κοινό από ένα αφηρημένο κοινωνιολογικό βιβλίο;
– Τείνω να πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο δεν αφορά απλώς «κοινωνιολογικά συμπεράσματα». Στην πραγματικότητα, ήθελα η αφήγηση της ιστορίας του Ζιντάν να εκκινεί διαρκώς από κοινωνιολογικές υποθέσεις. Η κεντρική ιδέα αυτού του μικρού βιβλίου είναι ότι η ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα του Ζιντάν πρέπει να ιδωθεί μέσα από την ανασύνθεση όλου του φάσματος των κοινωνικών συνθηκών –τόσο οικογενειακών όσο και αυστηρά αθλητικών– που σε κάθε στάδιο της πορείας του (στην αρχή στο Μπορντό και έπειτα στη Γιουβέντους, στο Τορίνο) επέτρεψαν τη σταδιακή ανάδειξή του. Η ιδιαίτερη συμβολή της κοινωνιολογίας είναι ακριβώς αυτή: να προσφέρει μια λεπτομερή πλαισίωση των ατομικών ιστοριών, είτε πρόκειται για σταρ είτε για απλούς ανθρώπους. Ενα θαυμάσιο παράδειγμα είναι το βιβλίο του Νόρμπερτ Ελίας «Μότσαρτ, το πορτραίτο μιας μεγαλοφυΐας» (εκδ. Ινδικτος, 2006).
– Ο πατέρας του «Ζιζού» επέμενε περισσότερο στην αφομοίωση παρά στην ενσωμάτωση των παιδιών του με διατήρηση της αλγερινής ταυτότητάς τους. Τι επικράτησε τελικά;
– Ολοι αυτοί οι όροι –«αφομοίωση» και «ένταξη»– είναι, κατά μία έννοια, φορτισμένοι (οι κοινωνιολόγοι έχουν γράψει εκατοντάδες άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα). Επιπλέον, στη Γαλλία αυτές οι λέξεις έχουν υπερπολιτικοποιηθεί εξαιτίας της πίεσης της Ακροδεξιάς, η οποία εδώ και σαράντα χρόνια χαρακτηρίζει επίμονα τα παιδιά με καταγωγή από τη βορειοδυτική Αφρική (Μαγκρέμπ) ως «μη αφομοιώσιμα», σε αντίθεση με όσα δείχνουν όλες οι σοβαρές κοινωνιολογικές έρευνες. Αυτή η καχυποψία απέναντι στα παιδιά με καταγωγή από τις χώρες του Μαγκρέμπ, τα οποία αντιμετωπίζονται ως «αιώνιοι ένοχοι», συνδέεται στενά με την τεράστια σκιά που εξακολουθεί να ρίχνει ο αλγερινός πόλεμος στη γαλλική κοινωνία.
Η πειθαρχία εκτός τερέν – Δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα απολύτως ουσιαστικό στοιχείο: την ακραία αυτοπειθαρχία του στην προσωπική του ζωή εκτός ποδοσφαίρου, κάτι που κατέστη δυνατό σε μεγάλο βαθμό χάρη στη σύζυγό του, Βερονίκ, της οποίας ο καθοριστικός ρόλος στην επιτυχία του συχνά υποτιμάται.
Η αλήθεια είναι ότι, όπως λέει ο κοινωνιολόγος Αμπντελμαλέκ Σαγιάντ, η ένταξη ενός παιδιού μεταναστών (είτε αλγερινής είτε άλλης καταγωγής) γίνεται σταδιακά, ασυνείδητα, μέσω της πολυδιάστατης ενσωμάτωσής του –στο σχολείο, στους δημόσιους χώρους, μέσω της τηλεόρασης ή του ραδιοφώνου κ.λπ.–, στην κοινωνία υποδοχής. Ο Ζιντάν το εξέφραζε υπέροχα. Οταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούσαν ασταμάτητα αν αισθάνεται Γάλλος ή Αλγερινός έλεγε: «Είμαι από τη Μασσαλία», τη γενέτειρά του.
– Πώς ερμηνεύετε την «αυτοκαταστροφική» κουτουλιά στον Ιταλό ποδοσφαιριστή Μάρκο Ματεράτσι στον τελικό του Μουντιάλ το 2006, με αποτέλεσμα να αποβληθεί;
– Πρόκειται για μια πολύ σύνθετη ερώτηση· έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα και η απάντησή μου είναι προσεκτική. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να συνδυάσουμε δύο τύπους εξήγησης: τη δομική και τη συγκυριακή. Πρώτον, σε δομικό επίπεδο, αυτή η κουτουλιά αντανακλά ένα επαναλαμβανόμενο στοιχείο της προσωπικότητας του Ζιντάν: μια καταπιεσμένη βία, που πιθανότατα προέρχεται από τα παιδικά του χρόνια στη «σκληρή» εργατική γειτονιά της Λα Καστελάν (σ.σ.: στη Μασσαλία), όπου έπρεπε να μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό του ανάμεσα σε παιδιά για τα οποία η βίαιη συμπεριφορά ήταν κάτι συνηθισμένο.
Η μεγάλη αλλαγή – Αφότου κάθισε «στα θρανία» για να γίνει προπονητής ξεπέρασε τις αναστολές και τους φόβους του. Αυτό είναι που χαρακτηρίζω «οι μεταμορφώσεις του Ζιντάν» – δηλαδή η πραγματική κοινωνική του μεταμόρφωση σε άνθρωπο του λόγου και ηγετική προσωπικότητα.
Χωρίς να αναφέρουμε και την αίσθηση της τιμής που έφερε ως κληρονομιά από την Καβυλία και τον ώθησε, σχεδόν ασυνείδητα, να απαντήσει στην προσβολή του Ματεράτσι προς την αδελφή του. Επιπλέον, σε επίπεδο συγκυρίας, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτή η ατυχής κουτουλιά –για την οποία ο Ζιντάν αργότερα μετάνιωσε οικτρά– συνέβη στο τέλος της παράτασης του τελικού: ο Ζιντάν (34 ετών τότε) ήταν εξαντλημένος και τραυματισμένος στον ώμο, άρα σωματικά και ψυχικά εξουθενωμένος.
– Επιμένετε πολύ στην πειθαρχία του ως ποδοσφαιριστή και όχι τόσο στο ταλέντο του. Είναι το ποδόσφαιρο όχημα κοινωνικής ένταξης και κοινωνικής ανόδου για τους μετανάστες μέσα από τη σκληρή δουλειά;
– Hθελα να αντιστρέψω την κυρίαρχη αφήγηση, αναδεικνύοντας αυτό που συνήθως παραβλέπεται όσον αφορά στο τεράστιο ταλέντο του Ζιντάν: ότι δούλευε πάντα εξαιρετικά σκληρά στις προπονήσεις για να βελτιώσει τις δεξιότητες και το παιχνίδι του. Δεν πρέπει, εξάλλου, να ξεχνάμε ένα απολύτως ουσιαστικό στοιχείο: την ακραία αυτοπειθαρχία του στην προσωπική του ζωή εκτός ποδοσφαίρου, κάτι που κατέστη δυνατό σε μεγάλο βαθμό χάρη στη σύζυγό του, Βερονίκ, της οποίας ο καθοριστικός ρόλος στην επιτυχία της καριέρας του συχνά υποτιμάται. Ο ίδιος έχει πει στο TF1 για εκείνη: «Της χρωστάω τα πάντα!». Επιπλέον, στη Γαλλία, για τους νέους των προαστίων που δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν ανώτατες σπουδές, το ποδόσφαιρο αποτελεί ένα αξιοσημείωτο όχημα κοινωνικής κινητικότητας – αλλά αφορά μόνο μια πολύ μικρή μειονότητα παικτών.
– Γιατί αποφάσισε ο Ζιντάν να επιστρέψει στα θρανία μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας;
– Κατ’ αρχάς, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ζιντάν χρειάστηκε χρόνο (τουλάχιστον τέσσερα ή πέντε χρόνια) για να αποφασίσει να γίνει προπονητής. Στην αρχή δεν ήταν απαραίτητα αυτό το σχέδιό του. Ηταν άνθρωπος λιγομίλητος, εσωστρεφής, ντροπαλός. Αυτό που αποδείχθηκε καθοριστικό ήταν η «επιστροφή του στα θρανία» στα 40 του χρόνια, στη Γαλλία (αν και ζούσε στη Μαδρίτη από το 2001), προκειμένου να παρακολουθήσει ένα υψηλού κύρους μεταπτυχιακό στη διοίκηση αθλητικών σωματείων. Εκεί, όπως και στα προπονητικά σεμινάρια της Γαλλικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FFF), είχε μια μορφή αποκάλυψης. Ξεπέρασε τις αναστολές και τους φόβους του. Αυτό είναι που χαρακτηρίζω «οι μεταμορφώσεις του Ζιντάν» – δηλαδή η πραγματική κοινωνική του μεταμόρφωση σε άνθρωπο του λόγου και ηγετική προσωπικότητα.
– Σε προηγούμενο βιβλίο σας γράψατε για την ντροπιαστική Εθνική Γαλλίας στο Μουντιάλ του 2010, σε αντίθεση με τη θρυλική ομάδα του 1998. Πού κατατάσσετε συγκριτικά τη σημερινή εθνική ομάδα της Γαλλίας;
– Η Εθνική Γαλλίας του 2010 ήταν πραγματική πυριτιδαποθήκη: πρώτον, μια ομάδα που προκρίθηκε χάρη σε γκολ που προήλθε από χέρι του Τιερί Ανρί· δεύτερον, ένα σύνολο παικτών με σοβαρές εσωτερικές εντάσεις· τρίτον, και κυριότερον, ένας προπονητής, ο Ρεϊμόντ Ντομενέκ, γνωστός για τη διαρκώς προκλητική συμπεριφορά του, ο οποίος απέτυχε παταγωδώς, αποδεικνυόμενος ως ο βασικός υπεύθυνος για την «ανταρσία του λεωφορείου» στην Κνούσνα της Νότιας Αφρικής (σ.σ.: οι παίκτες αποφάσισαν να παραμείνουν στο λεωφορείο της ομάδας, διαμαρτυρόμενοι έτσι για τις επιλογές του προπονητή τους). Η γαλλική ομάδα του 2026 είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία: από τη μία διαθέτει μια εκθαμβωτική επιθετική γραμμή (Κιλιάν Εμπαπέ, Ουσμάν Ντεμπελέ, Ντεζιρέ Ντουέ, Μάικλ Ολίσε, Ραγιάν Σερκί), κορυφαίους αμυντικούς και έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό προπονητή, τον Ντιντιέ Ντεσάν, ο οποίος έχει αποδείξει την αξία του σε κάθε ομάδα που έχει αναλάβει.

