Με το τελευταίο διάγγελμά του ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να πείσει πως οι ΗΠΑ έχουν τον έλεγχο στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά με τη στάση του ανέδειξε τελικά μια ουσιαστική αντίφαση.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ διαβεβαίωσε ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν –το ναυτικό, η αεροπορία, το βαλλιστικό πρόγραμμα και οι υποδομές εμπλουτισμού ουρανίου– έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί, παρουσιάζοντας τη σύγκρουση ως μία συνθήκη που οδεύει προς το τέλος της.
Ομως αμέσως μετά, ο Τραμπ έσπευσε να απειλήσει με περαιτέρω κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων μέσα στις επόμενες εβδομάδες και το αποτέλεσμα ήταν ένα ασαφές και ανάμεικτο μήνυμα: η ανακήρυξη μίας νίκης που φαίνεται να μην έχει διασφαλιστεί.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δίστασε μάλιστα να σκληρύνει τη ρητορική του, προειδοποιώντας πως οι αεροπορικές επιδρομές μπορούν να στείλουν το Ιράν «πίσω στη λίθινη εποχή, εκεί που ανήκει».
Το κλίμα στην Τεχεράνη
Η δήλωση αυτή είχε απτό αντίκτυπο στο εσωτερικό του Ιράν, τροφοδοτώντας οργή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – ακόμη και μεταξύ υποστηρικτών της αντιπολίτευσης που μέχρι πρότινος έβλεπαν τον Τραμπ ως πιθανό παράγοντα αλλαγής.
Αντί να ενθαρρύνει την άσκηση εσωτερικής πίεσης στο σύστημα, σε ορισμένους ενίσχυσε την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται υπό πολιορκία.
Ο Τραμπ επέμεινε επίσης στον ισχυρισμό ότι η «αλλαγή καθεστώτος» έχει ουσιαστικά ήδη συντελεστεί στο Ιράν, μετά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, και τον θάνατο πολλών ακόμη ανώτατων αξιωματούχων και διοικητών. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ακόμα πως πλέον έχει αναλάβει τα ηνία μια «λιγότερο ριζοσπαστική και πολύ πιο λογική» ηγεσία. Ωστόσο υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ μιας τέτοιας πεποίθησης.
Οπως σημειώνει σε ανάλυσή του το BBC, η εξουσία στην Τεχεράνη παραμένει δομικά αμετάβλητη και εξακολουθεί να «εκπορεύεται» από το γραφείο του ανώτατου ηγέτη, «αν και το πόσο άμεσος είναι στην πράξη ο έλεγχος που ασκείται, ιδιαίτερα υπό τις τρέχουσες συνθήκες, είναι λιγότερο σαφές».
Το καθεστώς αντέχει
Ωστόσο, δεν έχει προκληθεί κάποια θεσμική ρήξη ούτε διαπιστώνεται κάποια ιδεολογική μετατόπιση. Ο Μασούντ Πεζεσκιάν παραμένει πρόεδρος. Ο Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ εξακολουθεί να ηγείται του κοινοβουλίου. Ο Αμπάς Αραγτσί συνεχίζει να διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική.
Οι διοικητές και πολλοί αξιωματούχοι που σκοτώθηκαν στα πλήγματα έχουν αντικατασταθεί από πρόσωπα της ίδιας ιδεολογικής γραμμής, τα οποία –αν μη τι άλλο– εκφράζουν ακόμα πιο σκληροπυρηνικές θέσεις, ίδιως εν μέσω πολέμου.
Αυτό μοιάζει περισσότερο με ένα καθεστώς που αντέχει, και όχι με ένα καθεστώς που «αλλάζει». Και αυτή η ανθεκτικότητα δεν είναι τυχαία καθώς ο πολεμικός στόχος του Ιράν δεν είναι η νίκη με τη συμβατική έννοια, αλλά η επιβίωση.
Εδώ και χρόνια, άλλωστε, η Τεχεράνη κινείται με βάση αυτή την απλή παραδοχή: η επιβίωση απέναντι σε μια ανώτερη στρατιωτική δύναμη συνιστά επιτυχία. Στη διαρκή αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, η Τεχεράνη θεωρούσε πάντα ότι η σύγκρουση με τον έναν θα συμπαρέσυρε και τον άλλον.
Το «να παραμένεις όρθιος» δεν είναι εναλλακτικό σχέδιο – είναι ο ίδιος ο στόχος. Εναν μήνα μετά την έναρξη του πολέμου, οι δομές διοίκησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας εξακολουθούν να λειτουργούν, ο κρατικός μηχανισμός αντέχει και η αποτρεπτική της ισχύς, αν και έχει αποδυναμωθεί, δεν έχει καταρρεύσει. Υπό αυτό το πρίσμα, η δυναμική του Ιράν παραμένει σημαντική.
Το δίλημμα του Λευκού Οίκου
Η Τεχεράνη εξακολουθεί να ασκεί επιρροή σε κρίσιμες ενεργειακές οδούς, ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Αυτό και μόνο προσδίδει στην Τεχεράνη δυσανάλογη ικανότητα πρόκλησης αναταραχών, ακόμη και αν βρίσκεται υπό συνεχή πίεση.
Για την Ουάσιγκτον, αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα: αν οι ΗΠΑ αποσυρθούν τώρα, κινδυνεύουν να επιβεβαιώσουν το «δόγμα» του Ιράν: ότι η αντοχή αποδίδει καρπούς. Αν συνεχίσουν τον πόλεμο, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο κόστος χωρίς σαφή οδικό χάρτη προς μια αποφασιστική νίκη.
Η ομιλία του Τραμπ αντικατοπτρίζει έναν γόρδιο δεσμό. Διακηρύσσοντας την επιτυχία των ΗΠΑ ενώ συνεχίζει τον πόλεμο, επιχειρεί να γεφυρώσει δύο αντικρουόμενες επιταγές: να επιδείξει ισχύ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια παρατεταμένη εμπλοκή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του Πεζεσκιάν λίγο πριν από την ομιλία του Τραμπ, ότι το Ιράν διαθέτει την «αναγκαία βούληση» για να τερματίσει τον πόλεμο, εκλαμβάνεται περισσότερο ως καλά ζυγισμένο μήνυμα και λιγότερο ως διάθεση παραχωρήσεων.
Η ανοιχτή επιστολή του προς τον αμερικανικό λαό, που δημοσιεύθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Τετάρτη, αμφισβήτησε κατά πόσο εξυπηρετείται το δόγμα «America First», θέτοντας επί της ουσίας το ερώτημα για το αν οι ΗΠΑ ενεργούν για λογαριασμό του Ισραήλ.
Το ιρανικό μήνυμα απευθυνόταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου τμήμα της κοινής γνώμης εμφανίζεται ανήσυχο για τη σύγκρουση. Ηταν μια προσπάθεια να αυξηθεί η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον χωρίς να αλλάξει η διαπραγματευτική θέση του Ιράν.
Το “end game” της Τεχεράνης
Οι «κόκκινες γραμμές» του Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου φαίνεται να παραμένουν αμετάβλητες και είναι οι εξής:
- Επιβίωση του καθεστώτος και κυριαρχία
- Σοβαρές εγγυήσεις πως δεν θα υπάρξουν στο μέλλον αμερικανικά ή ισραηλινά χτυπήματα
- Ουσιαστική και εφαρμόσιμη άρση κυρώσεων
- Διατήρηση των δυνατοτήτων αποτροπής
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Ιράν είναι διατεθειμένο να υποχωρήσει σε ό,τι αφορά αυτά τα αιτήματα, σημειώνει το BBC. Αυτό ωστόσο ενδέχεται να αλλάξει όσο συνεχίζονται οι αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές οι οποίες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουν ήδη σημαντικό αντίκτυπο στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και στην οικονομία του (η οποία βρισκόταν ήδη σε ελεύθερη πτώση πριν από την έναρξη του πολέμου).
Αν το καθεστώς επιβιώσει, θα κληθεί να ανοικοδομήσει μια χώρα που μαστίζεται από αυτές τις κρίσεις. Ωστόσο, η επιβίωση του καθεστώτος θα έχει μια βαθύτερη συνέπεια: για χρόνια, η σιωπηρή απειλή μιας επίθεσης μεγάλης κλίμακας από τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ λειτουργούσε ως περιοριστικός παράγοντας για το Ιράν. Αν αυτό αντέξει από μια άμεση σύγκρουση, το βάρος αντίστοιχων απειλών στο μέλλον δεν θα είναι το ίδιο. Αυτή η μετατόπιση διαμορφώνει ήδη τους περιφερειακούς συσχετισμούς.
Η αντίδραση των αραβικών κρατών
Ορισμένα αραβικά κράτη, που αρχικά αντιτάχθηκαν στον πόλεμο, φέρεται τώρα να πιέζουν τον Τραμπ να τον ολοκληρώσει, αντί να ρισκάρει να αφήσει πίσω του ένα πιο ενισχυμένο καθεστώς στο Ιράν.
Από τη δική τους οπτική γωνία, η λήξη του πολέμου μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας για τις συνθήκες στο εσωτερικό του Ιράν μπορεί να αποδειχθεί πιο αποσταθεροποιητική από την ίδια τη σύγκρουση. Και τα αραβικά κράτη φοβούνται ότι οι συνέπειες για αυτά θα είναι πολύ πιο σοβαρές από αυτές που θα κληθεί να επωμιστεί η Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με ένα γνώριμο αλλά οξύ δίλημμα. Η αποχώρηση κινδυνεύει να επικυρώσει το ιρανικό παράδειγμα. Και μέχρι στιγμής, ένα «νέο Ιράν» δεν έχει προκύψει.
Αν η κατάσταση παραμείνει ως έχει και αφότου τελειώσει ο πόλεμος, το ερώτημα θα είναι αν η Ουάσιγκτον μπορεί να ευθυγραμμίσει το αφήγημα περί επιτυχίας με μια πραγματικότητα στην οποία ο αντίπαλος που επιδίωκε να μετασχηματίσει παραμένει, ουσιαστικά, απαράλλαχτος.

