Τις εβδομάδες που ακολούθησαν τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η μάχη για το αφήγημα γύρω από την πορεία του πολέμου εκτυλίσσεται στον πυρήνα της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Από την πρώτη ενημέρωση του Πιτ Χέγκσεθ προς τους δημοσιογράφους, όταν παρουσίασε τους πολεμικούς στόχους της Ουάσιγκτον, έως και την πιο πρόσφατη, που ακολούθησε την ανακοίνωση μιας εκεχειρίας δύο εβδομάδων, ο επικεφαλής του ισχυρότερου στρατού στον κόσμο έχει υιοθετήσει στο βήμα του Πενταγώνου έναν τηλεοπτικού τύπου μονόλογο.
Οι ενημερώσεις είχαν έντονα θριαμβευτικό χαρακτήρα, προβάλλοντας την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή. Τη Μ. Τετάρτη, ο Χέγκσεθ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ πέτυχαν «μια στρατιωτική νίκη με κεφαλαίο Ν». Σε άλλη ενημέρωση, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ προκάλεσαν «θάνατο και καταστροφή από τον ουρανό».
Ωστόσο, για να αποτιμηθούν η πραγματική πορεία του πολέμου και το τίμημα για τις ΗΠΑ, απαιτείται πιο βαθιά διερεύνηση. Ετσι, με μια εύθραυστη κατάπαυση του πυρός να βρίσκεται ήδη υπό δοκιμασία, το ερώτημα παραμένει: τι έχουν καταφέρει, τελικά, οι ΗΠΑ; Και με ποιο κόστος;
Μικρή πρόοδος στο πυρηνικό ζήτημα
Ο βασικός πολεμικός στόχος του Ντόναλντ Τραμπ ήταν να στερήσει από το Ιράν τη δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικού όπλου, κάτι που η Τεχεράνη επιμένει ότι δεν επιδίωκε ποτέ. Ωστόσο, αυτό αποτελούσε ήδη επί χρόνια στόχο της αμερικανικής διπλωματίας. Ο Τραμπ, τελικά, θεώρησε ότι η διεθνής συμφωνία JCPOA για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν του 2015, που επιτεύχθηκε επί Ομπάμα, ήταν υπερβολικά αδύναμη.
Κατά την πρώτη θητεία του, την παραβίασε ουσιαστικά, αποσύροντας τις ΗΠΑ μέσω της επαναφοράς κυρώσεων κατά του Ιράν, το οποίο μέχρι τότε τηρούσε τη συμφωνία. Ηταν μια επιλογή υπέρ της ισχύος αντί της διπλωματίας (αργότερα διέταξε και τη δολοφονία του αξιωματούχου των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σουλεϊμανί), διαμορφώνοντας ένα μοτίβο στις σχέσεις με την Τεχεράνη, που εναλλάσσεται μεταξύ διπλωματικής προσέγγισης και στρατιωτικής δράσης. Αυτό το μοτίβο κορυφώθηκε στον εν εξελίξει πόλεμο.
Ωστόσο, παρά την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός που παραμένει σε ισχύ, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις απτών αποτελεσμάτων για τον Τραμπ στο πυρηνικό ζήτημα.
Τον περασμένο Ιούνιο είχε δηλώσει ότι οι πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν είχαν ήδη «εξαλειφθεί» από τις αεροπορικές επιδρομές σε εγκαταστάσεις στο Ισφαχάν, στο Φορντόου και στη Νατάνζ. Μετά από πέντε και πλέον εβδομάδες πολέμου, το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου σε επίπεδα κοντά σε αυτά που απαιτούνται για κατασκευή όπλων, το οποίο εκτιμάται ότι βρίσκεται αποθηκευμένο κάτω από συντρίμμια.
Την τρίτη εβδομάδα του πολέμου, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, δήλωσε στο BBC ότι, τελικά, δεν μπορεί να υπάρξει στρατιωτική λύση για τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ θα συνεργαστούν πλέον «με το Ιράν» για να «εντοπίσουν και να απομακρύνουν όλη τη βαθιά θαμμένη… πυρηνική σκόνη». Ωστόσο, η Τεχεράνη παραμένει αμετακίνητη στο ζήτημα αυτό, το οποίο αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό σημείο στις επικείμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Ισλαμαμπάντ.
Υπό μία έννοια, η Τεχεράνη ενδέχεται πλέον, με μια ακόμη πιο καχύποπτη ηγεσία, να είναι περισσότερο αποφασισμένη να αποκτήσει πυρηνική ικανότητα, ως μέσο αποτροπής μιας νέας αμερικανικής επίθεσης.
Αποδυνάμωση του ιρανικού οπλοστασίου
Oταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την έναρξη του πολέμου με βίντεο από την κατοικία του στο Μαρ-α-Λάγκο, μεταξύ των στόχων που έθεσε ήταν και η αλλαγή καθεστώτος, καλώντας τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους μόλις σταματούσαν οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί.
Μέσα σε λίγες ημέρες απαίτησε την «άνευ όρων παράδοση» του καθεστώτος — κάτι που δεν συνέβη. Αν και το Ισραήλ εξόντωσε κορυφαία στελέχη, μεταξύ αυτών και τον ανώτατο ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, διάδοχός του ορίστηκε ο γιος του, Μοτζτάμπα.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η νέα ηγεσία είναι λιγότερο «ριζοσπαστικοποιημένη» και «πολύ πιο έξυπνη» από την προηγούμενη. Φιλοδοξούσε να επαναλάβει το αποτέλεσμα της επιχείρησης στη Βενεζουέλα, όπου -κατά τους ισχυρισμούς του- οι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο και τον μετέφεραν σε φυλακή στη Νέα Υόρκη αφήνοντας την υπόλοιπη ηγεσία στο Καράκας πιο ευθυγραμμισμένη με τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί στην Τεχεράνη.
Σε ό,τι αφορά το οπλοστάσιο του Ιράν, κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ κατέστρεψαν τις συμβατικές στρατιωτικές του δυνατότητες, «εξουδετερώνοντας» πυραύλους, εκτοξευτές, drones, εργοστάσια όπλων και πλοία. Ωστόσο, ειδικά για τα αποθέματα πυραύλων και drones, η εκτίμηση αυτή αμφισβητείται από διαρροές πληροφοριών που δείχνουν ότι το Ιράν διατηρεί περίπου το μισό του προπολεμικού του οπλοστασίου. Tο BBC σημειώνει ότι δεν έχει καταφέρει να επιβεβαιώσει καμία από τις δύο εκδοχές.
Σε κάθε περίπτωση, οι διακηρυγμένοι στόχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν μεταβληθεί σε σχέση με την έναρξη του πολέμου, με τον αρχικό στόχο της αλλαγής καθεστώτος από ΗΠΑ και Ισραήλ να μην έχει υλοποιηθεί.
Το κόστος του πολέμου
Δεκατρείς Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί και εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί. Τα αποθέματα πυρομαχικών φέρεται να εξαντλούνται με ταχύτατους ρυθμούς, περιλαμβανομένου μεγάλου αριθμού πυραύλων Τόμαχοκ, ενώ το ημερήσιο κόστος του πολέμου εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1 δισ. δολάρια.
Την ίδια στιγμή, Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η απαράμιλλη στρατιωτική ικανότητα και η τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ οδήγησαν σε μια αεροπορική εκστρατεία που ολοκληρώθηκε ταχύτερα του αναμενομένου και ανάγκασε το Ιράν σε υποχώρηση.
Στο εσωτερικό, ωστόσο, ο πόλεμος είχε και πολιτικό κόστος για τον Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι μια μικρή μερίδα Αμερικανών εγκρίνει τον πόλεμο, ενώ στο Κογκρέσο η στάση απέναντί του διχάζει. Οι Ρεπουμπλικανοί τον στηρίζουν, όμως, ήδη από τις αρχές της εβδομάδας, ορισμένοι εξέφραζαν ανοιχτά την αντίθεσή τους στις απειλές του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για «καταστροφή ενός ολόκληρου πολιτισμού».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, προσωπικότητες του κινήματος «MAGA», όπως ο σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον, πήραν αποστάσεις από τον Τραμπ.
Την Κυριακή, καθώς ο Τραμπ κλιμάκωνε τις απειλές του για καταστροφή ιρανικών υποδομών, η πολιτικός και επιχειρηματίας Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία κάποτε τον υποστήριζε με θέρμη, δήλωσε: «Αυτό δεν κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη, αυτό είναι κακό». Τα ρήγματα αυτά δεν δείχνουν σημάδια γεφύρωσης στο εσωτερικό του κινήματος.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, αντέδρασαν εξίσου έντονα τόσο στις ολοένα και πιο ακραίες απειλές του Τραμπ όσο και στις προσβολές προς συμμάχους των ΗΠΑ. Ζήτησαν απαντήσεις για το ενδεχόμενο αμερικανικός πύραυλος να ευθύνεται για το πλήγμα σε σχολείο στην πόλη Μινάμπ, το οποίο στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 168 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων 110 παιδιά.
Αυτή την εβδομάδα, αρκετοί βουλευτές κάλεσαν το υπουργικό συμβούλιο να ενεργοποιήσει την 25η Τροπολογία του Συντάγματος, ώστε να αφαιρεθούν οι εξουσίες από τον εν ενεργεία πρόεδρο. Η κυβέρνηση, αντίθετα, υποστηρίζει ότι οι απειλές του Τραμπ ανάγκασαν το Ιράν να υποχωρήσει, με την εκπρόσωπο Τύπου Καρολάιν Λέβιτ να δηλώνει: «Ποτέ μην υποτιμάτε την ικανότητα του προέδρου Τραμπ να προωθεί αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Αμερικής και να επιτυγχάνει ειρήνη».
Η τελική κρίση ενδέχεται να δοθεί από τους Αμερικανούς ψηφοφόρους τον Νοέμβριο. Ηδη, οι οικονομικές επιπτώσεις από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν οδηγήσει σε άνοδο των τιμών καυσίμων στις ΗΠΑ. Οι αυξήσεις αυτές αναμένεται να μετακυλιστούν και στα τρόφιμα, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ενδιάμεσες εκλογές, ενδεχομένως κοστίζοντας στους Ρεπουμπλικανούς τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και ίσως και της Γερουσίας — ένα ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό τίμημα.
Τελικά, ο Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια αναδυόμενη οικονομική κρίση, την ώρα που το Ιράν απαντούσε με τακτικές ασύμμετρης σύγκρουσης σε έναν συμβατικό αεροπορικό πόλεμο. Ετσι, ο βασικός στόχος μετατοπίστηκε: από την αρχική στρατηγική στην ανάγκη να ανοίξει ξανά ένα θαλάσσιο πέρασμα που ήταν ανοιχτό όταν ξεκίνησε ο πόλεμος.
Δοκιμάζοντας τους συμμάχους των ΗΠΑ
Καθώς το Ιράν έθεσε υπό τον έλεγχό του τα Στενά του Ορμούζ, ο Ντόναλντ Τραμπ άλλαζε συνεχώς στάση ως προς τον τρόπο αντίδρασης. Από το να απαιτεί τη βοήθεια των συμμάχων για το άνοιγμα των Στενών πέρασε στο να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται τη στήριξή τους, για να επιστρέψει ξανά σε εκκλήσεις συνεργασίας, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσει μακροχρόνιους συμμάχους «δειλούς», επειδή δεν ανταποκρίθηκαν.
Η ήδη εύθραυστη συνοχή του NATO, που είχε επιβαρυνθεί περαιτέρω από τις βλέψεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία, εντάθηκε ακόμη περισσότερο λόγω του πολέμου με το Ιράν. Ο Τραμπ συνέχισε τις επιθέσεις του κατά της Συμμαχίας, η οποία απέφυγε να εμπλακεί επισήμως. Μετά από συνομιλίες στον Λευκό Οίκο, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, δήλωσε ότι η συζήτηση ήταν «πολύ ειλικρινής».
Ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να πιστεύει ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ θα διασφαλίσει μακροπρόθεσμα τον ρόλο της χώρας ως υπερδύναμης. Ωστόσο, ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν ήδη τρόπους «απομείωσης κινδύνου», απομακρυνόμενες από έναν σύμμαχο που πλέον θεωρούν απρόβλεπτο και αναξιόπιστο.
Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει οικονομικό και στρατηγικό όφελος για την Κίνα, μια εξέλιξη που προκαλεί έντονη ανησυχία στους επικριτές του Τραμπ στην Ουάσιγκτον.
Το πραγματικό κόστος αυτού του πολέμου δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί. Και εάν η εκεχειρία ή οι εύθραυστες διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν, το τίμημα ενδέχεται να γίνει ακόμη βαρύτερο.

