Παρότι τόσο κοινό, το γκριζάρισμα των μαλλιών παραμένει παραδόξως μυστηριώδες. Κάθε τρίχα, αρχικά, είναι σχεδόν διάφανη και το χρώμα της καθορίζεται από τη μελανίνη, μια μορφή χρωστικής. Οταν η μελανίνη έχει πυκνή συγκέντρωση, τα μαλλιά φαίνονται σκούρα. Αν όμως η συγκέντρωση μαύρων και καφέ στιγμάτων είναι χαμηλή, τα μαλλιά φαίνονται ξανθά.
Κάθε τρίχα, αρχικά, είναι σχεδόν διάφανη και το χρώμα της καθορίζεται από τη μελανίνη. Με την πάροδο του χρόνου τα κύτταρα που την παράγουν επιβραδύνουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους.
Με την πάροδο του χρόνου τα κύτταρα που παράγουν χρωστική επιβραδύνουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα τα μαλλιά να γκριζάρουν, εξηγεί ο Ντέσμοντ Τόμπιν, ειδικός στη δερματολογία στο University College Dublin της Ιρλανδίας. Αυτές οι τρίχες είναι συνήθως πιο σκληρές και πιο δύσκολες στη διαχείριση, ενώ αναπτύσσονται περίπου 10% ταχύτερα από τις χρωματισμένες. Κάποιοι τις αποδέχονται ως μέρος της γήρανσης, ενώ άλλοι τις θεωρούν ενοχλητικές και επιλέγουν να τις βάφουν, να τις αφαιρούν ή να τις καλύπτουν.
Η αβεβαιότητα
Οι επιστήμονες δεν είναι βέβαιοι τι ακριβώς προκαλεί το γκριζάρισμα, ούτε σε ποιον βαθμό μπορούμε να το ελέγξουμε. Κάποιοι άνθρωποι αρχίζουν να γκριζάρουν από τα 20 τους, ενώ άλλοι διατηρούν το φυσικό τους χρώμα μέχρι και τα 80. Προς το παρόν, δεν υπάρχει κάποια μαγική λύση για την πρόληψη ή την αναστροφή του γκριζαρίσματος, αλλά οι ειδικοί προσπαθούν να αναπτύξουν σχετικές παρεμβάσεις. Τα μαλλιά μας δεν γκριζάρουν όλα μαζί, γι’ αυτό και μπορεί να παρατηρεί κανείς μεμονωμένες λευκές τρίχες ή να περνάει τη φάση «αλατοπίπερο».
Κάθε τριχοθυλάκιο λειτουργεί ως ανεξάρτητη μονάδα, που περιέχει τα δικά της κύτταρα παραγωγής χρωστικής, τα λεγόμενα μελανινοκύτταρα, καθώς και ένα απόθεμα βλαστοκυττάρων που μπορούν να τα αντικαταστήσουν. Με την ηλικία αυτά τα κύτταρα συσσωρεύουν βλάβες, λόγω στρες για παράδειγμα, ή λόγω φυσικής κυτταρικής φθοράς.
Το γκριζάρισμα συνήθως ξεκινάει όταν τα μελανινοκύτταρα σε ένα συγκεκριμένο τριχοθυλάκιο δυσλειτουργούν, αλλά γίνεται μόνιμο όταν εξαντληθεί το απόθεμα των βλαστοκυττάρων, εξηγεί η Εμι Νισιμούρα, καθηγήτρια έρευνας για τη γήρανση στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, αν συμβεί το πρώτο χωρίς το δεύτερο, το γκριζάρισμα μπορεί να αναστραφεί.

Σε μια μικρή μελέτη του 2021, οι επιστήμονες συνέλεξαν τρίχες από άτομα που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν και εντόπισαν διακριτές σκούρες και λευκές ζώνες. Δεδομένου ότι τα μαλλιά μεγαλώνουν περίπου ένα εκατοστό τον μήνα, αυτές οι ζώνες λειτουργούν ως χρονολόγιο και έτσι οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να καταγράψουν τα επίπεδα στρες τους τον προηγούμενο χρόνο. Περίοδοι έντονου στρες αντιστοιχούσαν σε πιο ανοιχτόχρωμες ζώνες, ενώ περίοδοι χαμηλότερου στρες συνέπιπταν με επανεμφάνιση του χρώματος. Με άλλα λόγια, η μείωση του στρες φαίνεται ότι μπορεί να επιβραδύνει ή ακόμη και να αναστρέψει το γκριζάρισμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα με γκρίζα μαλλιά παρουσίασαν αυθόρμητη επαναμελάγχρωση σε τμήματα των μαλλιών έπειτα από συγκεκριμένες μορφές χημειοθεραπείας, ακτινοθεραπείας ή ανοσοθεραπείας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι σε αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις οι θεραπείες ενδέχεται να ενεργοποιούν αδρανή βλαστοκύτταρα, τα οποία επαναδημιουργούν λειτουργικά μελανινοκύτταρα. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι το γκριζάρισμα δεν είναι μια απολύτως γραμμική διαδικασία και ότι υπάρχει περιθώριο παρέμβασης, κατά το οποίο η απώλεια χρωστικής μπορεί να αναστραφεί, λέει ο δρ Ραλφ Πάους, δερματολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι. Το πόσο διαρκεί αυτό το περιθώριο παραμένει άγνωστο.
Σε μεγάλο βαθμό το γκριζάρισμα είναι γενετικά καθορισμένο, υποστηρίζει η δρ Τζέσικα Σιου, δερματολόγος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Καλιφόρνιας στο Ιρβαϊν, οπότε το οικογενειακό ιστορικό αποτελεί τον καλύτερο δείκτη. Οι ερευνητές έχουν επίσης διαπιστώσει ότι το γκριζάρισμα ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίας των 30 για τους λευκούς πληθυσμούς, στα τέλη της δεκαετίας των 30 για τους ασιατικούς πληθυσμούς και στα μέσα της δεκαετίας των 40 για τους μαύρους πληθυσμούς.
Ο τρόπος ζωής
Ωστόσο, και οι επιλογές στον τρόπο ζωής μπορεί να παίξουν ρόλο. Τα πιο ισχυρά στοιχεία αφορούν τη διακοπή του καπνίσματος και τη μείωση των επιπέδων άγχους. Ο επαρκής ύπνος και η υγιεινή διατροφή –πλούσια σε αντιοξειδωτικά– μπορεί επίσης να περιορίσουν τη βλάβη στα μελανινοκύτταρα, αναφέρει η δρ Σιου, αν και τα στοιχεία είναι πιο έμμεσα. Για τους περισσότερους ανθρώπους δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν, αλλά μικρές αλλαγές μπορούν να βοηθήσουν. «Ουσιαστικά, μιλάμε για έναν υγιεινό τρόπο ζωής», λέει η δρ Σιου.

