Δεύτερη φορά μέσα στο 2026 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να τινάξει στον αέρα το ΝΑΤΟ, εξαιτίας μιας σύγκρουσης την οποία δεν εγκρίνουν οι Αμερικανοί. Την πρώτη φορά ήταν τα σχέδιά του να αποκτήσει τη Γροιλανδία. Τώρα, είναι ο πόλεμος με το Ιράν, σημειώνει το CNN.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα στρέψει την οργή του κατά των μελών του ΝΑΤΟ λόγω της έλλειψης στήριξης προς τις ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν. Αφού χαρακτήρισε τη Συμμαχία «χάρτινη τίγρη» και δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εξετάζει την αποχώρηση από αυτή, υποδέχθηκε τη Μ. Τετάρτη τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος μετά τη συνάντησή τους δήλωσε ότι ο Τραμπ ήταν «σαφώς απογοητευμένος» από πολλούς συμμάχους.
Στη συνέχεια, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναφερόμενος στην περίοδο κατά την οποία οι σύμμαχοι αντιστάθηκαν στις προσπάθειές του να θέσει υπό τον έλεγχό του τη Γροιλανδία, μια αυτοδιοικούμενη επικράτεια της Δανίας, επίσης συμμάχου στο ΝΑΤΟ.
«Το ΝΑΤΟ δεν ήταν εκεί όταν το χρειαζόμασταν και δεν θα είναι εκεί αν το χρειαστούμε ξανά», έγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ στην πλατφόρμα του, Truth Social. «Θυμηθείτε τη Γροιλανδία, αυτό το μεγάλο, κακοδιοικούμενο κομμάτι πάγου!!!».
Παραμένει ωστόσο απίθανο ο Αμερικανός πρόεδρος να μπορέσει να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη Συμμαχία, καθώς το Κογκρέσο «θωράκισε» τη λειτουργία της κυβέρνησης απέναντι στον… Τραμπ μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης θητείας του. Εν μέρει χάρη στον νυν υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος όταν ακόμη ήταν γερουσιαστής, το 2023, το Κογκρέσο ενέκρινε διάταξη που απαιτεί τη δική του έγκριση για οποιαδήποτε αποχώρηση.
Σύμφωνα με το CNN, η ρητορική του Τραμπ πιθανό να αποτελεί τακτική πίεσης, με στόχο να αναγκάσει το ΝΑΤΟ να στηρίξει τις ΗΠΑ με κάποιον τρόπο έναντι του Ιράν. Ο Μαρκ Ρούτε άφησε να εννοηθεί την Πέμπτη ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια κινητικότητα προς αυτή την κατεύθυνση, ιδίως σε ό,τι αφορά το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Ωστόσο, όπως φάνηκε και στην υπόθεση της Γροιλανδίας, ακόμη και κινήσεις που δεν φτάνουν μέχρι την αποχώρηση μπορεί να πλήξουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Σύμμαχοι, όπως ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, άρχισαν να μιλούν για το ενδεχόμενο να προχωρήσουν χωρίς να βασίζεται πλέον η Συμμαχία στις ΗΠΑ.
Η στήριξη στο ΝΑΤΟ παραμένει υψηλή
Είναι σαφές από τις δημοσκοπήσεις ότι, στον βαθμό που ο πόλεμος με το Ιράν αποδυναμώνει τη Συμμαχία, αυτό συνιστά ακόμη έναν λόγο για τον οποίο οι Αμερικανοί αντιτίθενται πιο έντονα στη σύγκρουση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η πλειοψηφία των Αμερικανών βλέπει θετικά το ΝΑΤΟ και το θεωρεί σημαντικό.
Δημοσκόπηση των Associated Press-NORC, αφότου ο Τραμπ δήλωσε ότι είχε εξασφαλίσει ένα ασαφές «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» για τη Γροιλανδία και πριν ξεκινήσει ο πόλεμος με το Ιράν, έδειξε ότι το 70% των Αμερικανών θεωρούσε πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ είναι «πολύ» (40%) ή «αρκετά» καλή (30%) για τις ΗΠΑ. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό τουλάχιστον από το 2022, όταν τα μέλη του ΝΑΤΟ συσπειρώθηκαν για να στηρίξουν την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Αντίστοιχα, δημοσκόπηση της Gallup τον ίδιο μήνα έδειξε ότι πάνω από 3 στους 4 Αμερικανούς υποστήριζαν είτε την αύξηση (28%) είτε τη διατήρηση (49%) της υφιστάμενης δέσμευσης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Η εν λόγω δημοσκόπηση κατέγραψε επίσης ότι περίπου 6 στους 10 Ρεπουμπλικανούς υποστήριζαν την αύξηση ή τη διατήρηση της υφιστάμενης δέσμευσης και πως μόλις το 13% των Ρεπουμπλικανών επιθυμούσε πλήρη αποχώρηση από τη Συμμαχία, όπως έχει κατά καιρούς αφήσει να εννοηθεί ο Τραμπ.
Οι τάσεις αυτές φαίνεται να έχουν μεταβληθεί ελαφρώς μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Δημοσκόπηση του Pew Research Center στα τέλη Μαρτίου, περίπου έναν μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, έδειξε ότι το ποσοστό των Ρεπουμπλικανών και των ανεξάρτητων που κλίνουν προς το κόμμα και θεωρούν ότι το ΝΑΤΟ ωφελεί τις ΗΠΑ «σε μεγάλο» ή «σε κάποιο βαθμό» μειώθηκε από 49% πριν από έναν χρόνο σε 38% σήμερα.
Παρ’ όλα αυτά, η ίδια έρευνα κατέγραψε ότι σχεδόν 6 στους 10 Αμερικανούς εξακολουθούν να έχουν θετική άποψη για το ΝΑΤΟ και να θεωρούν ότι ωφελεί τις ΗΠΑ. Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν επηρεάσει τις αντιλήψεις των Αμερικανών για τη Συμμαχία.
Mετά την ένταση με τη Γροιλανδία, η δημόσια στήριξη προς τη Συμμαχία φάνηκε να αυξάνεται. Λογικό, σύμφωνα με το CNN, δεδομένου ότι οι Αμερικανοί αντιτάχθηκαν συντριπτικά στις προσπάθειες του Τραμπ να αναλάβει τον έλεγχο του νησιού. Δημοσκόπηση των Reuters-Ipsos τον Ιανουάριο έδειξε ότι οι Αμερικανοί, με αναλογία 2 προς 1, δήλωναν ότι ανησυχούν πως το επεισόδιο θα έβλαπτε το ΝΑΤΟ και άλλες συμμαχίες των ΗΠΑ.
Και τώρα, ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος είναι πιο δημοφιλής στους δεξιούς ψηφοφόρους απ’ ό,τι ήταν η υπόθεση της Γροιλανδίας, φαίνεται να έχει πείσει ορισμένους Ρεπουμπλικανούς ότι ο Τραμπ έχει δίκιο όσον αφορά τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ.
Πώς ο Τραμπ μπορεί να πλήξει το ΝΑΤΟ
Ο Τραμπ δεν μπορεί να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, κάτι που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να πλήξει τη Συμμαχία.
Η εφημερίδα The Wall Street Journal ανέφερε αυτή την εβδομάδα ορισμένες σκέψεις που κυκλοφορούν εντός της κυβέρνησης Τραμπ, μεταξύ των οποίων η απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από χώρες που θεωρούνται ιδιαίτερα απρόθυμες να στηρίξουν τις ΗΠΑ στο Ιράν, ή ακόμη και το κλείσιμο βάσης σε κάποια από αυτές. Σημειώνεται ότι ο Τραμπ το 2020 απέσυρε 12.000 στρατιώτες από τη Γερμανία, κίνηση που αργότερα ανέτρεψε ο Τζο Μπάιντεν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επίσης προκαλέσει ζημιά στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ και άλλους συμμάχους μέσω των δασμών του και της γενικότερης τάσης του να τους αντιμετωπίζει όχι καλύτερα -αν όχι χειρότερα- από ορισμένους αντιπάλους του.
Ισως ένας από τους πιο υποτιμημένους τρόπους με τους οποίους ο Τραμπ έχει πλήξει το ΝΑΤΟ είναι η νομιμοποίηση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στη διεθνή σκηνή. Εχει ωθήσει τις ΗΠΑ -και κατ’ επέκταση τον κόσμο- πιο κοντά σε μια κατάσταση που «η ισχύς επιβάλλει το δίκαιο» και οι μεγάλες χώρες μπορούν να επιβάλλονται στις μικρότερες. Ο Μαρκ Κάρνεϊ το περιέγραψε αυτό ως παρακμή της «τάξης που βασίζεται σε κανόνες».
Οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν είναι πιθανό να έχουν μακροχρόνια διάρκεια και αναμένεται να είναι ιδαίτερα εμφανείς στην επόμενη ημέρα του ΝΑΤΟ.

