Πύραυλοι και μπίζνες

Πώς οι επενδύσεις του Πιτ Χέγκσεθ και στελεχών του Λευκού Οίκου διαπλέκονται με τον πόλεμο

πύραυλοι-και-μπίζνες-564161464 Ο Πιτ Χέγκσεθ (σε πρώτο πλάνο) με τις επενδυτικές δραστηριότητές του θα έφερνε –υπό κανονικές συνθήκες– σε δύσκολη θέση τον πολιτικό του προϊστάμενο. Οχι όμως και στην εποχή του MAGA. Ομοίως, είναι ιστορικά πρωτοφανές το γεγονός ότι σημαντικές κινήσεις της αμερικανικής διπλωματίας εκτελούνται από δύο δραστήριους επιχειρηματίες, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ (στο κέντρο) και ο Τζάρεντ Κούσνερ (ο οποίος τυγχάνει γαμπρός του Τραμπ).
Ο Πιτ Χέγκσεθ (σε πρώτο πλάνο) με τις επενδυτικές δραστηριότητές του θα έφερνε –υπό κανονικές συνθήκες– σε δύσκολη θέση τον πολιτικό του προϊστάμενο. Οχι όμως και στην εποχή του MAGA. Ομοίως, είναι ιστορικά πρωτοφανές το γεγονός ότι σημαντικές κινήσεις της αμερικανικής διπλωματίας εκτελούνται από δύο δραστήριους επιχειρηματίες, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ (στο κέντρο) και ο Τζάρεντ Κούσνερ (ο οποίος τυγχάνει γαμπρός του Τραμπ).
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε φυσιολογικούς καιρούς θα ήταν ένα σκάνδαλο ολκής, που πιθανότατα θα τερμάτιζε την κυβερνητική σταδιοδρομία του εμπλεκομένου: οι Financial Times αποκάλυψαν στις αρχές της εβδομάδας ότι ο χρηματιστής του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ επιχείρησε μέσα στον Φεβρουάριο να κάνει μία μεγάλη επένδυση –κάποιων εκατομμυρίων– εκ μέρους του πελάτη του στο Defence Industrials Active ETF της BlackRock. Πρόκειται για ένα διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο, που περιλαμβάνει μετοχές κολοσσών της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας και συναφείς εταιρείες, όπως η πανταχού παρούσα Palantir.

Ευκαιρία για κέρδη – Λίγο πριν από τον πόλεμο ο χρηματιστής του υπ. Aμυνας επιχείρησε να τοποθετήσει εκατομμύρια δολάρια σε αμοιβαίο κεφάλαιο που εστιάζει στην αμυντική βιομηχανία, ενώ ο υπ. Εσωτερικής Ασφάλειας Μ. Μάλιν, πέντε μέρες πριν από την απαγωγή Μαδούρο, επένδυσε στη Chevron, που δραστηριοποιείτο στη Βενεζουέλα.

Σχολιάζοντας την αποκάλυψη, η γερουσιαστής και πρώην προεδρική υποψήφια των Δημοκρατικών Ελίζαμπεθ Γουόρεν ανέφερε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Η προσπάθεια κερδοσκοπίας από την αποστολή Αμερικανών στρατιωτών για να πολεμήσουν και να πεθάνουν στον πόλεμο του Τραμπ με το Ιράν είναι ένα νέο ναδίρ ακόμη και για τον Πιτ Χέγκσεθ. Χρειάζεται να γίνει έρευνα – και έπρεπε εδώ και καιρό να έχουμε απαγορεύσει τις αγοραπωλησίες μετοχών από κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους».

Σε δήλωσή του στην «Κ», ο βουλευτής των Δημοκρατικών Ντον Μπέιερ λέει: «Είναι απολύτως ντροπιαστικό και βαθιά ανησυχητικό ότι ο υπουργός Χέγκσεθ προσπάθησε να επωφεληθεί οικονομικά από την πληροφόρηση που είχε ως αξιωματούχος που ετοιμαζόταν να σύρει τη χώρα μας σε έναν παράνομο και περιττό πόλεμο».

Οπως σημειώνει ο Μπέιερ, «δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό». Η υπόθεση Χέγκσεθ «είναι ενδεικτική της ηθικής παρακμής που έχει ριζώσει σε αυτήν την κυβέρνηση, η οποία αποδεικνύεται η πιο διεφθαρμένη στην αμερικανική ιστορία. Εχουμε δει επανειλημμένως τα ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ να αξιοποιούν τις θέσεις εξουσίας τους για προσωπικό όφελος, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί συνάδελφοί μου επιλέγουν να κάνουν τα στραβά μάτια».

Αξιωματούχοι-επενδυτές

Ηταν σαφές από την αρχή της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ ότι η έννοια της σύγκρουσης συμφερόντων είχε εξοριστεί από το εγχειρίδιο διακυβέρνησης του MAGA. Λίγο πριν από την αρχή, για να είμαστε ακριβείς, με την ίδρυση, μέρες πριν από την ορκωμοσία του, των crypto funds του ιδίου του Τραμπ και της συζύγου του. Εκτοτε, έχουμε δει να απονέμεται χάρη σε άτομα που έχουν συμβάλει στην ιλιγγιώδη αύξηση της περιουσίας της οικογενείας του προέδρου κατά το περασμένο έτος, περιορισμοί στις εξαγωγές ευαίσθητης τεχνολογίας να αίρονται για χώρες που έχουν επενδύσει γενναιόδωρα στην αναδυόμενη κρυπτο-αυτοκρατορία των Τραμπ, υπέροχα δώρα για τον πρόεδρο, από ελβετικές ράβδους χρυσού έως αεροπλάνα, και άλλα πολλά.

Η επιχείρηση στη Βενεζουέλα, ωστόσο, και ακόμη περισσότερο ο πόλεμος στο Ιράν έχουν φέρει στο προσκήνιο μια πιο σκοτεινή πτυχή της σύγχυσης των ρόλων. Δεν είναι μόνο ο υπουργός Αμυνας, που «διαπραγματεύεται με βόμβες», όπως του αρέσει να λέει, και που παράλληλα επιχειρεί να βελτιώσει τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου του αναζητώντας ευκαιρίες σε εταιρείες των οποίων οι τύχες επηρεάζονται άμεσα από τις αποφάσεις του. Ο νέος υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλιν, τρεις μήνες νωρίτερα και πέντε μέρες πριν από την απαγωγή Μαδούρο, γερουσιαστής ακόμη, αγόρασε μεγάλο αριθμό μετοχών της Chevron, της μόνης αμερικανικής εταιρείας που δραστηριοποιείτο στη Βενεζουέλα.

Και φυσικά, υπάρχει το φαινόμενο Τζάρεντ Κούσνερ: ο γαμπρός του προέδρου, λίγους μήνες αφού έφερε την «ειρήνη» στη Γάζα ως εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης, ανέλαβε, πάλι μαζί με τον επίσης βαθιά διαπλεκόμενο Στιβ Γουίτκοφ, τις νέες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων –που ίσως σχετίζεται με το γεγονός ότι τόσο ο Κούσνερ όσο και ο Γουίτκοφ γνωρίζουν ελάχιστα για τα πυρηνικά– οι New York Times αποκάλυψαν ότι αναζητεί 5 δισ. σε νέα κεφάλαια για το fund του, από χώρες άμεσα εμπλεκόμενες στον πόλεμο του Περσικού.

Για τίνος το συμφέρον; –  «Οταν η οικογένεια του προέδρου εμπλέκεται σε συναλλαγές με ξένες δυνάμεις, ανησυχούμε ότι η εξωτερική μας πολιτική τροποποιείται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα αυτών των χωρών εις βάρος των δικών μας», λέει στην «Κ» ο Ντέιβιντ Σούπερ, καθηγητής Νομικής
και Οικονομικών στο Georgetown.

Ο Κούσνερ, υπενθυμίζεται, είχε δεσμευθεί, μετά την επανεκλογή του πεθερού του, ότι δεν θα επιχειρήσει να αντλήσει κεφάλαια για το Affinity Partners κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Οπως είχε πει τον Δεκέμβριο του 2024 στο podcast του Πάτρικ Ο’Σόνεσι, θα δρούσε «προληπτικά για να αποφύγει συγκρούσεις συμφερόντων».

Ο Ντέιβιντ Σούπερ, καθηγητής Νομικής και Οικονομικών στο Georgetown, μιλώντας στην «Κ», σημειώνει ότι τα κρούσματα δημόσιας διαφθοράς είναι τόσο διαδεδομένα, που δεν προκαλούν ιδιαίτερη αγανάκτηση. «Η ανησυχία πλέον είναι αν αυτά τα κίνητρα του κέρδους κατευθύνουν την πολιτική», λέει. «Οταν η οικογένεια του προέδρου εμπλέκεται σε εξαιρετικά προσοδοφόρες συναλλαγές με ξένες δυνάμεις, ανησυχούμε ότι η εξωτερική μας πολιτική τροποποιείται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα αυτών των χωρών εις βάρος των δικών μας».

Ο Σούπερ αναφέρεται στα σκαμπανεβάσματα –ακατανόητα βάσει οικονομικής στρατηγικής– των δασμών που έχει επιβάλει η κυβέρνηση, που «δημιούργησαν φόβους ότι ο ίδιος ο πρόεδρος ή οι συνεργάτες του έκαναν συμφωνίες στο περιθώριο για προσωπικό όφελος». Αναφέρεται επίσης στο γεγονός ότι «τόσο μεγάλο μέρος της ζωτικής διπλωματίας των ΗΠΑ διεξάγεται από δύο ενεργούς επιχειρηματίες» (τον Κούσνερ και τον Γουίτκοφ).

«Σε αυτό το επίπεδο, μεγάλο μέρος της διπλωματίας βασίζεται σε υποκειμενικές εντυπώσεις και διαθέσεις», υπογραμμίζει ο Αμερικανός καθηγητής. «Οι ευνοϊκές επιχειρηματικές συμφωνίες μπορούν σίγουρα να βελτιώσουν την εμπιστοσύνη και τις διαθέσεις όσων επωφελούνται από τις συμφωνίες και να οδηγήσουν τους διαπραγματευτές να εξυπηρετήσουν την άλλη πλευρά, όταν διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν τηρήσει πιο αυστηρή στάση. Οι επαφές του Γουίτκοφ και του Κούσνερ με τη Ρωσία είναι οι πιο σημαντικές σε αυτήν την κατηγορία, αλλά δεν είναι οι μόνες».

Υπάρχουν αντισώματα;

Θα υπάρξει, λοιπόν, κάποια αντίδραση σε όλα αυτά – θεσμική ή λαϊκή; «Το Κογκρέσο έχει σαφή ευθύνη να χαλιναγωγήσει αυτήν την ασυγκράτητη διαφθορά», αναφέρει στην «Κ» ο Ντον Μπέιερ. «Είμαι περήφανος που ανήκω στους εισηγητές νομοθεσίας που θα απαγορεύει στα μέλη του Κογκρέσου και στους συζύγους τους να διαπραγματεύονται μετοχές. Και θα συνεχίσω να υποστηρίζω το κλείσιμο επικίνδυνων κενών που επιτρέπουν στους ανώτερους αξιωματούχους να γεμίζουν τις τσέπες τους χρησιμοποιώντας εμπιστευτικές πληροφορίες χωρίς συνέπειες».

Το χάος που χαρακτηρίζει τη δεύτερη προεδρία Τραμπ, ωστόσο, το πλήθος των ατοπημάτων και ο βαθύς ιδεολογικός διχασμός της χώρας δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για αισιοδοξία. «Μέχρι στιγμής, οι αντιδράσεις συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με τις προηγούμενες απόψεις του καθενός για τον πρόεδρο Τραμπ», σχολιάζει ο Ντέιβιντ Σούπερ. «Η συντριπτική πλειονότητα των υποστηρικτών του φαίνεται πρόθυμη προς το παρόν να μην πιστέψει τις κατηγορίες εναντίον του και της κυβέρνησής του χωρίς πραγματικά να τις εξετάσει, υποθέτοντας απλώς ότι οι κατηγορίες προκύπτουν από τη μνησικακία των ιδεολογικών του αντιπάλων».

Πέραν αυτού, ο Σούπερ σημειώνει ότι είναι «πολύ αποπροσανατολιστικό» για τους Αμερικανούς να βλέπουν τέτοια φαινόμενα εξόφθαλμης κυβερνητικής διαφθοράς σε τόσο ευρεία κλίμακα. «Στο παρελθόν, στις περιπτώσεις διεφθαρμένων κυβερνήσεων –του Γκραντ ή του Χάρντινγκ– καθησυχαζόμασταν λέγοντας ότι ο πρόεδρος ήταν τίμιος, αλλά εμπιστεύθηκε τους λάθος ανθρώπους. Ο μόνος πρόεδρος που αποδείχθηκε ότι ενεπλάκη ο ίδιος σε εγκληματική δραστηριότητα –ο Νίξον– υποχρεώθηκε, υπό διακομματική πίεση, να παραιτηθεί». Τώρα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Το στοίχημα των 580 εκατομμυρίων δολαρίων

Πολλά από αυτά τα φαινόμενα –που περιγράφονται στις παραπάνω στήλες– εντάσσονται στο πλαίσιο του (έστω οριακά) νόμιμου, αλλά όχι ηθικού. Υπάρχουν όμως και τα άλλα: οι συναλλαγές, στις χρηματαγορές και στις αγορές προβλέψεων, που φωνάζουν ότι κάποιοι ήξεραν από πριν κάποια πράγματα και αξιοποίησαν τη γνώση τους για να θησαυρίσουν.

Την ημέρα πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων κατά του Ιράν, περισσότεροι από 150 χρήστες πόνταραν τουλάχιστον 1.000 δολάρια ή περισσότερα ότι ο πόλεμος θα ξεκινούσε εντός 24 ωρών. Τις προηγούμενες εβδομάδες δεν έχουν υπάρξει παρά ελάχιστα «στοιχήματα» τέτοιου μεγέθους που τοποθετούσαν την έναρξη των εχθροπραξιών στην επόμενη μέρα.

Η πιο παταγώδης ύποπτη συναλλαγή, ωστόσο, έλαβε χώρα στις 23 Μαρτίου, στις 6.49 το πρωί ώρα ανατολικής ακτής, όταν έγιναν μέσα σε ένα λεπτό αγοραπωλησίες ύψους 580 εκατ. δολαρίων σε μελλοντικά συμβόλαια πετρελαίου. Εκείνο το βράδυ έληγε η (αρχική) διορία του Τραμπ προς την Τεχεράνη να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ ώστε να μην υποστεί μαζικούς βομβαρδισμών των μη στρατιωτικών υποδομών της.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι λαμβάνουν χώρα «εποικοδομητικές συνομιλίες» με τους Ιρανούς, συνεπώς θα έδινε παράταση στην προθεσμία που είχε θέσει πριν δώσει το πράσινο φως για μεγάλης έκτασης εγκλήματα πολέμου. Η τιμή του πετρελαίου, έστω προσωρινά, βυθίστηκε.

Γράφοντας στο Substack του, ο νομπελίστας Οικονομικών και πρώην αρθρογράφος των New York Times Πολ Κρούγκμαν σημείωνε την επόμενη ημέρα ότι «το απότομο και απομονωμένο άλμα στον όγκο» των συναλλαγών, που έλαβαν χώρα πριν από το άνοιγμα της αγοράς, ήταν «ιδιαίτερα περίεργο επειδή δεν υπήρχαν σημαντικές ειδήσεις –δεν υπήρχαν σημαντικές ειδήσεις διαθέσιμες στο κοινό– για να προκαλέσουν ξαφνικές, μεγάλες συναλλαγές».

«Oταν στελέχη μιας εταιρείας ή άτομα κοντά τους εκμεταλλεύονται εμπιστευτικές πληροφορίες για προσωπικό οικονομικό όφελος, αυτό συνιστά εμπόριο βάσει εσωτερικής πληροφόρησης – κάτι που είναι παράνομο. Αλλά έχουμε μια άλλη λέξη για καταστάσεις στις οποίες άτομα με πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με την εθνική ασφάλεια –όπως σχέδια βομβαρδισμού ή μη βομβαρδισμού μιας άλλης χώρας– εκμεταλλεύονται αυτές τις πληροφορίες για κέρδος. Αυτή η λέξη είναι “προδοσία”».

Η διαφθορά, φυσικά, έχει συνέπειες στην ποιότητα της διακυβέρνησης. «Μεταξύ άλλων, οι βαθιά διεφθαρμένες κυβερνήσεις τείνουν να είναι πολύ κακές στη διεξαγωγή πολέμου, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να εξυμνούν το “ήθος του πολεμιστή” και τη “φονικότητα”», καταλήγει στην ανάρτησή του ο Κρούγκμαν. «Οταν διερευνηθεί το πώς συνέβη η πανωλεθρία στο Ιράν, η αλαζονική άγνοια ίσως να εξακολουθεί να έχει τα πρωτεία ως αιτία. Αλλά η γκροτέσκα διαφθορά θα την ακολουθεί από κοντά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT