Σε αναβολή της πρότασης για πλήρη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου, που αναμενόταν στα μέσα Απριλίου, προχώρησε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εν μέσω διεθνών εντάσεων γύρω από τη σύγκρουση στο Ιράν, που επηρεάζει άμεσα τις ενεργειακές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Στις Βρυξέλλες, η αρμόδια εκπρόσωπος της Κομισιόν εξήγησε ότι το σχέδιο δεν εγκαταλείπεται, ωστόσο, χρειάζεται περισσότερο χρόνο, πιθανότατα έως μετά το Πάσχα.
Σε κάθε περίπτωση, η Κομισιόν επιμένει πως η επιστροφή στην εξάρτηση από ρωσικό πετρέλαιο θα αποτελούσε σοβαρό στρατηγικό λάθος. Αντίθετα, σχεδιάζει να προχωρήσει αργότερα εντός του έτους και σε περιορισμούς, που θα αφορούν τη ρωσική πυρηνική ενέργεια.
Ο μακροπρόθεσμος στόχος της Ενωσης, άλλωστε, παραμένει η πλήρης απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα έως το 2027, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης προμηθειών.
Δεν φαίνεται, πάντως, να συμμερίζονται όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αυτή την προοπτική.
Στην Ουγγαρία, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν αξιοποιεί την καθυστέρηση ως επιχείρημα στην προεκλογική του εκστρατεία, υποστηρίζοντας ότι οι κυρώσεις πρέπει να επανεξεταστούν, λόγω και της κρίσης, που σχετίζεται με το Ιράν.
Ο ίδιος έχει ήδη «μπλοκάρει» τις νέες κυρώσεις κατά του ρωσικού στόλου πετρελαιοφόρων όπως και το δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, επικαλούμενος ενεργειακές διαφωνίες. Παρά τον πόλεμο, η εξάρτηση της Ουγγαρίας από το ρωσικό πετρέλαιο όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Στη Σλοβακία, ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση, εισάγοντας διαφορετική τιμολόγηση στα καύσιμα για οχήματα από το εξωτερικό, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Κομισιόν, που χθες προειδοποίησε την Μπρατισλάβα για νομικές συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες λαμβάνουν μέτρα για να αντιμετωπίσουν την πίεση στην αγορά ενέργειας.
Η Σλοβενία προχώρησε σε περιορισμούς στις πωλήσεις καυσίμων, προσπαθώντας να περιορίσει το φαινόμενο των οδηγών, που διασχίζουν τα σύνορα για φθηνότερη βενζίνη.
Καμία εμπλοκή της Ε.Ε. στη σύγκρουση
Στο μεταξύ, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της Ουάσιγκτον για συντονισμένη δράση, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται διστακτικές τόσο στο άνοιγμα κρίσιμων θαλάσσιων οδών, όσο και στην επανέναρξη εμπορίου ρωσικού πετρελαίου.
Ο Γερμανός πρόεδρος χαρακτήρισε χθες τον πόλεμο απολύτως περιττό, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ξεκάθαρη στάση απέναντι στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.
Συγκεκριμένα, ο Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ χαρακτήρισε τη σύγκρουση ως έναν πόλεμο που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί — έναν πόλεμο χωρίς πραγματική αναγκαιότητα — μιλώντας σε εκδήλωση στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Στην τοποθέτησή του, τόνισε ότι η αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής δεν ενισχύεται όταν αποφεύγεται η σαφής ονομασία μιας παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Αντίθετα, υπογράμμισε πως τέτοιες καταστάσεις απαιτούν ειλικρίνεια και συνέπεια.
Υπενθύμισε ότι η Ευρώπη έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με παρόμοια διλήμματα κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα και επισήμανε ότι η ίδια στάση ευθύνης είναι αναγκαία και στην περίπτωση της σύγκρουσης με το Ιράν.
Και το μεταναστευτικό στο προσκήνιο
Η ένταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει και τις σχέσεις της Ε.Ε με το Ισραήλ. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και στον Λίβανο, καθώς και η επέκταση των οικισμών στη Δυτική Οχθη, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και ανησυχίες για τις προοπτικές ειρήνης στην περιοχή.
Και για τον λόγο αυτό, στο εσωτερικό της Ευρώπης, επανέρχεται στο προσκήνιο και το μεταναστευτικό.
Ο Βίκτορ Ορμπαν έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να κλείσει τα σύνορα της χώρας του σε πιθανούς πρόσφυγες που σχετίζονται με τη σύγκρουση, προκαλώντας ερωτήματα για τη συμβατότητα της στάσης του με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Παρ’ όλα αυτά, η Κομισιόν αποφεύγει προς το παρόν την ευθεία αντιπαράθεση, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικής μετακίνησης πληθυσμών, ενώ οι παράτυπες αφίξεις στην Ευρώπη έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Την περασμένη Πέμπτη, πάντως, μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες η πρόεδρος της Κομισιόν έστειλε σαφές μήνυμα ότι «δεν θα επιτρέψουμε να υπάρξει επανάληψη του 2015». Τόνισε παράλληλα ότι η Ε.Ε διαθέτει πλέον «ισχυρότερα εξωτερικά σύνορα και υπηρεσίες», ενώ υπογράμμισε την ανάγκη προετοιμασίας, ακόμη και αν δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις για μαζικές ροές.

