Η Χάνα Κοξ διέσχισε τρέχοντας όλη την Ινδία

Η 41χρονη Βρετανή διένυσε σε 100 συνεχόμενες μέρες 4.200 χιλιόμετρα, επίτευγμα που άγγιξε τα όρια του αδύνατου

6' 36" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τα αθλητικά παπούτσια της Χάνα Κοξ έχουν πολλές ιστορίες να πουν… Σχεδόν διαλυμένα, μπαλωμένα σε πολλά σημεία με κομμάτια από λάστιχο αυτοκινήτου και σχεδόν καφέ από τη σκόνη, είναι φανερό πως έχουν καλύψει εκατοντάδες χιλιόμετρα το τελευταίο διάστημα. Η Χάνα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση δρομέα.

Την ώρα που χιλιάδες άλλοι οι οποίοι τερματίζουν έναν μαραθώνιο ξυπνούν με δυσκολία ακόμα και για να κατέβουν τις σκάλες, και ορκίζονται «ποτέ ξανά», εκείνη πάντα έχει μπροστά της άλλα 42,2 χιλιόμετρα. Και μετά άλλα τόσα, και άλλα, και άλλα. Για 100 συνεχόμενες ημέρες, διασχίζοντας ολόκληρη την Ινδία. Και μάλιστα, όταν μέχρι πριν από 18 μήνες, δεν είχε τρέξει ποτέ… Ολη αυτή η επική και συναισθηματική περιπέτεια είναι χαραγμένη στα αθλητικά της παπούτσια.

Για αρκετά χρόνια, η Κοξ είχε στο μυαλό της μια φιλόδοξη διαδρομή, όμως δεν είχε αποφασίσει πώς και πότε θα την ακολουθούσε. Μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2011, η 41χρονη άρχισε να γοητεύεται όλο και περισσότερο από την ινδική της καταγωγή και ιδιαίτερα από μια διαδρομή 4.200 χιλιομέτρων που περιλάμβανε και τον λεγόμενο «Μεγάλο Φράχτη της Ινδίας», έναν «ζωντανό» τοίχο μήκους σχεδόν 4.000 χλμ., κατασκευασμένο από ακανθώδεις θάμνους, που δημιούργησαν οι Βρετανοί τον 19ο αιώνα και είχε ως σκοπό τον έλεγχο του εμπορίου αλατιού και η επιβολή δασμών, αποτελώντας ένα από τα πιο σκληρά και παράλογα αποικιακά επιτεύγματα. Οταν το καλοκαίρι του 2024 συναντήθηκε με έναν φίλο που τη ρώτησε αν «είναι ακόμα κολλημένη με εκείνο το σχέδιο», αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να κάνει επιτέλους το ταξίδι. Δεν περίμενε όμως να της πει: «Πιστεύω ότι πρέπει να το τρέξεις». Αυτό όμως φύτεψε έναν σπόρο μέσα της και γράφτηκε σε μια τοπική λέσχη τρεξίματος στο Μάντσεστερ. Σύντομα έτρεχε για 30 λεπτά, τρεις φορές την εβδομάδα.

Καθώς η φυσική της κατάσταση βελτιωνόταν, τα 5 χιλιόμετρα έγιναν 10 και άρχισε προπονήσεις σε συνεχόμενες ημέρες τρεξίματος, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό αν ήθελε να έχει πιθανότητες επιτυχίας στην Ινδία. Προκλήσεις όπως το «20-20-20» — 20 χιλιόμετρα κάθε καθημερινή για 20 ημέρες — και επτά μαραθώνιοι σε επτά ημέρες από τη μία άκρη του Ηνωμένου Βασιλείου στην άλλη, την έπεισαν ότι το «Project Salt Run» μπορούσε να σταθεί. Συγκρότησε μια ομάδα υποστήριξης, προμηθεύτηκε ένα βαν και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την πρόκληση για να συγκεντρώσει 1 εκατομμύριο λίρες για διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Αν και ήταν προετοιμασμένη σωματικά και πρακτικά, τίποτα δεν μπορούσε να την προετοιμάσει για την τρέλα των δρόμων που θα διέσχιζε ή για τις ασθένειες που θα αντιμετώπιζε. «Στην αρχή όλοι προσπαθούσαν να με αποτρέψουν — κανείς δεν πίστευε ότι θα το κάνω πραγματικά», λέει η Κοξ.

Ομως, στις 26 Οκτωβρίου πέρυσι, ξεκίνησε από τα σύνορα Ατάρι–Βαγκά μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας, με προορισμό την Καλκούτα, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το μέρος όπου γεννήθηκε ο πατέρας της, Ντέρικ. Εμεινε πιστή στη διαδρομή, κάτι που σήμαινε ότι υπήρχαν ημέρες που έτρεχε 42 χιλιόμετρα σε έναν αυτοκινητόδρομο «αφόρητα βαρετό», ενώ άλλες μέρες περνούσε μέσα από φυσικά καταφύγια, κατά μήκος καναλιών και μέσα από χωράφια αγροτών.

Στον δρόμο υπήρχαν αγελάδες, φίδια και κατσίκες, ενώ οι οδηγοί συχνά κινούνταν στη λάθος πλευρά. Σε έναν πολυσύχναστο δρόμο τραυματίστηκε κιόλας, έχοντας πλέον ως «ενθύμιο» ένα σημάδι στο δεξί της πόδι από σύγκρουση με μηχανάκι ενώ έτρεχε. Μερικές φορές χρειάστηκε ακόμη και αστυνομική συνοδεία, καθώς περνούσε από περιοχές γνωστές για φονικές επιθέσεις από τίγρεις.
Η ζέστη, η σκόνη και το νέφος ήταν συχνά αφόρητα, και παρότι είχε προπονηθεί για δύο εβδομάδες σε ειδικό θάλαμο θερμότητας για να εγκλιματιστεί, η εμπειρία ήταν πρωτόγνωρη. Και μετά ήταν και οι ασθένειες, που συνέβαλαν σημαντικά στο να χάσει πάνω από 10 κιλά κατά τη διάρκεια της πρόκλησης.

Ενα τέτοιο επεισόδιο συνέπεσε και με μία από τις πιο σουρεαλιστικές συναντήσεις, όπως αυτή με τον ιδρυτή της Virgin. «Ηταν η 24η μέρα και συναντήσαμε τον Σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον στο Ταζ Μαχάλ, ο οποίος ήταν εκεί για μια φιλανθρωπική ποδηλατική εκδήλωση».

Η Κοξ ξυπνούσε νωρίς για να καλύψει χιλιόμετρα πριν ανέβει η θερμοκρασία και φρόντιζε να ενυδατώνεται με λίτρα υγρών και ηλεκτρολυτών. Η μέθοδός της για αναπλήρωση ενέργειας ήταν απλή: φαγητό, 15 χλμ τρέξιμο, φαγητό, 15 χλμ, φαγητό, 12 χλμ, φαγητό, ύπνος και επανάληψη.

Για πρωινό έτρωγε χυλό βρόμης με μπανάνες και φυστικοβούτυρο, ενώ το μεσημεριανό ήταν συνήθως ένα τεράστιο πιάτο ρύζι με μαρμάιτ και δύο αυγά, ή τηγανητές πατάτες με τυρί, αυγά και λαχανικά. Ανάμεσα στα σημεία ελέγχου έτρωγε κάσιους και αμύγδαλα, ενώ στο τέλος κάθε μαραθωνίου κατανάλωνε κάρυ, ρύζι, αυγά και ρότι, μαζί με πατατάκια και σοκολάτα για επιπλέον θερμίδες.
Κατά διαστήματα, περαστικοί της πρόσφεραν φαγητό ή μαγείρευαν για την ομάδα της στα σπίτια τους, αλλά συνήθως αγόραζαν εποχιακά προϊόντα από την αγορά και τα ετοίμαζαν στην άκρη του δρόμου.

Το βαν την ακολουθούσε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ το βράδυ σταματούσαν σε πρατήρια καυσίμων ή στην άκρη του δρόμου.

Κάθε δέκα ημέρες επέλεγαν ένα φτηνό ξενοδοχείο για ένα ζεστό ντους και λίγη απαραίτητη αποσυμπίεση, αλλά κατά τα άλλα το βαν ήταν το σπίτι τους και τα ιδρωμένα ρούχα πλένονταν σε κρύες βρύσες πρατηρίων. «Το ντους στο βαν ήταν κρύο, οπότε έκανα κρύο ντους κάθε μέρα και έπλενα τα μαλλιά μου μία-δύο φορές την εβδομάδα, ήταν πραγματικά άθλια εμπειρία», λέει.

Παρά τη συνάντησή της με τον Μπράνσον, το ταξίδι της δεν είχε καμία σχέση με λάμψη. «Αυτό είναι το κομμάτι της ιστορίας που μένει στους ανθρώπους, ότι γνώρισα έναν διάσημο, αλλά ήταν ένα πολύ μικρό μέρος της εμπειρίας», λέει και προσθέτει: «Το πρότζεκτ δεν θα λειτουργούσε χωρίς εκείνους που το στήριξαν τόσο οικονομικά, όσο και με την παρουσία τους δίπλα μου κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας». Οι ψυχολόγοι συμφωνούν ότι αυτό είναι καθοριστικό για τέτοιες προκλήσεις. «Υπάρχουν τρεις βασικές ψυχολογικές ανάγκες όταν μιλάμε για κίνητρο», λέει η αθλητική επιστήμονας Εϊμι Γουάιτχεντ. «Αν έχεις υψηλή αυτονομία, ισχυρή κοινωνική υποστήριξη και ένα επίπεδο ικανότητας και αυτοπεποίθησης, τότε μπορείς να πετύχεις».

Σε σύγκριση με άλλες ακραίες προκλήσεις, όπως του Βρετανού δρομέα υπεραποστάσεων Γουίλ Γκουντζ, που σχεδιάζει να τρέξει 50 μαραθώνιους σε 50 πολιτείες των ΗΠΑ σε 20 ημέρες με ιδιωτικά τζετ, η ομάδα της Κοξ ήταν λιτή: τέσσερα άτομα. Ένας συνοδός δρομέας, ένας οδηγός, ένας βοηθός και -το μυστικό της όπλο- ένας ποδολόγος. Αλλωστε το πρώτο πράγμα που τη ρωτούν πολλοί είναι σε τι κατάσταση άφησε τα πόδια της αυτό το εγχείρημα. Όμως δεν έχει ιστορίες για χαμένα νύχια ή μολυσμένες φουσκάλες. «Θα μπορούσα άνετα να περπατήσω τώρα με σανδάλια μαζί σου», λέει.

Τα οικονομικά της, ωστόσο, δεν είναι σε τόσο καλή κατάσταση όσο τα πόδια της. Ακόμα προσπαθεί να καλύψει τα μεγάλα ποσά που δανείστηκε. Μερικά από αυτά τα δάνεια τα επαναδιαπραγματεύτηκε στην άκρη του δρόμου στην Ινδία, όταν έγινε σαφές ότι τα χρήματα τελείωναν, πριν τελειώσει η δική της ενέργεια.
Παράλληλα συνεχίζει να συγκεντρώνει χρήματα, αποφασισμένη να φτάσει τον αρχικό στόχο του 1 εκατομμυρίου λιρών για τέσσερις φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Είναι σκοποί στους οποίους πιστεύει βαθιά , γι’ αυτό και επισκεύαζε τα παπούτσια της με λάστιχο αυτοκινήτου που βρήκε στην άκρη του δρόμου. Χρησιμοποίησε τρία ζευγάρια παπούτσια, αλλά θα ήταν περισσότερα χωρίς αυτές τις ευρηματικές επισκευές. Μάλιστα, εξακολουθεί να τρέχει με ένα από αυτά. Και σαν να μην έφταναν οι 100 μαραθώνιοι σε 100 ημέρες, στις αρχές Απριλίου έτρεξε στον Μαραθώνιο του Μπράιτον και πριν από λίγο καιρό στον αγώνα του Λονδίνου. Παραδόξως, οι μαραθώνιοι σε πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου της φαίνονταν πιο αγχωτικοί από την περιπέτεια στην Ινδία. «Ημουν αγχωμένη γιατί είναι ένα περιβάλλον επίδοσης, με ανθρώπους που νοιάζονται για τον χρόνο τους», λέει. «Αυτό δεν ήταν ποτέ το δικό μου στοιχείο. Στην Ινδία ήμουν εγώ με τους φίλους μου, με έναν πολύ σαφή σκοπό. Ενώ το Μπράιτον και το Λονδίνο ένιωθα ότι τα κάνω μόνη μου».

Επέστρεψε στη δοκιμασμένη της μέθοδο -15 χλμ τρέξιμο, φαγητό, 15 χλμ, φαγητό, 12 χλμ- για να ολοκληρώσει και αυτούς τους μαραθώνιους και βρήκε χρόνο να αναλογιστεί την αρχική πρόκληση. «Ενιωθα σαν να ήμουν μέρος μιας ιστορίας που δεν είχα επιλογή», λέει. «Ηταν σαν το σύμπαν να μου έλεγε: “θα το κάνεις αυτό”. Είχα μια περίπλοκη σχέση με τον πατέρα μου. Το Project Salt Run ήταν σαν ένα πολύ καθυστερημένο γράμμα αγάπης προς εκείνον».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT