Ακόμη και πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, η θέση της Ουκρανίας ήταν ήδη επισφαλής. Η χώρα είχε μόλις περάσει τον πιο σκληρό χειμώνα των τελευταίων δεκαετιών, στη διάρκεια του οποίου η Ρωσία κατέστρεψε συστηματικά μεγάλο μέρος των ενεργειακών υποδομών της. Αντιμέτωπες με σοβαρή έλλειψη αντιαεροπορικών συστημάτων, οι ουκρανικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να ανακόψουν τη σταδιακή αλλά αμείλικτη προέλαση του ρωσικού στρατού κατά μήκος του μετώπου. Πάνω απ’ όλα, το Κίεβο δεχόταν έντονες πιέσεις από την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία που θα προέβλεπε την παραχώρηση εδαφών στο Ντονμπάς που η Ρωσία δεν είχε καταφέρει να καταλάβει διά της βίας.
Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν έκανε τη θέση της Ουκρανίας να φαίνεται ακόμη πιο εύθραυστη. Η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου εκτόξευσε το ρωσικό αργό πολύ πάνω από τα 59 δολάρια το βαρέλι που απαιτούνται για την ισοσκέλιση του ρωσικού προϋπολογισμού, προσφέροντας στο Κρεμλίνο μια καλοδεχούμενη ανάσα απέναντι σε ένα επιδεινούμενο οικονομικό τοπίο, εξέλιξη που ενισχύθηκε περαιτέρω από την άρση ορισμένων κυρώσεων από την κυβέρνηση Τραμπ.
Την ίδια στιγμή, η εκστρατεία στο Ιράν εξαντλεί ταχέως τα αμερικανικά αποθέματα όπλων, που διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν ενισχύσει την Ουκρανία. Υπολογίζεται ότι περίπου 800 πύραυλοι Patriot εκτοξεύθηκαν μέσα στην πρώτη εβδομάδα των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή – περισσότεροι από τους 600 που χρησιμοποιήθηκαν συνολικά στα τέσσερα χρόνια του πολέμου στην Ουκρανία.
Κίνδυνος για την Ε.Ε. – Αν η Ουκρανία εξαναγκαστεί σε μια ταπεινωτική παράδοση, η Ευρώπη θα αποκαλυφθεί ως η «χάρτινη τίγρη» που χλεύασε ο Τραμπ. Οι φιλοδοξίες της Ε.Ε. ως γεωπολιτικού παράγοντα θα καταρρεύσουν.
Ακόμη χειρότερα, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ενθαρρύνει τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα αποσπά την προσοχή των ΗΠΑ από την Ουκρανία. Ο πρόεδρος Ζελένσκι αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον συνδέει πλέον τις μεταπολεμικές εγγυήσεις ασφαλείας που προσφέρει με την παραχώρηση εδαφών που το Κίεβο θεωρεί ζωτικής σημασίας για την άμυνά του. Σε μια ανησυχητική εξέλιξη, η Μόσχα πρότεινε να σταματήσει να μοιράζεται πληροφορίες με το Ιράν, εφόσον η Ουάσιγκτον πράξει το ίδιο με το Κίεβο – ένδειξη του πώς οι συγκρούσεις αρχίζουν να συνδέονται. Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ έχει αρνηθεί.
Αν υποθέσει κανείς ότι το Κίεβο δεν προτίθεται να συνθηκολογήσει –κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να κάνει, δεδομένου ότι οι οχυρωμένες πόλεις του Ντονμπάς είναι κρίσιμες για την άμυνα της υπόλοιπης χώρας, ενώ μια παράδοση θα καταδίκαζε δεκάδες χιλιάδες Ουκρανούς πολίτες να ζήσουν υπό τη ρωσική καταπιεστική δικτατορία–, τότε η τύχη της Ουκρανίας βρίσκεται πλέον ξεκάθαρα στα χέρια της Ευρώπης.
Πρόκειται για μια ευθύνη που θα έπρεπε να ανησυχεί βαθιά όλους τους Ευρωπαίους. Αν ο Πούτιν είχε καταφέρει να καταλάβει την Ουκρανία και να τη μετατρέψει σε ένα κράτος-δορυφόρο τύπου Λευκορωσίας, μια ενισχυμένη Ρωσία θα απειλούσε ήδη τη Μολδαβία, θα αποσταθεροποιούσε τα Δυτικά Βαλκάνια και θα δοκίμαζε την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ. Αν η Ουκρανία εξαναγκαστεί σε μια ταπεινωτική παράδοση, η Ευρώπη θα αποκαλυφθεί ως η «χάρτινη τίγρη» που ο Τραμπ χλεύασε την περασμένη εβδομάδα. Οι φιλοδοξίες της Ε.Ε. ως γεωπολιτικού παράγοντα θα καταρρεύσουν.
Κι όμως, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν αντιδράσει σαν να πρόκειται για έναν πραγματικά υπαρξιακό πόλεμο. Αν και πλέον καλύπτουν σχεδόν το σύνολο της χρηματοδότησης, έχουν περιοριστεί στο να αφήνουν τις μάχες αποκλειστικά στους Ουκρανούς. Εχουν παράσχει όπλα, αλλά απέφυγαν να δώσουν συστήματα μεγάλου βεληνεκούς που θα επέτρεπαν στο Κίεβο να πλήξει στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία. Εχουν επιβάλει κυρώσεις στον ρωσικό ενεργειακό τομέα και σε ολιγάρχες που συνδέονται με το Κρεμλίνο, αλλά δεν προχώρησαν σε πλήρη οικονομικό αποκλεισμό.
Αυτό δεν αντανακλά τόσο δειλία, όσο μια άρρητη παραδοχή, ιδίως από κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κρατούσαν τελικά τη γραμμή άμυνας. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει και ένα έλλειμμα συλλογικής βούλησης. Ενα δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο έχει μπλοκαριστεί από την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Το ίδιο το δάνειο αποτελούσε ήδη ένα συμβιβασμό, αφού τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. απέτυχαν να συμφωνήσουν στη δέσμευση των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση αποζημιώσεων προς το Κίεβο.
Το «χαρτί» των drones – Η τεχνογνωσία του Κιέβου στον πόλεμο με drones έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τα κράτη του Κόλπου, ανοίγοντας την προοπτική νέων επενδύσεων στην ουκρανική αμυντική βιομηχανία.
Με την Ουάσιγκτον να αποσύρεται, αυτή η παραδοχή αποδεικνύεται μοιραίως λανθασμένη. Αν οι Ευρωπαίοι πιστεύουν πραγματικά ότι ο πόλεμος αυτός είναι υπαρξιακός, οφείλουν να επαναπροσδιορίσουν επειγόντως τη στάση τους. Μπορούν να αντλήσουν αισιοδοξία από το γεγονός ότι, αν και εύθραυστη, η θέση της Ουκρανίας απέχει πολύ από το να είναι απελπιστική. Το Κίεβο εξακολουθεί να διαθέτει «χαρτιά» – ορισμένα εκ των οποίων προκύπτουν μάλιστα από τον ίδιο τον πόλεμο στο Ιράν.
Το ατού
Η ουκρανική τεχνογνωσία στον πόλεμο με drones και στην αναχαίτιση πυραύλων έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τα κράτη του Κόλπου που βρίσκονται πλέον υπό ιρανική επίθεση, ανοίγοντας την προοπτική νέων επενδύσεων στην ουκρανική αμυντική βιομηχανία. Το Κίεβο έχει ήδη στείλει 200 στρατιωτικούς ειδικούς στη Μέση Ανατολή για να συνδράμουν στην άμυνα. Παράλληλα, έχει αποδείξει την εμβέλεια των δικών του όπλων μεγάλου βεληνεκούς, πλήττοντας ρωσικές ενεργειακές υποδομές και καταστρέφοντας περίπου το 40% της εξαγωγικής ικανότητας μέσω επιθέσεων σε λιμάνια της Βαλτικής.
Παρ’ όλα αυτά, ο Πούτιν πιστεύει ότι κερδίζει και, με τον Τραμπ να φαίνεται πως τάσσεται στο πλευρό του, δεν βλέπει λόγο να υποχωρήσει. Μόνο οι Ευρωπαίοι μπορούν να αλλάξουν αυτόν τον υπολογισμό. Αυτό προϋποθέτει, πρώτα απ’ όλα, σαφήνεια ως προς το τι επιδιώκουν: κατ’ ελάχιστον, μια ειρηνευτική συμφωνία που θα διασφαλίζει μια κυρίαρχη και ανεξάρτητη Ουκρανία, με υπερασπίσιμα σύνορα και ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας. Οτιδήποτε λιγότερο θα επιβράβευε την επιθετικότητα και θα άνοιγε τον δρόμο για ένα νέο γύρο σύγκρουσης. Απαιτεί επίσης από τους Ευρωπαίους να αποδείξουν ότι θεωρούν πράγματι τον πόλεμο αυτό υπαρξιακό – και ότι είναι διατεθειμένοι να επωμιστούν το αναγκαίο κόστος, τόσο οικονομικό όσο και στρατιωτικό, για να τον κερδίσουν.
Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

