Η επίθεση στη χριστιανική πόλη Σουκαϊλαμπίγια ξεκίνησε από μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή, αλλά εξελίχθηκε ταχύτατα σε οργανωμένη επιχείρηση εκτεταμένων καταστροφών εναντίον του τοπικού πληθυσμού. Οι κρατικές αρχές αποδείχθηκαν ανίκανες, όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις, να αποτρέψουν τη σεχταριστική βία εναντίον μη μουσουλμάνων. Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν είναι ούτε μεμονωμένο ούτε τυχαίο. Αποτελεί ακόμη μία περίτρανη απόδειξη ότι στη μετά Ασαντ Συρία, οι εναπομείναντες Χριστιανοί βρίσκονται υπό σκληρό διωγμό.
Η πτώση του απολυταρχικού –πλην κοσμικού– καθεστώτος Ασαντ τον Δεκέμβριο του 2024 δεν έχει οδηγήσει σε εκδημοκρατισμό της πολύπαθης χώρας. Η κατάληψη της εξουσίας από έναν εύθραυστο συνασπισμό ριζοσπαστικών ισλαμιστικών οργανώσεων έχει δημιουργήσει μια σχεδόν χαοτική κατάσταση. Η απουσία σταθερών πολιτικών θεσμών, η αποδυνάμωση των μηχανισμών ασφαλείας και η παρουσία ανεξέλεγκτων ένοπλων ομάδων έχουν συμβάλει στην κλιμάκωση της βίας εναντίον εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. Η γενεσιουργός αιτία αυτής της στοχοποίησης είναι η υποστήριξη που παρείχαν οι Αλαουίτες, οι Χριστιανοί και οι Δρούζοι στον πρόεδρο Ασαντ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Πριν από έναν χρόνο, το νέο συριακό σύνταγμα καθιέρωσε την ισλαμική νομολογία ως την κύρια πηγή νομοθεσίας. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε από το ισλαμιστικό καθεστώς ως μέσο «εξασφάλισης κοινωνικής συνοχής» και «αντανάκλασης της ταυτότητας της πλειοψηφίας». Η απουσία ρητών διατάξεων που να προστατεύουν την ελευθερία λατρείας και την κοινοτική αυτονομία ενίσχυσε την αίσθηση ότι το καινούργιο συνταγματικό πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκλεισμού. Πλέον όλες οι θρησκευτικές μειονότητες ζουν υπό συνεχή απειλή. Προφανώς η Δαμασκός δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να προστατεύσει τον πολυπολιτισμικό και πολυθρησκευτικό χαρακτήρα της χώρας. Ανθρωποι που πολέμησαν υπό τη σημαία της Αλ Κάιντα τα προηγούμενα χρόνια (όπως ο μεταβατικός πρόεδρος Αχμέντ αλ Σάρα) δύσκολα αλλάζουν πεποιθήσεις και ιδέες.
Η ανάγκη για προστασία του χριστιανικού πληθυσμού παραμένει εξαιρετικά επιτακτική, καθώς η κατάσταση συνεχίζει να επιδεινώνεται. Δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει εκδηλώσει επανειλημμένως το έντονο ενδιαφέρον της για τη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών της ελληνορθόδοξης κοινότητας, το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι με ποιον ακριβώς τρόπο προτίθεται να το υλοποιήσει στη σημερινή συγκυρία. Η απλή ανάδειξη του ζητήματος στον ΟΗΕ και στην Ε.Ε. δεν επαρκεί, καθώς οι οργανισμοί αυτοί δεν το θεωρούν προτεραιότητα για την περιφερειακή ασφάλεια. Αυτό που χρειάζεται είναι μια καλά συγκροτημένη πολιτική που θα περιλαμβάνει ένα γενναίο πακέτο παρεμβάσεων και μέτρων για να ζήσουν οι χιλιάδες εν Χριστώ αδελφοί μας με ασφάλεια και αξιοπρέπεια εκτός της ζώνης του πολέμου.
* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

