Το πολιτικό κόστος της απειλούμενης διακοπής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle

Το πολιτικό κόστος της απειλούμενης διακοπής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle

Σταθμό στην προσπάθεια διατήρησης της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle ενδέχεται να αποτελέσει η προγραμματισμένη επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στην Αθήνα τον Μάιο

4' 54" χρόνος ανάγνωσης

Oταν η διοίκηση της Deutsche Welle (DW) ανακοίνωσε στα τέλη Φεβρουαρίου ότι προτίθεται να διακόψει έως το τέλος του έτους την ελληνόφωνη υπηρεσία του σταθμού, προφανώς δεν είχε προβλέψει τις πολιτικές αντιδράσεις που θα προκαλούσε η απόφαση.

Σε μια αρχικά ασυντόνιστη κινητοποίηση διαμαρτυρίας, πλήθος οργανώσεων και προσώπων τοποθετήθηκαν γρήγορα δημόσια –  φορείς που θα μπορούσαν συνολικά να περιγραφούν ως εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών στις ελληνογερμανικές σχέσεις: ενώσεις Γερμανών φιλελλήνων, ελληνικές κοινότητες που εκπροσωπούν τη σημαντική ελληνική διασπορά, δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί και πολλοί άλλοι.

Η διαμαρτυρία προσέλαβε πιο εμφανή πολιτική διάσταση όταν ομάδα Ελλήνων βουλευτών απηύθυνε ανοικτή επιστολή προς ομολόγους τους στη γερμανική Bundestag, προειδοποιώντας για τη ζημία που θα προκαλούσε στις διμερείς σχέσεις ο τερματισμός του ιστορικού αυτού προγράμματος. «Σας ζητούμε, στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών σας δυνατοτήτων, να διασφαλίσετε ότι η απόφαση αυτή δεν θα εφαρμοστεί», ανέφερε η επιστολή. Και κατέληγε σε δραματικούς τόνους: «Η απόφαση για τη διακοπή του ελληνικού προγράμματος κλονίζει και αποδυναμώνει όλα όσα έχουμε οικοδομήσει μαζί».

Η επιστολή έφερε τις υπογραφές μελών τόσο του ελληνικού όσο και του κυπριακού κοινοβουλίου, τα οποία – συμπτωματικά –  βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στη Γερμανία ως προσκεκλημένοι στο συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), του κυβερνώντος κόμματος στη Γερμανία.

Εκεί, σύμφωνα με πληροφορίες, αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Τάσο Χατζηβασιλείου προχώρησε σε αρχικές επαφές με Γερμανούς πολιτικούς, με στόχο τη διάσωση του προγράμματος.

Καθοριστικό ρόλο στην πρώιμη αυτή φάση της κινητοποίησης διαδραμάτισε το γραφείο του Ιδρύματος Konrad Adenauer (KAS) στην Αθήνα και ο διευθυντής του, Μάριαν Βεντ, ο οποίος όχι μόνο διατηρεί στενές σχέσεις με το κυβερνών κόμμα της Ελλάδας, αλλά είναι επίσης καλά δικτυωμένος στο Βερολίνο ως πρώην μέλος της γερμανικής Bundestag. «Η διατήρηση των ελληνόφωνων προγραμμάτων της Deutsche Welle έχει μεγάλη σημασία για τις ελληνογερμανικές σχέσεις, γι’ αυτό και το Ίδρυμα Konrad Adenauer υποστηρίζει με ιδιαίτερη έμφαση τη συνέχισή τους», δήλωσε ο εκπρόσωπος του ιδρύματος.
Ο κ. Βεντ δεν περιορίστηκε σε ρητορικές εκκλήσεις. Ανέλαβε πρωτοβουλία για την έναρξη επίσημης εκστρατείας συλλογής υπογραφών, με στόχο να πεισθεί η γερμανική Bundestag να επανεξετάσει την απόφαση.

Η πρωτοβουλία αυτή σύντομα κατέστη το επίκεντρο της προσπάθειας της κοινωνίας των πολιτών για τη διατήρηση της υπηρεσίας, επικαλούμενη ρητά το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο: «Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Γερμανία εγκαταλείπει για άλλη μια φορά την Ελλάδα», αναφέρει το σχετικό κείμενο.

Η ευρύτερη αυτή διάσταση φαίνεται πως διέφυγε της προσοχής των γραφειοκρατών στα κεντρικά της Deutsche Welle, όταν αποφάσισαν να καταργήσουν την ελληνική υπηρεσία  – τη μοναδική μεταξύ περισσότερων από 30 ξενόγλωσσων υπηρεσιών –  προκειμένου να εξοικονομήσουν λίγες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Σύμφωνα με πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν, δεν πραγματοποιήθηκε καμία ουσιαστική πολιτική συζήτηση, πόσο μάλλον γεωστρατηγική αξιολόγηση ή στάθμιση των συνεπειών της περιοριστικής αυτής απόφασης.

Στο πλέγμα των ελληνογερμανικών σχέσεων, η Deutsche Welle διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Σε αντίθεση με δυτικούς ανταγωνιστές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία –οι οποίες έχουν καλλιεργήσει θετικό κλίμα στην Ελλάδα μέσω μεγάλων εξοπλιστικών συμφωνιών και πολιτικών δεσμεύσεων στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων– η πολιτική του Βερολίνου έναντι της Ελλάδας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εργαλεία της λεγόμενης ήπιας ισχύος.

Θεσμοί με κρατική στήριξη, όπως τα Ινστιτούτα Goethe, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και τα γερμανικά σχολεία, παράλληλα με τις εντατικές οικονομικές σχέσεις, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Υπό αυτή την έννοια, η ελληνόφωνη υπηρεσία της Deutsche Welle ανήκει σαφώς σε αυτή την κατηγορία, καθώς για περισσότερα από 60 χρόνια προσφέρει δημοσιογραφία «Made in Germany» σε εκατομμύρια τηλεθεατές και ακροατές στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Η προοπτική της διακοπής λειτουργίας της έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Σε δημόσια δήλωσή του, ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νικήτας Κακλαμάνης, ανέφερε ότι μια τέτοια εξέλιξη «μας λυπεί βαθύτατα». Ανάλογες ανησυχίες εξέφρασε και η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου, Αννίτα Δημητρίου, καταγράφοντας την «έντονη ανησυχία» της και προειδοποιώντας ότι η διακοπή λειτουργίας θα ισοδυναμούσε με «υποβάθμιση της επίσημης γλώσσας δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Νωρίτερα, η Ενωση Συντακτών Κύπρου είχε εκφράσει την αλληλεγγύη της προς την ελληνική συντακτική ομάδα της Deutsche Welle και είχε καλέσει τις κυβερνήσεις σε Αθήνα και Λευκωσία να παρέμβουν. Η έκκληση αυτή απέκτησε πρακτική συνέχεια.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές στο Βερολίνο, οι υπουργοί Εξωτερικών της Κύπρου και της Ελλάδας, Κωνσταντίνος Κόμπος και Γεώργιος Γεραπετρίτης, έθεσαν από κοινού το ζήτημα στον Γερμανό ομόλογό τους. Ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών έθιξε επίσης το θέμα της Deutsche Welle κατά την πρόσφατη διμερή συνάντησή του με τον Γιόχαν Βάντεφουλ στο Βερολίνο, τοποθετώντας το μάλιστα ψηλά στην ατζέντα, ακόμη και πριν από τις συζητήσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος σε αυτές τις συγκυρίες έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων, φέρεται να χαρακτήρισε εσωτερικά την απόφαση των διοικητικών οργάνων της Deutsche Welle ως «περιττή επιβάρυνση» για τις διμερείς σχέσεις.

Η απειλούμενη διακοπή λειτουργίας έχει ήδη προκαλέσει διπλωματικές τριβές μεταξύ του Βερολίνου, αφενός, και της Αθήνας και της Λευκωσίας, αφετέρου. Το ερώτημα πλέον είναι πώς μπορεί να διορθωθεί η απόφαση η οποία, όπως φαίνεται, δεν εξετάστηκε επαρκώς σε πολιτικό επίπεδο. Το βάρος στρέφεται λιγότερο προς τη διοίκηση της Deutsche Welle και περισσότερο προς τα μέλη της γερμανικής Bundestag και τις αρμόδιες επιτροπές, οι οποίες μπορούν, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών διαβουλεύσεων, να δώσουν εντολή για σχετικές προσαρμογές.

Τις τελευταίες ημέρες βρίσκονται σε εξέλιξη πολυάριθμες παρασκηνιακές διαβουλεύσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Σταθμό στην προσπάθεια διατήρησης της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle ενδέχεται να αποτελέσει η προγραμματισμένη επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στην Αθήνα τον Μάιο.

Η επίσκεψη αναμένεται επίσης να επικεντρωθεί σε ένα σχέδιο δράσης για την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε νέο επίπεδο κατά την επόμενη δεκαετία. Η γερμανική πλευρά θα έκανε καλά να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε το αβέβαιο μέλλον της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle να μη σκιάσει το κλίμα των υπουργικών συνομιλιών.

*Ο δρ Ρόναλντ Μάιναρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και διετέλεσε επικεφαλής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle από το 1993 έως το 1996.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT