Μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο, ο Ανδρέας Τεττέη ήταν το «πρόσωπο του ελληνικού ποδοσφαίρου». Ηταν ένας «Αντετοκούνμπο του ποδοσφαίρου», ένα παιδί που βίωσε τον ρατσισμό λόγω του χρώματος και της καταγωγής του, που πάλεψε να βρει τη θέση του πρώτα στον κόσμο και μετά στο ποδόσφαιρο, που έπαιξε μπάλα στην Κηφισιά, μια ομάδα που τη βοήθησε και τον βοήθησε. Που πήρε το ελληνικό διαβατήριο και ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Που φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο και ένα ολόκληρο γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και τον αποθέωσε. Ο Ανδρέας Τεττέη μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο μας έδωσε την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει στην κοινωνία, ότι οι φωνές των ρατσιστών, των νοσταλγών της Χρυσής Αυγής και των κάθε λογής ανόητων μπορούν επιτέλους να σιωπήσουν κάτω από το χειροκρότημα των υπολοίπων, που χαίρονταν με τη χαρά ενός παιδιού που έκανε τα όνειρά του πραγματικότητα.
Το πρώτο «μήνυμα»
Οταν ανακοινώθηκε ότι ο Τεττέη έκλεισε στον Παναθηναϊκό, η πρώτη αλλαγή που είδαμε είχε να κάνει με την αντιμετώπιση από τους διαιτητές: ο Ανδρέας, που λόγω σωματοδομής και στυλ παιχνιδιού ήταν πάντα μέσα στις μονομαχίες και έτρωγε μπόλικο ξύλο –ποδοσφαιρικό και μη–, ξαφνικά άρχισε να παίρνει κίτρινες κάρτες με μεγάλη ευκολία και συχνότητα. Για φάουλ που έκανε, για διαμαρτυρία όταν ζητούσε φάουλ, ακόμα και για θέατρο. Κι όταν τελικά φόρεσε τα «πράσινα» από τις αρχές του Γενάρη και πήρε φανέλα βασικού στον Παναθηναϊκού, είδαμε το πραγματικό πρόσωπο της κοινωνίας στην οποία ζούμε: αυτό που αλλάζει έκφραση από μίσος. Αυτό που σιχαίνεται το διαφορετικό. Κι αυτό που βρίζει αυτόν που παίζει «στους απέναντι», μόνο και μόνο επειδή παίζει σε άλλη ομάδα και όχι στη δική μας. Ακόμα κι αν είναι κάποιος που χειροκροτούσαμε πριν από λίγες εβδομάδες.
Οσο ο Τεττέη έπαιζε στην Κηφισιά, ήταν ο «παιχταράς», το «τανκ», αυτός που δεν έπεφτε με τίποτα, που άντεχε στα τζαρτζαρίσματα, που «μόνο με φάουλ τον σταματούσες». Οταν έγινε παίκτης του Παναθηναϊκού, βαφτίστηκε «θεατρίνος», «βουτηχτής», «μέτριος» και «υπερτιμημένος». Ολως τυχαίως ή καθόλου τυχαία, από τους οπαδούς ομάδων που τον είχαν βάλει στα μεταγραφικά τους μπλοκάκια, που είχαν κάνει επαφές με τη διοίκηση της Κηφισιάς ή ήταν σίγουροι ότι ο παίκτης θα πάει σε εκείνους.
Στα γήπεδα που άκουγε χειροκροτήματα, ή τέλος πάντων που δεν άκουγε μισή βρισιά ή μισή βαριά κουβέντα, από τον Γενάρη και μετά ο Τεττέη έχει γίνει στόχος της εξέδρας κάθε φορά που διαμαρτύρεται για ένα φάουλ που δεν του δόθηκε, για ένα φάουλ που κέρδισε, για μια κίτρινη που «φόρτωσε» έναν αντίπαλο αμυντικό, για γκολ που πετυχαίνει ή για μια ευκαιρία που έχασε. Συνθήματα για εκείνον και τη μητέρα του ακούστηκαν στην Τούμπα, στη Φιλαδέλφεια και εσχάτως στο «Γ. Καραϊσκάκης», ειδικά όταν ο Ροντινέι ξεκίνησε μια μανούρα μαζί του μετά από ένα φάουλ που δέχτηκε από τον Τεττέη, συνεχίζοντας την παράδοση που έχει να κάνει φασαρία με όποιον παίκτη του Παναθηναϊκού φοράει το «7» (όπως έκανε παλαιότερα με τον Φώτη Ιωαννίδη) και πουλώντας οπαδιλίκι και δημόσιες σχέσεις στην «ερυθρόλευκη» εξέδρα, από τη στιγμή που δεν έχει να «πουλήσει» φέτος κάποια επιτυχία.
Η συζήτηση βγήκε… οφσάιντ
Κι επειδή «λέγε λέγε, κάτι θα μείνει», αντί να συζητάμε για το αν οι αντίπαλοι αμυντικοί παίζουν σκληρά τον Τεττέη, αν τον προστατεύουν οι διαιτητές ή επιτρέπουν το σκληρό παιχνίδι επειδή είναι δυνατό παιδί, κάποιοι έχουν φροντίσει να στρέψουν τη συζήτηση σε άλλα μονοπάτια, όπως αν πέφτει εύκολα ή αν έκανε τη σωστή επιλογή καριέρας ή αν η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό θα βοηθήσει την καριέρα του ή θα τον αφήσει στάσιμο. Κυρίως, έχει στρέψει τη συζήτηση μακριά από το απεχθές πρόσωπο μιας μερίδας της κοινωνίας μας, από αυτούς δηλαδή που χειροκροτούν με ευκολία για κάτι που είναι «στη μόδα», δείχνουν το πιο πολιτισμένο τους προφίλ όταν είναι οικογενειακώς σε αγώνα της Εθνικής και τους βλέπουν τα παιδιά τους, αλλά όταν είναι «μόνοι τους» στο γήπεδο, ανάμεσα σε άλλους που κουβαλάνε τα ίδια μυαλά με αυτούς, είναι επιτέλους ο εαυτός τους και μπορούν να βγάζουν τα χειρότερα ένστικτά τους, χωρίς ίχνος ντροπής. Και, μεταξύ μας, όσο κι αν δεν το παραδεχτεί ποτέ κανένας τους ανοιχτά, πάντα το χρώμα του δέρματος του Ανδρέα, συνειδητά ή υποσυνείδητα, θα παίζει ρόλο στον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν.

