Το Ιράν σχεδιάζει να μποϊκοτάρει το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, του οποίου συνδιοργανώτριες είναι οι ΗΠΑ, καταδεικνύοντας για μία φορά ακόμη ότι το ποδόσφαιρο δεν λειτουργεί απομονωμένο σε μία γυάλα, αλλά επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις.
Αν γυρίσουμε πίσω τον χρόνο, θα δούμε ότι ένας «αγώνας–φάντασμα», της Χιλής με την ΕΣΣΔ το 1973 στο Σαντιάγο, δεν αποτέλεσε απλώς ένα ποδοσφαιρικό γεγονός, αλλά μια στιγμή όπου ο αθλητισμός διασταυρώθηκε βίαια με την Ιστορία, σ’ ένα παιχνίδι που ξεκίνησε ως μπαράζ πρόκρισης για το Παγκόσμιο Κύπελλο και κατέληξε να συμβολίζει ένα από τα σκοτεινότερα ποδοσφαιρικά κεφάλαια.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Χιλής, Σαλβαδόρ Αλιέντε, ανατράπηκε με πραξικόπημα από τον Αουγκούστο Πινοσέτ. Το προεδρικό μέγαρο βομβαρδίστηκε, ο Αλιέντε βρέθηκε νεκρός και η νοτιοαμερικάνικη χώρα εισήλθε σε μια μακρά περίοδο στρατιωτικής δικτατορίας.
Το Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο, το οποίο μέχρι τότε φιλοξενούσε ποδοσφαιρικούς αγώνες και πολιτιστικές εκδηλώσεις, μετατράπηκε σε κέντρο κράτησης και βασανιστηρίων χιλιάδων αντιφρονούντων. Εκεί φυλακίστηκαν, ανακρίθηκαν και σε πολλές περιπτώσεις εκτελέστηκαν πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος. Το ίδιο στάδιο, λίγες εβδομάδες αργότερα, θα γινόταν το σκηνικό ενός από τα πιο παράδοξα «παιχνίδια» στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Οταν τα στρατεύματα υπό τη διοίκηση του Αουγκούστο Πινοσέτ βομβάρδισαν και ετοιμάζονταν να εισβάλουν στη Λα Μονέδα, ο Αλιέντε αυτοκτόνησε.
Το σκοτάδι που έφερε το τέλος της χιλιανής δημοκρατίας δεν άφησε τίποτα όρθιο, ούτε καν το ποδόσφαιρο, και από τη μια μέρα στην άλλη, το Εθνικό Στάδιο στο Σαντιάγο μετατράπηκε από σκηνή χαράς του χιλιανού λαού σε φυλακή και κέντρο βασανιστηρίων για τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος.
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 έμεινε στην ιστορία παγκοσμίως για τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Λίγοι, όμως, δίνουν προσοχή στο γεγονός ότι μια… άλλη 11η Σεπτεμβρίου, αυτή του 1973, περιλαμβάνει τρομερά γεγονότα που σημάδεψαν όλους τους τομείς μιας χώρας, συμπεριλαμβανομένου του ποδοσφαίρου.
Σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό, περισσότεροι από 7.000 άνθρωποι μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Στάδιο από τον στρατό μέσα σε μία μόνο ημέρα.
Μία από τις κύριες τακτικές που χρησιμοποιούσε το καθεστώς Πινοσέτ για την καταστολή –όπως είναι χαρακτηριστικό των αυταρχικών κυβερνήσεων– ήταν η φυλάκιση και τα βασανιστήρια των πολιτικών αντιπάλων. Επομένως, σε σύντομο χρονικό διάστημα, χρειάστηκε ένας μεγαλύτερος χώρος για να στεγάσει όποιον βρισκόταν στην παρανοϊκή και αυθαίρετη λίστα της δικτατορίας με τα θύματα εγκληματιών.
Ετσι, το πρωί της 12ης Σεπτεμβρίου του 1973, το Εθνικό Στάδιο μετατράπηκε σε φυλακή και στο κύριο κέντρο βασανιστηρίων της χώρας. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το μεγαλύτερο στάδιο της Χιλής, το στάδιο των τελικών του Λιμπερταδόρες και του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’62, καθώς και ένα από τα πιο παραδοσιακά γήπεδα στον πλανήτη, μετατράπηκε σε τόπο βασανισμού.
Οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι σε περίπου δύο μήνες λειτουργίας ως φυλακή, το Εθνικό Στάδιο φιλοξένησε περίπου 40.000 άτομα που διώχθηκαν για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, πολλά από τα οποία δεν ήταν καν συνδεδεμένα με κάποιο πολιτικό κόμμα.
Το αθλητικό λειτούργημα μετατράπηκε σε μια διεστραμμένη, καταπιεστική λογική που χρησιμοποιούσε μεγάφωνα όχι για να ανακοινώνει αλλαγές ή γκολ, αλλά τα ονόματα όσων θα ανακρίνονταν και θα βασανίζονταν.
Και κάπου εκεί, ήρθε το ποδόσφαιρο να βάλει τη δική του δραματική πινελιά σ’ αυτόν τον μαύρο καμβά. Χιλή και η Σοβιετική Ενωση κληρώθηκαν στα μπαράζ για μια θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 (Δυτική Γερμανία). Στον πρώτο αγώνα που διεξήχθη στη Μόσχα, στο στάδιο Λουζνίκι, στις 26 Σεπτεμβρίου 1973, η ισοπαλία χωρίς γκολ, έφερε την εθνική Χιλής να παίξει τη ρεβάνς στον τόπο μαρτυρίου, ο οποίος και εκκενώθηκε γρήγορα για να δώσει τη θέση του σε αυτό που δεν έπρεπε ποτέ να έχει μείνει στην άκρη: στο ποδόσφαιρο.
Η Σοβιετική Ομοσπονδία ζήτησε από τη FIFA να μεταφέρει τη ρεβάνς σε ουδέτερο γήπεδο. Ομως η FIFA έστειλε αντιπροσωπεία στο Σαντιάγο για να επιθεωρήσει το στάδιο. Επισήμως, το γήπεδο κρίθηκε κατάλληλο για τη διεξαγωγή του αγώνα. Η χιλιανή στρατιωτική κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι το στάδιο είχε «καθαρίσει» και πως δεν υπήρχαν πλέον κρατούμενοι.
Η Σοβιετική Ενωση, ωστόσο, παρέμεινε ανυποχώρητη. Δήλωσε ότι δεν θα ταξίδευε στο Σαντιάγο υπό αυτές τις συνθήκες.
Ετσι, στις 21 Νοεμβρίου 1973, το Εθνικό Στάδιο με περίπου 15.000 θεατές, στον αγωνιστικό χώρο εμφανίστηκε μόνο μία ομάδα: η εθνική Χιλής. Η ομάδα της ΕΣΣΔ δεν κατέβηκε ποτέ.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς της FIFA, ο αγώνας έπρεπε να ξεκινήσει κανονικά. Οι Χιλιανοί ποδοσφαιριστές παρατάχθηκαν στη σέντρα. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. Η μπάλα κυκλοφόρησε μεταξύ των παικτών, χωρίς καμία… αντίσταση. Υστερα από μερικές πάσες, ο επιθετικός της Χιλής, Φραντσίσκο Βαλντές, προώθησε την μπάλα στα δίχτυα της άδειας εστίας. Το «γκολ» κατακυρώθηκε, χωρίς αντίπαλο, χωρίς άμυνα, χωρίς τερματοφύλακα. Στη συνέχεια, ο διαιτητής διέκοψε την αναμέτρηση και η Χιλή προκρίθηκε άνευ αγώνα στο Μουντιάλ του 1974 (σ.σ. ο αγώνας κατακυρώθηκε «στα χαρτιά» με 2-0).
Η εικόνα των Χιλιανών παικτών να σκοράρουν σε άδεια εστία έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο σουρεαλιστικές στιγμές στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ηταν μια τελετουργική πράξη, ένα τυπικό «θέατρο» που κάλυπτε μια βαθιά πολιτική σύγκρουση.
Η απόφαση της FIFA να μην αλλάξει την έδρα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο. Πολλοί θεώρησαν ότι η ομοσπονδία αγνόησε σκόπιμα το πολιτικό και ηθικό βάρος των γεγονότων, προκειμένου να διατηρήσει την «ουδετερότητα» του αθλητισμού.
Ωστόσο, η ουδετερότητα αυτή αμφισβητήθηκε έντονα. Μπορεί το ποδόσφαιρο να παραμένει αποκομμένο από την πολιτική όταν το γήπεδο στο οποίο διεξάγεται ένας αγώνας έχει μετατραπεί σε τόπο βασανιστηρίων; Το ερώτημα αυτό παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα.
Ακόμη και ύστερα από μισό αιώνα και μια ανακαίνιση του σταδίου αυτού, η δομή της θύρας 8 διατηρείται ακριβώς όπως ήταν την εποχή που το στάδιο λειτουργούσε ως φυλακή. Ηταν το μέρος από όπου οδηγούνταν οι κρατούμενοι για… ηλιοθεραπεία.
Πάνω από την είσοδο είναι χαραγμένη μια φράση που λέει πολλά για το πώς η χιλιανή κοινωνία αντιμετωπίζει τα τέρατά της και προστατεύει το παρόν της, μέσω της μνήμης, χωρίς να αρνείται το παρελθόν, έτσι ώστε η φρίκη, οι διώξεις και ο αυταρχισμός να μην επιστρέψουν για να στοιχειώσουν τη χώρα: «Ενας λαός χωρίς μνήμη είναι ένας λαός χωρίς μέλλον».
Η διεξαγωγή του «αγώνα–φαντάσματος» θεωρήθηκε από πολλούς ως προσπάθεια του καθεστώτος Πινοσέτ να επιδείξει μια εικόνα κανονικότητας μέσω του ποδοσφαίρου, κάτι που η Ιστορία κατέγραψε λίγα χρόνια μετά στη μαρτυρική Αργεντινή.
Ομως η σιωπή της απουσίας της σοβιετικής ομάδας ήταν εκκωφαντική. Το άδειο μισό του γηπέδου, εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται οι παίκτες της ΕΣΣΔ, λειτουργούσε ως άτυπη καταγγελία.
Με τα χρόνια, ο αγώνας αυτός απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ντοκιμαντέρ, βιβλία και δημοσιογραφικές έρευνες επανέφεραν στο προσκήνιο την ιστορία εκείνης της ημέρας. Το Εθνικό Στάδιο μετονομάστηκε αργότερα σε «Estadio Nacional Julio Martínez Prádanos», αλλά η μνήμη του 1973 παραμένει χαραγμένη βαθιά.
Η ιστορία του αγώνα–φαντάσματος υπενθυμίζει ότι ο αθλητισμός δεν λειτουργεί σε κενό αέρος. Τα γήπεδα είναι κοινωνικοί χώροι, ενταγμένοι στο πολιτικό και ιστορικό τους πλαίσιο. Οταν η κοινωνία συγκλονίζεται, το ίδιο συμβαίνει και με το ποδόσφαιρο.
Το 1973 στο Σαντιάγο, η μπάλα κύλησε για λίγα δευτερόλεπτα. Ομως το βάρος εκείνης της στιγμής ξεπερνά κατά πολύ το χρονόμετρο. Ηταν ένας αγώνας που δεν παίχτηκε ποτέ πραγματικά και ακριβώς γι’ αυτό έμεινε στην Ιστορία.

