Εχουν περάσει ήδη 13 χρόνια από τότε που ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κρατώντας την ελληνική σημαία πανηγύριζε για την επιλογή του στο νούμερο 15 του NBA Draft από τους Μπακς. Ο κύκλος του «Greek Freak» στο Μιλγουόκι μοιάζει να κλείνει μέρα με τη μέρα, ωστόσο η πόρτα που άνοιξε με τα κατορθώματά του για τη νέα γενιά των Ελλήνων καλαθοσφαιριστών φαντάζει ορθάνοιχτη, αρκεί αυτοί να πιάσουν την ευκαιρία από τα μαλλιά.
Στα χνάρια του Γιάννη ονειρεύονται να βαδίσουν τα ταλέντα που εγκαταλείπουν το ελληνικό πρωτάθλημα και ζουν τα τελευταία χρόνια το «αμερικανικό όνειρο» μέσω του κολεγιακού πρωταθλήματος (NCAA): μιας λίγκας που πλέον συνδυάζει εκτός από την εξέλιξη και την προοπτική της μεταπήδησης στο ΝΒΑ, και περισσότερα οικονομικά οφέλη από αυτά που θα είχε ένας ανερχόμενος καλαθοσφαιριστής στη μετεφηβεία, αν παρέμενε στα παρκέ της Ευρώπης.
Θα μπορέσει κάποιος εξ αυτών να καθιερωθεί, δίνοντας συνέχεια στην επιτυχία του Γιάννη; Ο πήχυς είναι πολύ ψηλά, ωστόσο όποιος τα καταφέρει θα εξασφαλίσει μια καριέρα περισσότερο και από ονειρεμένη. Τελευταίο όνομα στα σενάρια μεταπήδησης Ελλήνων στο NCAA είναι αυτό του Αλέξανδρου Σαμοντούροβ του Παναθηναϊκού, που φέρεται να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αρκετών κολεγίων, με προτάσεις που ξεπερνούν τα 2 εκατ. δολάρια ετησίως.
Ο «Σπαρτιάτης»
Εδώ και λίγες εβδομάδες, ένα ελληνικό επίθετο ακουγόταν συχνά στις μεταδόσεις αγώνων του ΝΒΑ, προκαλώντας αίσθηση και αφήνοντας υποσχέσεις για εξίσου εντυπωσιακή συνέχεια.

Ο 23χρονος Τζον Πουλακίδας είναι ομογενής τρίτης γενιάς, που εκτός από την παθολογική αγάπη για την πορτοκαλιά μπάλα, θέλει να μαθαίνει διαρκώς πράγματα για τη χώρα των προγόνων του. Ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από τη Σπάρτη και η γιαγιά του από τη Χίο. Η οικογένεια της μητέρας του έλκει την καταγωγή της από τις Ρίζες Αρκαδίας. Γεννημένος στις 4 Απριλίου 2003 στο Νέιπερβιλ του Ιλινόις, ακριβώς ένα μήνα πριν γιορτάσει τα 23α γενέθλιά του, στις 4 Μαρτίου, έκανε την παρθενική εμφάνισή του στο ΝΒΑ με τη φανέλα των Ντάλας Μάβερικς κόντρα στους Χόρνετς. Εκτοτε, σε διάστημα 47 ημερών, κατέγραψε μια συνεχόμενα ανοδική πορεία μετρώντας 13 συμμετοχές και ποσοστά που βελτιώνονταν από παιχνίδι σε παιχνίδι. Οι επιδόσεις του δεν θυμίζουν παίκτη που κάνει τα πρώτα βήματά του στην κορυφαία λίγκα. Μάλιστα σαν να ήθελε να βάλει το… κερασάκι στην τούρτα, ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο πραγματοποιώντας μια σπουδαία εμφάνιση στη νίκη (149-128) επί των Μπουλς, όντας ο κορυφαίος σκόρερ του αγώνα με 28 πόντους (8/16 τρίποντα, 1/2 δίποντα και 2/3 βολές) στα 36 λεπτά που αγωνίστηκε.
Με ύψος 1,98 μ., είναι αριστερόχειρας και δεινός σουτέρ. Κάνει έξυπνες κινήσεις πάνω στο παρκέ, ξέρει να κινείται καλά χωρίς την μπάλα, παίρνοντας τα σκριν και δημιουργώντας χώρους τόσο για τον ίδιο ώστε να βρίσκει το μακρινό σουτ, όσο και για τους συμπαίκτες του. Την τελευταία διετία σουτάρει με ποσοστό 40% στα τρίποντα. Φοίτησε στο Neuqua Valley High School και όταν ήρθε η στιγμή να επιλέξει κολέγιο, διάλεξε το διάσημο για την ακαδημαϊκή του ποιότητα Yale.
Προ ημερών ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο με σπουδαία εμφάνιση στη νίκη (149-128) επί των Μπουλς, πετυχαίνοντας 28 πόντους στα 36 λεπτά που αγωνίστηκε.
«Δεν είναι απόφαση μόνο για τέσσερα χρόνια, αλλά για 40», είχε πει, θέλοντας να εξηγήσει πως το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο μπορεί να του δώσει τα εχέγγυα για τη ζωή μετά το μπάσκετ ή για τη ζωή αν το μπάσκετ δεν γίνει η πρώτη ασχολία του. Σπούδασε Νομικά παίρνοντας εξαιρετικές βαθμολογίες.
Τη σεζόν 2022-23 ήρθε η αγωνιστική του εκτόξευση έχοντας κατά μέσον όρο 12,2 πόντους, 3,2 ριμπάουντ και 1,4 ασίστ σε 29 παιχνίδια ανά 29,7 λεπτά συμμετοχής. Παρόμοιοι ήταν και οι αριθμοί την επόμενη χρονιά (13,6 π., 2,4 ρ., 1,9 ασ.), όμως η καλύτερη σεζόν του ήταν η τελευταία του (2024-25) στο κολέγιο, «γράφοντας» 19,4 πόντους, 3,3 ριμπάουντ και 1,2 ασίστ κατά μέσον όρο σε 26 παιχνίδια ανά 35 λεπτά συμμετοχής.
Το καλοκαίρι του 2025 οι Κλίπερς τού έδωσαν την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Summer League του Λας Βέγκας. Δεν πείστηκαν από τα προσόντα του, σε αντίθεση με τους Μάβερικς, που στις αρχές του περασμένου Μαρτίου αποφάσισαν να τον κάνουν δικό τους προσφέροντάς του two-way συμβόλαιο (δηλαδή μπορεί να αγωνίζεται τόσο στην κύρια ομάδα, όσο και στη θυγατρική των Μάβερικς στην G League).
Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ το 2024, αγωνιζόμενος ακόμη στο NCAA, με τα λίγα ελληνικά που γνωρίζει εκδήλωσε την επιθυμία να αγωνιστεί σε μία εκ των δύο μεγάλων ελληνικών ομάδων, στον Παναθηναϊκό ή στον Ολυμπιακό, αλλά και να παίξει στην εθνική ομάδα. Ηταν η εποχή που μαζί με τους γονείς του αλλά και το πανεπιστήμιό του επισκέφθηκε την Αθήνα. Επαιξε μπάσκετ σε κλειστά και ανοικτά γηπεδάκια της πρωτεύουσας, είδε την Ακρόπολη, την Πλάκα, ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη, στα Μετέωρα, στις Θερμοπύλες και στην Αίγινα, και έφυγε εντυπωσιασμένος και «διψασμένος» για περισσότερη Ελλάδα.
Το «εμπόδιο»
Στην Ομοσπονδία εδώ και ένα χρόνο ασχολούνται εκτενώς με την περίπτωσή του, ώστε να εκδοθεί ελληνικό διαβατήριο και να ενισχύσει την εθνική ομάδα, αλλά ακόμη κι αν αυτό συμβεί, ο ίδιος θα ανήκει στην κατηγορία των «νατουραλιζέ», όπως ο Ντόρσεϊ, οι αδελφοί Μήτρου-Λονγκ και ο Γουόκαπ. Οι διαδικασίες «τρέχουν» και από την πλευρά του, όπως παραδέχθηκε πρόσφατα ο ίδιος, αποκαλύπτοντας πως μίλησε με τα αδέλφια Αντετοκούνμπο γι’ αυτή την προοπτική.
Ηδη από το 2024, όταν αγωνιζόταν ακόμη στο NCAA, είχε εκδηλώσει την επιθυμία να αγωνιστεί στον Παναθηναϊκό ή στον Ολυμπιακό, αλλά και να φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο.
Φυσικά το γεγονός πως μόνο ένας νατουραλιζέ έχει δικαίωμα συμμετοχής προκαλεί δεύτερες σκέψεις στην Ομοσπονδία, αλλά παράλληλα και έναν «ευχάριστο πονοκέφαλο». Δεδομένο είναι πάντως ότι πρωτίστως το όνειρο του παίκτη είναι να εδραιωθεί στο ΝΒΑ. Το σίγουρο επίσης είναι πως ένα Ελληνόπουλο δείχνει ικανό να συνεχίσει την «ελληνική κληρονομιά» του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο ΝΒΑ. Και αυτό είναι σπουδαίο.

