Στο τρίτο λεπτό των καθυστερήσεων, όταν ο Ζοάο Μάριο έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Παναθηναϊκού, στη Νέα Φιλαδέλφεια έλαβε χώρα μια έκρηξη συναισθημάτων από ένα πλήθος ποδοσφαιριστών και μελών του ποδοσφαιρικού τμήματος και από δεκάδες χιλιάδες οπαδούς. Σε αυτή την κατάσταση, με ένα γήπεδο να έχει πάρει φωτιά, με δευτερόλεπτα να απομένουν πριν από την ολοκλήρωση του αγώνα, ο Μάρκο Νίκολιτς βρήκε τον τρόπο να μείνει ψύχραιμος και, δευτερόλεπτα μετά, να δείξει με φωνές και νεύματα προς τους ποδοσφαιριστές του τι ήθελε να κάνουν για να ολοκληρώσουν με ασφάλεια το ματς. Αυτή η σκηνή είναι το highlight της πρώτης σεζόν του Μάρκο Νίκολιτς στην ΑΕΚ ή, πιο σωστά, η κεντρική ιδέα μιας ονειρεμένης σεζόν για εκείνον και την ομάδα του. Διότι αυτή η ικανότητα του Σέρβου προπονητή στη διαχείριση των συναισθημάτων αποτελεί τη βάση στήριξης όλης της φιλοσοφίας του για το ποδόσφαιρο που πρεσβεύει – το controlled football.
Ελεγχος των συνθηκών
Το controlled football που πρεσβεύει ο Μάρκο Νίκολιτς δεν αφορά απλώς τον έλεγχο της μπάλας. Αφορά κυρίως τον έλεγχο των συνθηκών του αγώνα. Η βασική ιδέα είναι ότι μια ομάδα πρέπει να μπορεί να ελέγχει τον ρυθμό, τους χώρους και τις αποστάσεις περισσότερο από ό,τι να κυριαρχεί απλώς μέσα από την κατοχή της μπάλας. Δεν πρόκειται για ένα μοντέλο που επιδιώκει τη διαρκή επίθεση ή την ασταμάτητη ένταση, αλλά για ποδόσφαιρο που προσπαθεί να μειώσει το χάος, να περιορίσει τις μεταβάσεις και να οδηγήσει τον αντίπαλο σε προβλέψιμες αποφάσεις.
Οι ομάδες του Νίκολιτς επιτίθενται με τρόπο που προστατεύει τη δομή τους. Δίνουν μεγάλη σημασία στις αποστάσεις μεταξύ των γραμμών, στην τοποθέτηση που ευνοεί μια αποτελεσματική μετάβαση στην άμυνα, στην πειθαρχία των θέσεων και στην κατοχή με στόχο τη σταθερότητα. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια ομάδα πιο ήρεμη, πιο οργανωμένη και λιγότερο εκτεθειμένη όταν χάνει την μπάλα. Ο έλεγχος, σε αυτό το μοντέλο, δεν είναι αισθητική επιλογή αλλά εργαλείο επιβολής: η προσπάθεια να αποφασίζει η ομάδα υπό ποιες συνθήκες θα παιχθεί το παιχνίδι.
Συναισθηματική πειθαρχία
Το controlled football του Νίκολιτς όμως δεν αφορά μόνο τον τακτικό έλεγχο του αγώνα, αλλά και τον συναισθηματικό έλεγχο της ομάδας. Οι ομάδες του προσπαθούν να μη «σπάνε» συναισθηματικά από τη ροή του ματς – είτε μετά από ένα λάθος, είτε μετά από μια μεγάλη ευκαιρία, είτε όταν ο ρυθμός ανεβαίνει και το παιχνίδι γίνεται χαοτικό. Η λογική είναι ότι μια ομάδα που παραμένει ψύχραιμη και πειθαρχημένη έχει περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσει τη δομή της και να συνεχίσει να παίρνει σωστές αποφάσεις.
Γι’ αυτό συχνά οι ομάδες του δίνουν την αίσθηση ότι παίζουν με υπομονή και χωρίς πανικό, ακόμη και σε δύσκολες στιγμές. Το control, δηλαδή, δεν περιορίζεται στη διαχείριση των χώρων και της μπάλας, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση της ψυχολογίας και των συναισθημάτων του αγώνα.
Ηρεμη δύναμη
Αυτή η ψυχραιμία μεταδίδεται στους ποδοσφαιριστές από τον προπονητή. Στη διάρκεια του αγώνα η γλώσσα του σώματος μεταδίδει ότι αυτός είναι ένας προπονητής που παραμένει ήρεμος επειδή νιώθει ότι έχει την κατάσταση υπό έλεγχο. Και αυτό είναι που ζητά από τους ποδοσφαιριστές του. Να παραμένουν ψύχραιμοι, να «διαβάζουν» το ματς και να προσαρμόζονται εγκαίρως στην κατάσταση του παιχνιδιού.
Με αυτή την ψυχραιμία βρήκε τη νηφαλιότητα για να διορθώνει και να βελτιώνει την ομάδα του στην εξέλιξη της σεζόν. Αυτή η ψυχραιμία τον βοήθησε να διαχειριστεί την πρώτη κρίση, το φθινόπωρο, μετά τις δύο κολλητές ήττες σε ντέρμπι. Χάρη στην ψυχραιμία του βρήκε το καθαρό μυαλό για να βελτιώσει αρκετούς από τους ποδοσφαιριστές που βρήκε στην ΑΕΚ (Στρακόσια, Ρότα, Πήλιος, Μουκουντί), για να δείξει εμπιστοσύνη σε παίκτες που αρχικώς δεν τον έπειθαν (Μάνταλος, Περέιρα, Βίντα, Λιούμπιτσιτς), για να ενσωματώσει και να καθοδηγήσει τους νεοφερμένους (Ρέλβας, Πινέδα), για να βρει ρόλο στον Κοϊτά και τον Ζίνι. Και για να παίξει με δύο σέντερ φορ, τον Γιόβιτς και τον Βάργκα, μολονότι ο περίγυρος αμφέβαλε.
Κομπιούτερ στον πάγκο
Στα παιχνίδια, ο Νίκολιτς «ξόδευε» τους πρώτους μήνες όλο το πρώτο ημίχρονο για να παρακολουθεί με στάση που θύμιζε περισσότερο έναν κριτικό κινηματογράφου και λιγότερο προπονητή ποδοσφαίρου. Κρατώντας το μυαλό στη σταθερή θερμοκρασία ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο Σέρβος προπονητής διάβαζε το ματς και προχωρούσε σε τακτικές τροποποιήσεις και βελτιώσεις. Και όσο οι ποδοσφαιριστές έβλεπαν στα ματς ότι αυτό «δουλεύει» – δηλαδή ότι οι διορθώσεις του προπονητή τους βοηθούσαν να αποδώσουν καλύτερα στο ομαδικό και το ατομικό επίπεδο, τόσο η εμπιστοσύνη του γκρουπ προς τον προπονητή μεγάλωνε.
Η τελευταία πράξη
Στο ματς της χρονιάς, η ΑΕΚ δεν τα κατάφερνε, διότι δεν μπορούσε να τιθασεύει τον εκνευρισμό της ανυπομονησίας για την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Ο προπονητής όμως καθοδηγούσε διαρκώς τους ποδοσφαιριστές του, πιέζοντάς τους για να προκαλέσει την ένταση στη συγκέντρωσή τους, προκειμένου να καταφέρουν να φέρουν το παιχνίδι υπό τον έλεγχό τους. Και επειδή κράτησε το μυαλό του καθαρό, η νηφαλιότητα τον βοήθησε να διαβάσει καλά την εξέλιξη του παιχνιδιού και να φέρει στο τερέν τους ποδοσφαιριστές που έγιναν πρωταγωνιστές μιας ιστορικής ανατροπής. Πρώτα τον Ζίνι, που άναψε τη φωτιά, και ύστερα τον Ζοάο Μάριο, που έβαλε το γκολ της χρονιάς. Και αυτά τα γκολ η ΑΕΚ τα δημιούργησε επειδή έμεινε πιστή στην εφαρμογή του σχεδίου, το οποίο στο τελευταίο ημίωρο ήταν το χτίσιμο επιθέσεων από τις πτέρυγες.
Αυτή η ανατροπή φέρει τη σφραγίδα του κρύου μυαλού ενός προπονητή που δεν σταματά να μελετά, να υπολογίζει, αλλά και να μεταδίδει νοοτροπία νικητή. Αυτή η ΑΕΚ κατέκτησε τον τίτλο όχι μόνο επειδή απέκτησε καλύτερη οργάνωση ή πιο αποτελεσματικό παιχνίδι, αλλά κυρίως επειδή έμαθε να διαχειρίζεται τις στιγμές πίεσης χωρίς να χάνει τη δομή και τη σκέψη της. Και αυτό είναι, στην ουσία του, το ποδόσφαιρο ελέγχου που πρεσβεύει ο Μάρκο Νίκολιτς.

