Τρεις ημέρες μετά την ολική ανατροπή στο πρωτάθλημα Σκωτίας και την κατάκτηση του τίτλου από τη Σέλτικ σε ένα φινάλε-θρίλερ, η Αρσεναλ αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Αγγλίας για 14η φορά στην ιστορία της, 22 ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που το είχε κόψει το νήμα πρώτη στο πιο απαιτητικό πρωτάθλημα του κόσμου. Ο θρίαμβος των «κανονιέρηδων» ήλθε μία αγωνιστική πριν από το φινάλε, χωρίς να χρειαστεί να βάλουν την τελευταία οβίδα στα κανόνια τους. Η ισοπαλία της στο Μπόρνμουθ άφησε τη Μάντσεστερ Σίτι στο -4 από την κορυφή και αφόπλισε από ενδιαφέρον την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ, σε ένα σκηνικό εντελώς διαφορετικό από αυτό της Σκωτίας, όπου ο τίτλος άλλαξε χέρια μόλις δύο λεπτά πριν από το φινάλε της κανονικής διάρκειας του τελευταίου αγώνα του πρωταθλήματος. Κι αυτό επειδή στην προηγούμενη αγωνιστική η νίκη κρίθηκε σε χρόνο μηδέν με την παρέμβαση του VARίστα.
Οσο κι αν μοιάζουν εντελώς ξεχωριστές αυτές οι δύο ιστορίες, ειδικά στον τρόπο που κρίθηκαν, στην πραγματικότητα έχουν έναν κοινό και πολύ κρίσιμο παρονομαστή: πριν φτάσουμε στο θριαμβευτικό φινάλε, η προσημείωση του τίτλου και για τις δύο πρωταθλήτριες είχε γίνει λίγες ημέρες νωρίτερα, με κρίσιμες αποφάσεις του VAR ακριβώς στην τελευταία φάση δύο πολύ καθοριστικών εκτός έδρας αγώνων και για τις δύο. Ηταν φάσεις όπου η τεχνολογία άλλαξε την αρχική απόφαση του διαιτητή και έκριναν επί της ουσίας τον πρωταθλητή, σε ένα σκηνικό που σήκωσε τόνους σκόνης, έντονες συζητήσεις και μεγάλη αμφισβήτηση όσον αφορά την ορθότητα των τελικών αποφάσεων.
Στην προτελευταία έξοδο της Αρσεναλ από το Emirates και ενώ ήταν μπροστά στο σκορ με 1-0, η Γουέστ Χαμ πέτυχε «μπάζερ μπίτερ» γκολ στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων με το οποίο ισοφάρισε προσωρινά σε 1-1, μια και ο διαιτητής του αγώνα το μέτρησε κανονικά πριν έλθει η παρέμβαση του VAR. Και ήταν ένα πολύ κρίσιμο γκολ, καθώς διαμόρφωνε νέα δεδομένα τόσο στην κορυφή της Premier League όσο και στην ουρά της, με τις μονομαχίες Αρσεναλ – Μάντσεστερ Σίτι για τον τίτλο και Τότεναμ – Γουέστ Χαμ για την παραμονή να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού, όπου και η παραμικρή λεπτομέρεια μετράει. Το γκολ τελικά δεν κατακυρώθηκε. Ο υπεύθυνος του VAR κάλεσε τον διαιτητή να ξαναδεί τη φάση κι αυτός έκρινε ότι πριν μπει η μπάλα στα δίκτυα των «κανονιέρηδων», είχε προηγηθεί επιθετικό φάουλ του Πάμπλο στον Ράγια.
Τρεις μέρες αργότερα, επαναλήφθηκε ένα αντίστοιχο σκηνικό στο κρίσιμο εκτός έδρας ματς της Σέλτικ με την 4η της βαθμολογίας, Μάδεργουελ. Ακριβώς 8 δευτερόλεπτα πριν τελειώσει το τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων, με υπόδειξη του VAR δόθηκε πέναλτι υπέρ των Κελτών για χέρι του Σαμ Νίκολσον, στην προσπάθειά του να απομακρύνει με κεφαλιά την μπάλα, ακριβώς την ώρα που ο διαιτητής έβαζε τη σφυρίχτρα στα χείλη του για να τελειώσει τον αγώνα. Με το εύστοχο χτύπημα του πέναλτι, η Σέλτικ νίκησε 2-3 και έμεινε στο -1 από την πρωτοπόρο Χαρτς, την οποία αντιμετώπιζε στην έδρα της την τελευταία αγωνιστική στο ματς που θα έκρινε οριστικά τη μάχη του τίτλου.
Αν το παιχνίδι με τη Μάδεργουελ έμενε στο 2-2, η ομάδα της Γλασκώβης θα ήθελε υποχρεωτικά νίκη με τουλάχιστον 3 γκολ διαφορά για να πανηγυρίσει τον τίτλο, ενώ μετά το 2-3 τής αρκούσε επικράτηση ακόμα και με… μισό – μηδέν. Και κάπως έτσι έκανε τη μεγάλη ανατροπή. Ενώ βρέθηκε πίσω στο σκορ, ισοφάρισε σε 1-1, πίεσε για το 2ο γκολ και το πέτυχε στο 88’, πριν βάλει το κερασάκι στην τούρτα με το 3-1 στο τέλος των καθυστερήσεων, όταν ακόμα και ο τερματοφύλακας της Χαρτς έπαιζε… σέντερ φορ μήπως και η ομάδα του ισοφαρίσει.
Αμέσως μετά το τέλος των δύο δραματικών αγώνων, φούντωσε η ένταση και άρχισαν οι αντιδράσεις με επίκεντρο τις συζητήσεις για την ορθότητα αυτών των δύο κρίσιμων παρεμβάσεων, που (συμπτωματικά ή όχι) ήταν και οι δύο υπέρ της «μεγάλης» ομάδας των δύο ζευγαριών που διεκδικούσαν τον τίτλο. Οι δύο φάσεις, βέβαια, είναι εντελώς διαφορετικές. Ολοι οι ειδικοί συμφώνησαν ότι ορθώς δεν μέτρησε το γκολ της Γουέστ Χαμ, γιατί όντως είχε προηγηθεί (διπλό και τρίδιπλο) επιθετικό φάουλ, ενώ οι περισσότεροι αμφισβήτησαν έντονα το πέναλτι που δόθηκε υπέρ της Σέλτικ, θεωρώντας πως ήταν τραβηγμένο από τα μαλλιά και το πήρε η «φανέλα» της πιο δυνατής ομάδας.
«Η διαμάχη και δυσαρέσκεια πολλών για το γκολ της Γουέστ Χαμ που δεν μέτρησε οφείλεται στο γεγονός ότι απέναντί της ήταν η Αρσεναλ», δήλωσε στο MOTD ο παλιός ποδοσφαιριστής της Λίβερπουλ, Ντάνι Μέρφι, υπονοώντας ότι ένα μεγάλο κομμάτι των «ουδέτερων» φιλάθλων δεν επιθυμούσε να πάρουν τον τίτλο οι «Gunners», γιατί επικρατεί η άποψη ότι δεν παίζουν καλό ποδόσφαιρο και έχουν υπερβολική εξάρτηση στο σκοράρισμα από τις στατικές φάσεις, κυρίως από τις εκτελέσεις κόρνερ. Αντίστοιχα, στη Σκωτία μόνο οι οπαδοί της Σέλτικ ήθελαν να δουν την ομάδα τους πρωταθλήτρια. Οι φίλοι της Ρέιντζερς, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των φιλάθλων των άλλων ομάδων, ήθελαν τη Χαρτς, οι πρώτοι για τους… γνωστούς λόγους και οι άλλοι για να δουν να σπάει (επιτέλους) το δίπολο! Η τελευταία ομάδα που κατέκτησε τον τίτλο στη Σκωτία χωρίς να είναι η Σέλτικ ή η Ρέιντζερς του Old Firm ήταν η Αμπερντίν του σερ Αλεξ Φέργκιουνσον, το μακρινό 1984-85!
Πολλή σκόνη σηκώθηκε και για το επίπεδο της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται στα δύο γειτονικά πρωταθλήματα. Ο Ντάρεν Ινγκλαντ, υπεύθυνος του VAR στο παιχνίδι της Γουέστ Χαμ με την Αρσεναλ, αφιέρωσε δύο λεπτά και 41 δευτερόλεπτα για να ελέγξει τη φάση από πολλές διαφορετικές κάμερες και να διερευνήσει κάθε υποψία λάθους του διαιτητή. Οταν κλήθηκε για on field review από τον υπεύθυνο του VAR, ο διαιτητής Κρις Κάβανο χρειάστηκε ένα λεπτό και 15 δευτερόλεπτα για να δει τη φάση από 17 διαφορετικές κάμερες και να καταλήξει με κάθε ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το γκολ ήταν αντικανονικό. Η συνολική επανεξέταση της φάσης διήρκεσε 4 λεπτά και 11 δευτερόλεπτα, χρόνος ικανός για να περιορίσει την πιθανότητα λάθους σε ένα στιγμιαίο περιστατικό που πιθανώς θα καθόριζε στο τελευταίο δευτερόλεπτο ενός κρίσιμου αγώνα την τύχη του πιο σημαντικού πρωταθλήματος στον κόσμο!
Αν και μοιάζει μεγάλος ο χρόνος των 4+ λεπτών για την ανασκόπηση μίας φάσης, ήταν λογικός γιατί υπήρχαν πολλά περιστατικά προς έλεγχο. Αντίθετα, στον αγώνα του Fir Park ο απαιτούμενος χρόνος ήταν σημαντικά μικρότερος, κι αυτό όχι μόνο επειδή υπήρχε μόνο ένα θολό σημείο για επανεξέταση. Ο υπεύθυνος του VAR, Αντριου Ντάλας, χρειάστηκε ένα λεπτό και 25 δευτερόλεπτα για να αξιολογήσει τη φάση και ο διαιτητής, Τζον Μπίτον, στήθηκε μπροστά από το μόνιτορ μόλις για 20 δευτερόλεπτα για να δει μόνο δύο επαναλήψεις από τις διαθέσιμες κάμερες. Ο Ντάλας κατηγορείται ότι πρόσφερε στον διαιτητή μόνο τα πλάνα που είδαν όλοι από την τηλεόραση ως μια σαφή απόδειξη ότι ο παίκτης της Μάδεργουελ βρήκε τη μπάλα με το χέρι, αλλά η πλειοψηφία, ειδικών και μη, χαρακτήρισε την τακτική του παραπειστική, υπέρ του ισχυρού και σε βάρος της λογικής του παιχνιδιού. Ο δε προπονητής της Χαρτς, Ντέρεκ ΜακΙνες, επιτέθηκε στους διαιτητές μιλώντας για μια «αηδιαστική απόφαση».
Η βασική διαφορά στις λήψεις των δύο φάσεων είναι οικονομική: οι πόροι της σκωτσέζικης λίγκας είναι περιορισμένοι και δεν επιτρέπουν την πλήρη αξιοποίηση της τεχνολογίας. Στην Premier League, οι ελάχιστες κάμερες για τη χρήση του VAR σε κάθε αγώνα είναι 28. Σε πολλά γήπεδα, ειδικά των «μεγάλων ομάδων», είναι ακόμα περισσότερες. Στη Σκωτία, τα περισσότερα παιχνίδια καλύπτονται από μόλις 6 κάμερες, που διπλασιάζονται και γίνονται 12 μόνο στα ματς με απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Ο Ντάλας παρουσίασε στον Μπίτον μόνο μία γωνία λήψης, ενώ στην επίμαχη φάση του άλλου αγώνα ο Κάβανο είχε στη διάθεσή του 17 πλάνα από 17 διαφορετικές κάμερες, που δεν άφηναν καμία «γκρίζα ζώνη».
Στην πλειονότητάτους, οι διαιτητές δείχνουν εμπιστοσύνη στο VAR και αλλάζουν συνήθως την αρχική τους απόφαση όταν καλούνται να επανεξετάσουν μια φάση μετά από προτροπή του συναδέλφου τους που την έχει αναλύσει νωρίτερα με τη βοήθεια της τεχνολογίας και έχει διαπιστώσει λάθος. Ελάχιστες φορές στη διάρκεια μιας σεζόν ένας διαιτητής εμμένει στην αρχική του απόφαση όταν καλείται για επανεξέταση μιας φάσης, γι’ αυτό και το VAR θεωρείται ο πραγματικός διαιτητής ενός αγώνα.
Σε κάθε περίπτωση, η εισβολή της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο παραμένει μια αμφιλεγόμενη ιστορία, και ειδικά στην Αγγλία πολλοί επιθυμούν την επιστροφή στα παλιά και την κρίση των φάσεων, ακόμα και των πιο κρίσιμων, από την πρώτη αίσθηση των διαιτητών στη ζωντανή ροή του παιχνιδιού. «Κατά την ορολογία της FIFA, το VAR δεν εισήχθη στο ποδόσφαιρο για να ψάχνει βότσαλα, αλλά για βράχους. Και η τελευταία φάση στο ματς της Σέλτικ δεν ήταν βότσαλο, ούτε καν ένας κόκκος άμμου. Η απόφαση αυτή είναι εντελώς αντίθετη από το ήθος που θέλει να επιβάλει στο ποδόσφαιρο η χρήση του VAR», ήταν η κυνική δήλωση που έκανε στο 5 Live ο Μπόμπι Μάντεν, παλαίμαχος Σκωτσέζος διαιτητής, αμφισβητώντας ευθέως την ορθότητα της τελικής απόφασης για το πέναλτι που έκρινε το παιχνιδι και ουσιαστικά τον τίτλο.
Η λογική του VAR δεν είναι να ψάχνει ψύλλους στα άχυρα, αλλά να διορθώνει κυρίως τα κραυγαλέα λάθη, με τη χρήση της τεχνολογίας, πέραν κάθε αμφιβολίας. Υπάρχουν πολλές «γκρίζες» φάσεις που δεν ξεκαθαρίζουν απόλυτα, ακόμα κι όταν εξετάζονται από πολλές διαφορετικές γωνίες λήψης, σε περιπτώσεις που δημιουργούν διχογνωμία παρά τη βοήθεια των τεχνολογικών μέσων, ειδικά όταν η… μεζούρα δίνει τη δυνατότητα να κριθούν οι φάσεις στον πόντο. Ακόμα κι έτσι, πολλοί πιστεύουν ότι δεν είναι δίκαιο να κρίνονται νίκες και τίτλοι σε χιλιοστά, αλλά ο αντίλογος είναι πως είναι πιο ασφαλής αυτή η προσέγγιση σε σχέση με μια κρίση «με το μάτι», όπως συμβαίνει π.χ και στον στίβο, όπου ένα χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες μπορεί να παιχθεί μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου.
Στις φάσεις που οι διαφορές δεν είναι μετρήσιμες, αλλά είναι στην κρίση του διαιτητή, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η παρέμβαση του VAR κόντρα στην αίσθηση του διαιτητή μέσα από τον αγωνιστικό χώρο πρέπει να γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που το λάθος του είναι εξόφθαλμο, πέραν κάθε αμφισβήτησης. Εάν παραμένει η αμφιβολία μετά τη χρήση της τεχνολογίας, είναι προτιμότερο να υπερισχύει η αίσθηση του διαιτητή στη ροή του αγώνα και όχι από το ριπλέι. Και η φάση στο Fir Park σίγουρα δεν είναι ξεκάθαρη, γι’ αυτό και υπάρχει ένας προβληματισμός για το πώς ο Ντάλας ήταν τόσο σίγουρος ότι η μπάλα βρήκε το χέρι του Νίκολσον, εξετάζοντάς τη με μόνο μία γωνία λήψης. Ενώ υπάρχει η γενική αίσθηση ότι το VAR απέδωσε δικαιοσύνη στο London Stadium, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και στη Σκωτία. Ο μόνος που γνωρίζει πραγματικά αν βρήκε τη μπάλα με το χέρι είναι ο ίδιος ο Νίκολσον. κι αυτή η συνθήκη σε ένα τόσο θολό τοπίο δεν επιτρέπει την εμπλοκή του VAR.
Στο τέλος της ημέρας, δύο πρωταθλήματα κρίθηκαν εν πολλοίς από το VAR κόντρα στην αρχική απόφαση των διαιτητών, κυριολεκτικά στην τελευταία φάση των καθυστερήσεων δύο πολύ κρίσιμων αγώνων. Χωρίς τη χρήση της τεχνολογίας, πιθανώς ο τίτλος να κατέληγε σε άλλα χέρια, μια και οι επόμενοι αγώνες θα διεξάγονταν κάτω από εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις, με άλλα ζητούμενα και σαφώς μεγαλύτερη πίεση για τις δύο ομάδες που έκοψαν τελικά πρώτες το νήμα. Σωστό ή λάθος, αυτό συνέβη στην πραγματικότητα, γεννώντας έναν ακόμα γύρο ατέρμονων συζητήσεων για τη χρήση του VAR και της τεχνολογίας στη σύγχρονη εποχή, όπου μια νίκη δεν κρίνει μόνο τίτλους αλλά και πολλά εκατομμύρια.

