Εκατοντάδες δεξαμενόπλοια παραμένουν ακινητοποιημένα και στις δύο πλευρές των Στενών του Ορμούζ, καθώς το Ιράν, απαντώντας στις επιθέσεις από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, έχει αποκλείσει τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό για ολόκληρο τον πλανήτη.
Καθώς οι τιμές του πετρελαίου προκαλούν τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δεσμευτεί να ανοίξει ξανά τη θαλάσσια οδό «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Ωστόσο, χωρίς μια συμφωνία με το Ιράν ή μια μακροχρόνια (και παρακινδυνευμένη) στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι θα είναι δύσκολο να αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα στα Στενά. Οι New York Times καταγράφουν τους λόγους.
Ο κρίσιμος ρόλος της γεωμορφίας
Η δίοδος είναι στενή και ρηχή, αναγκάζοντας τα πλοία να κινούνται σε απόσταση λίγων μιλίων από τις ακτές του Ιράν, ένα περιβάλλον που ευνοεί τις τακτικές ασύμμετρου πολέμου, με την Τεχεράνη να αξιοποιεί όπλα μικρού μεγέθους, τοποθετημένα διάσπαρτα και σε μεγάλη ακτίνα που δύσκολα θα μπορούσαν να εξουδετερωθούν.

«Οι Ιρανοί έχουν απασχοληθεί επί μακρόν με το πώς θα μπορούσαν αξιοποιήσουν τη γεωγραφία προς όφελός τους», τονίζει η Κέιτλιν Τάλματζ, καθηγήτρια στο MIT που μελετά ζητήματα ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.
Τα όπλα μπορεί να είναι σχετικά μικρά, αλλά αυτό επιτρέπει στους Ιρανούς να τα κρύβουν σε βράχους, σπηλιές και σήραγγες και να τα αναπτύσσουν κατά μήκος της ακτογραμμής.
«Η ίδια η εγγύτητα με το Ιράν και το πλάτος του περάσματος είναι αυτά που το καθιστούν τόσο δύσκολο», δηλώνει η Τζένιφερ Πάρκερ, πρώην αξιωματικός του ναυτικού.
Ενα πλοίο που δέχεται επίθεση στη θαλάσσια οδό δεν έχει πολύ χρόνο αντίδρασης. «Από τη στιγμή που εντοπιστεί ένα πλοίο, ο χρόνος είναι εξαιρετικά περιορισμένος», σημειώνει η Τζένιφερ Πάρκερ. «Για να αντιδράσεις και να καταρρίψεις έναν πύραυλο ή drone, ο χρόνος αντίδρασης μπορεί να είναι μόλις λίγα λεπτά ανάλογα με την ταχύτητά του».
Κρυφή ισχύς πυρός
Ο Τραμπ έχει στείλει αντιφατικά μηνύματα για το πώς σκοπεύει να ανοίξει ξανά τα Στενά, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει ακόμη και κοινό έλεγχο με τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν. Ωστόσο, οι περισσότερες επιλογές που εξετάζουν οι ΗΠΑ είναι στρατιωτικές.
Το πρώτο βήμα θα ήταν η αποδυνάμωση του Ιράν σε βαθμό που δεν θα μπορεί να επιτίθεται σε πλοία. Από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου έως και σήμερα 17 πλοία έχουν πληγεί, σύμφωνα με την εταιρεία ναυτιλιακών δεδομένων Kpler.
Μέχρι στιγμής, χιλιάδες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν έχουν καταφέρει να εξαλείψουν την απειλή. Ενδέχεται να μην είναι καν εφικτό να εντοπιστούν και να καταστραφούν όλα τα σημεία φύλαξης και ανάπτυξης όπλων.

«Υπάρχουν πολλά σημεία όπου μπορούν να τοποθετήσουν συστοιχίες πυραύλων», αναφέρει ο Μαρκ Φ. Κάνσιαν, σύμβουλος στο Center for Strategic and International Studies και απόστρατος συνταγματάρχης των Πεζοναυτών. «Και επειδή αυτές οι συστοιχίες είναι κινητές, είναι δύσκολο να εντοπιστούν και να στοχοποιηθούν».
Ο Τραμπ έχει προτείνει τη συνοδεία δεξαμενόπλοιων από πολεμικά πλοία, η οποία, σύμφωνα με τον Κάνσιαν, θα αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. «Θα απαιτούσε πλοία που θα συνοδεύουν τα τάνκερ, ναρκαλιευτικά για την εξουδετέρωση πιθανών ναρκών, αεροσκάφη για την αναχαίτιση drones και την επίθεση σε πυραυλικές θέσεις στην ακτή», σημειώνει.
Η ανάπτυξη πολεμικών πλοίων για την αντιμετώπιση επιθέσεων με drones και πυραύλους ενέχει και άλλους κινδύνους. «Τα αμυντικά συστήματα των αντιτορπιλικών δεν έχουν σχεδιαστεί για μάχη εξ επαφής», σημειώνει ο Γιουτζίν Γκολζ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Notre Dame. «Κάθε τμήμα ενός αντιτορπιλικού είναι ευάλωτο σε επίθεση».
Ωστόσο, η μεγαλύτερη απειλή μπορεί να είναι οι νάρκες.
«Αν υπάρχουν νάρκες στο νερό, αλλάζουν τα πάντα», δηλώνει ο Τζόναθαν Σρόουντεν, ειδικός στον ανορθόδοξο πόλεμο στο ινστιτούτο CNA. «Καμία ναυτική δύναμη δεν θα είναι πρόθυμη να στείλει πολεμικά πλοία σε μια θαλάσσια οδό που μπορεί να είναι ναρκοθετημένη».
Οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες και να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο τα πληρώματα, απαιτώντας επιπλέον προστασία, ακόμη και αεροπορική κάλυψη.
Οι κίνδυνοι στο έδαφος
Πεζοναύτες κατευθύνονται ήδη στην περιοχή, και σύμφωνα με ειδικούς το Πεντάγωνο μπορεί να τους χρησιμοποιήσει για επιχειρήσεις εδάφους, είτε για επιδρομές είτε για εγκατάσταση αντιαεροπορικών συστημάτων προστασίας των νηοπομπών.
Λόγω του μεγέθους των ιρανικών χερσαίων δυνάμεων, είναι πιθανό να περιοριστούν σε νησιά του Στενού, αποφεύγοντας επιχειρήσεις στην ιρανική ενδοχώρα.

Ακόμη κι έτσι, ο κίνδυνος απωλειών μπορεί να αποτρέψει αυτή την επιλογή. «Αν οι χερσαίες δυνάμεις εξουδετερωθούν ή αιχμαλωτιστούν, αλλάζει πλήρως η δυναμική», υπογραμμίζει η Πάρκερ.
Τα όρια της επιτυχίας
Ακόμη και μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να ανατραπεί από ένα μόνο πλήγμα.
Σήμερα, οι περισσότερες εταιρείες δεξαμενόπλοιων αποφεύγουν τη διέλευση. Σχεδόν 500 τάνκερ βρίσκονται στον Περσικό Κόλπο, και τα περισσότερα δεν κινούνται. Για να επανεκκινήσει η ροή πετρελαίου, οι πλοιοκτήτες και οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να πειστούν ότι η συνοδεία παρέχει επαρκή ασφάλεια.
Ακόμη κι έτσι, οι στρατιωτικές συνοδείες μπορούν να προστατεύσουν περιορισμένο αριθμό πλοίων κάθε φορά. Πριν από τον πόλεμο, περίπου 80 δεξαμενόπλοια περνούσαν καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ.
«Το κρίσιμο είναι να πειστούν οι ναυτιλιακές και οι ασφαλιστικές αγορές ότι ο κίνδυνος είναι αρκετά χαμηλός», επισημαίνει ο Κέβιν Ρόουλαντς από το Royal United Services Institute.

Μια τέτοια επιχείρηση θα απορροφούσε σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους των ΗΠΑ, απομακρύνοντάς τους από άλλες αποστολές, όπως η αεροπορική εκστρατεία ή η προστασία δυνάμεων στην περιοχή.
Και καθώς το Ιράν έχει πλήξει πλοία τόσο στον Περσικό Κόλπο όσο και στον Κόλπο του Ομάν, η προστασία θα πρέπει να συνεχίζεται και μετά τη διέλευση, γεγονός που συνεπάγεται μεγαλύτερη δέσμευση στρατιωτικών μέσων.
«Οσο παραμένει, έστω και περιορισμένη, ιρανική απειλή στα Στενά, η ναυσιπλοΐα θα συνεχίσει να επηρεάζεται», δηλώνει η Τάλματζ. «Η πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα προϋποθέτει πολιτική και διπλωματική διευθέτηση».

