ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Συγκρατημένη ανακούφιση προκάλεσε στις Βρυξέλλες η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ωστόσο, μετά μακρά «σιωπή» καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις αμήχανες δηλώσεις εκπροσώπων των ευρωπαϊκών θεσμών περί «αναγκαίας αποκλιμάκωσης» τη Μ. Τετάρτη, η Ευρωπαϊκή Eνωση βρέθηκε συνολικά εκ νέου στο περιθώριο των εξελίξεων, θεατής σε μια κρίση που απείλησε άμεσα την ενεργειακή και την οικονομική της σταθερότητα.
Η παντελής απουσία της Ε.Ε από τη διαμόρφωση της συμφωνίας –σε αντίθεση με τρίτους μεσολαβητές, όπως το Πακιστάν– κατέδειξε εκ νέου τα όρια και της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κινήθηκαν αποσπασματικά, επιβεβαιώνοντας το μοτίβο σε κάθε αντίστοιχη κατάσταση.
«Oταν η πίεση εκδηλώνεται, τα κράτη-μέλη επιστρέφουν σε εθνικές, μεμονωμένες κινήσεις», παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» ο Αλμπέρτο Αλεμάνο, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο HEC, στο Παρίσι. Η εικόνα δεν αφορά φυσικά μόνο τη διπλωματία, αλλά και την αντιμετώπιση της ενεργειακής και της οικονομικής κρίσης: τα κράτη-μέλη επιδόθηκαν σε ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με κράτη του Κόλπου, λήψη μεμονωμένων μέτρων και ανταγωνισμό για εξασφάλιση κρίσιμων πόρων. Η περιοδεία της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι στις χώρες της περιοχής, εν μέσω του καθολικού Πάσχα, ήταν ενδεικτική.
Η εικόνα αποτυπώνει εκείνο που αρκετοί στις Βρυξέλλες περιγράφουν ως «στρατηγική του στρουθοκαμηλισμού», ιδίως από πλευράς ευρωπαϊκών θεσμών: την τάση αποφυγής δύσκολων αποφάσεων και ανάληψης πολιτικού κόστους, κυρίως, έναντι ενός απρόβλεπτου συμμάχου, των ΗΠΑ. Αυτή τη στρατηγική αποτυπώνουν ανάγλυφα οι τσιμεντένιοι στρουθοκάμηλοι που «φιλοξενούνται» στην ευρωπαϊκή συνοικία των Βρυξελλών, σε μια μικρή πλατεία μπροστά από το Ευρωκοινοβούλιο. Eχοντας τα κεφάλια τους βυθισμένα στο γκαζόν, έχουν εξελιχθεί σε σύμβολο της εν γένει ευρωπαϊκής αμηχανίας έναντι των «προκλήσεων», καθώς και των χαμένων ευκαιριών και «διδαγμάτων».
Πάντως, η Ούγκνε Κελιαουσκίτε, αναλύτρια πολιτικής ενέργειας για το Bruegel, επισημαίνει στην «Κ» ότι η Ε.Ε. έχει αντλήσει ορισμένα διδάγματα από την προηγούμενη κρίση: «Eμαθε ότι η εξάρτηση από μόνο έναν προμηθευτή δημιουργεί σημαντική επισφάλεια», καταφέρνοντας δραστική μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία, στρεφόμενη στο LNG και περιορίζοντας τη ζήτηση φυσικού αερίου. Ωστόσο, η νέα κρίση ανέδειξε μια νέα μορφή εξάρτησης: «Η Ε.Ε. παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, πράγμα που σημαίνει ότι οι αναταραχές μεταφράζονται πλέον σε υψηλότερες τιμές».
Οι υψηλότερες τιμές και η αναποφασιστικότητα των Βρυξελλών να λάβουν άμεσα μέτρα δημιούργησαν εκ νέου ανησυχία στην Ευρώπη, ενόψει κρίσιμου εκλογικού κύκλου το 2027, ιδίως για τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία.
Για τον Αλεμάνο, η συσσώρευση ενεργειακού κόστους και πληθωρισμού ενδέχεται να ενισχύσει την αντισυστημική ψήφο, όμως ταυτόχρονα αναδύεται ένα νέο πολιτικό φαινόμενο: το «μπούμερανγκ Τραμπ».
Εκλογικό «ρίσκο»
Η πολιτική «εγγύτητα» με τον Τραμπ, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε πολιτικό κεφάλαιο –κυρίως για την Ακροδεξιά–, αρχίζει να μετατρέπεται σε εκλογικό «ρίσκο». Μετά την επικράτηση των Μαρκ Κάρνεϊ στον Καναδά και Aντονι Αλμπανέζε στην Αυστραλία, αναδείχθηκε –κατά τον ίδιο– μια δυναμική όπου η πολιτική συμπόρευση με τον Τραμπ λειτούργησε αποτρεπτικά για τους ψηφοφόρους. Η τάση αυτή αρχίζει να διαμορφώνει και το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Διόλου τυχαία τόσο η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία όσο και η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) πήραν σαφείς αποστάσεις από τη στρατηγική του Τραμπ στο Ιράν.
Εκείνο, όμως, που προκάλεσε αίσθηση ήταν η στάση της Τζόρτζια Μελόνι, μιας από τους πιο ευνοημένους Ευρωπαίους ηγέτες στον Λευκό Οίκο. Η δημόσια διαφοροποίησή της από την Ουάσιγκτον στο ζήτημα του Ιράν και η άρνησή της να διευκολύνει αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη ενδεχομένως να μην είναι απλώς συγκυριακή αντίδραση, αλλά να σηματοδοτούν ευρύτερη αναπροσαρμογή.
Oπως παρατηρεί ο Αλεμάνο, η Μελόνι «κινείται ταχύτερα και πιο αποφασιστικά» από άλλους ηγέτες προς μια αποστασιοποίηση από τον τραμπισμό. Ερώτημα, ωστόσο, παραμένει «εάν πρόκειται για στρατηγική αναπροσαρμογή ή τακτική κίνηση ενόψει εκλογών».

