Εχει το σπίτι σας στέγη από τσιμέντο ή από καλάμι; Ποιο είναι το κύριο δημητριακό που καταναλώνετε; Εχετε πρόσβαση στο Διαδίκτυο ή διαθέτετε απλό κινητό τηλέφωνο; Πόσα παντρεμένα ζευγάρια ζουν κάτω από τη στέγη σας; Αυτές είναι μερικές από τις 33 ερωτήσεις στις οποίες θα κληθούν να απαντήσουν περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο Ινδοί, καθώς στη χώρα τους ξεκίνησε χθες η μεγαλύτερη απογραφή πληθυσμού στον κόσμο, η πρώτη καταμέτρηση πληθυσμού που πραγματοποιείται στην Ινδία έπειτα από περισσότερα από 15 χρόνια, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το βρετανικό ειδησεογραφικό δίκτυο BBC.
Αυτή η διαδικασία, που πρόκειται να διεξαχθεί σε δύο φάσεις και χαρακτηρίζεται η πιο φιλόδοξη του είδους της στον κόσμο λόγω μεγεθών, θα απασχολήσει περισσότερους από τρία εκατομμύρια υπαλλήλους, οι οποίοι θα αφιερώσουν περίπου ένα χρόνο προκειμένου να καταμετρήσουν κάθε άτομο που ζει στην Ινδία.
Η 16η απογραφή της Ινδίας, η 8η που πραγματοποιείται στη χώρα έπειτα από την ανεξαρτησία της το 1947, θα περιλαμβάνει επίσης στοιχεία σχετικά με τις κάστες και θεωρείται κρίσιμη για τη χάραξη πολιτικής, την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και την πολιτική εκπροσώπηση στην πιο πολυπληθή χώρα του κόσμου.
Τρία εκατομμύρια κρατικοί υπάλληλοι θα αφιερώσουν περίπου ένα χρόνο προκειμένου να καταμετρήσουν κάθε άτομο που ζει στη χώρα και να καταγράψουν τις συνήθειες του πληθυσμού.
Με πάνω από 1,4 δισ. κατοίκους, η Ινδία ξεπέρασε σε πληθυσμό την Κίνα το 2023, σύμφωνα με το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό. Ωστόσο, με τη μέση ηλικία να υπολογίζεται στα 28 έτη, παραμένει μία από τις χώρες με τον μικρότερο μέσο όρο ηλικίας στον κόσμο. Ενδεικτικά, σχεδόν το 70% του πληθυσμού της είναι σε ηλικία εργασίας. Η τελευταία απογραφή πραγματοποιήθηκε στην Ινδία το 2011, ενώ η απογραφή του 2021 καθυστέρησε λόγω της πανδημίας και στη συνέχεια αναβλήθηκε εκ νέου λόγω διοικητικών και εκλογικών προγραμματισμών. Ηταν η πρώτη φορά που αυτή η δεκαετής διαδικασία δεν τηρήθηκε σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα.
Εν έτει 2026 πια, η διαδικασία της απογραφής στην Ινδία πρόκειται να καλύψει 36 πολιτείες και εδάφη υπό ομοσπονδιακή διοίκηση, περισσότερες από 7.000 υποπεριφέρειες, πάνω από 9.700 πόλεις και σχεδόν 640.000 χωριά. Θα πραγματοποιηθεί από κρατικούς υπαλλήλους, ενώ παράλληλα ξεχωρίζει ως η πρώτη ψηφιακή απογραφή καθώς θα συμπεριλάβει χρήση εφαρμογής για κινητά, για τη συλλογή και την αποστολή των δεδομένων. Η διαδικασία της απογραφής που ξεκίνησε χθες χωρίζεται σε δύο στάδια. Σε πρώτη φάση θα συλλεχθούν πληροφορίες σχετικές με τις συνθήκες στέγασης, τις ανέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών, ενώ σε δεύτερη φάση θα ακολουθήσει η απογραφή του πληθυσμού που έχει προγραμματιστεί για τον Φεβρουάριο του 2027 και θα συλλέξει λεπτομερή δεδομένα σχετικά με τη δημογραφία, την εκπαίδευση, τη μετανάστευση και τη γονιμότητα.

Αξίζει να σημειωθεί πως κομμάτι της θα είναι και η απογραφή των καστών, ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στην Ινδία εδώ και πολύ καιρό. Η εξέλιξη των απογραφών στην Ινδία αντικατοπτρίζει τη σταδιακή μετάβαση από τον αποικιακό έλεγχο σε ένα σύνθετο εργαλείο αποτύπωσης της κοινωνικής πραγματικότητας: από την πρώτη απογραφή του 1872, κατά την οποία καταγράφηκαν βασικά χαρακτηριστικά όπως η ηλικία, η θρησκεία, η κάστα και το επάγγελμα, έως την απογραφή του 1941, κατά την οποία το ερωτηματολόγιο μετατοπίστηκε από το «ποιος είσαι» στο «πώς ζεις», σηματοδοτώντας έτσι μια αυξανόμενη διοικητική εστίαση στην οικονομική συμπεριφορά, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το BBC. Μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας το 1947, το πεδίο διευρύνθηκε περαιτέρω για να συμπεριλάβει την εθνικότητα, τον εκτοπισμό πληθυσμών και την έγγειο ιδιοκτησία, ενώ από το 1970 και μετά υιοθετήθηκε ένας σαφής κοινωνικοοικονομικός φακός. Στις πρόσφατες απογραφές του 2001 και του 2011 η έμφαση δόθηκε στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, καταγράφοντας πρότυπα μετακίνησης και λεπτομερή δεδομένα εκπαίδευσης, ενώ σήμερα η απογραφή συνεχίζει να αναπροσαρμόζεται, αναγνωρίζοντας σύγχρονες κοινωνικές δομές.
Η απογραφή είναι απαραίτητη για την επικαιροποίηση του βασικού χάρτη της ίδιας της Ινδίας. Στόχος της είναι να προσφέρει πληρέστερη εικόνα του τρόπου ζωής του ινδικού πληθυσμού, όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, ενώ έχει καθοριστική σημασία για τη χάραξη κρατικής πολιτικής, μεγάλο μέρος της οποίας βασίζεται ακόμη στα στοιχεία του 2011.
Σε πρωτοφανή κρίση
Με φόντο τον πόλεμο που μαίνεται μετά τις 28 Φεβρουαρίου στη Μέση Ανατολή, η πιο πολυπληθής χώρα του πλανήτη καλείται να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή ενεργειακή και οικονομική κρίση, με τις τιμές των καυσίμων αεροσκαφών και του υγραερίου (LPG) να αυξάνονται. Ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας LPG στον κόσμο, η Ινδία βρίσκεται πια αντιμέτωπη με τις μεγαλύτερες ελλείψεις των τελευταίων δεκαετιών, με την κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι να δίνει όμως προτεραιότητα στα νοικοκυριά έναντι της βιομηχανίας. Παράλληλα, το γεγονός ότι η Ινδία βασίζεται στον άνθρακα για το 75% της παραγωγής ηλεκτρισμού αναγκάζει τα εργοστάσια να λειτουργούν πια σε συνθήκες μέγιστης δυναμικότητας και να αποφεύγουν τις προγραμματισμένες διακοπές λειτουργίας. Η κρίση επιτείνεται από την υποτίμηση της ρουπίας, η οποία από την αρχή του έτους έχει χάσει το 5,5% της αξίας της, με αποτέλεσμα να προσεγγίζει πλέον την ισοτιμία των 100 ρουπίων ανά δολάριο.

