«Ζητήσαμε να αναβληθεί για έναν μήνα περίπου». Με αυτά τα λόγια ο Ντόναλντ Τραμπ τη Δευτέρα ανακοίνωσε ουσιαστικά ότι δεν θα λάβει χώρα η προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο στο τέλος Μαρτίου. Σύμφωνα με τον Τραμπ, είναι σημαντικό να παραμείνει στην Ουάσιγκτον για να διαχειριστεί τον πόλεμο κατά του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε αναφερθεί για πρώτη φορά στο ενδεχόμενο αναβολής την προηγούμενη μέρα, μιλώντας στους Financial Times. Ο Τραμπ το είχε πει ενώ επιχειρηματολογούσε ότι η Κίνα, καθώς και οι χώρες της Ευρώπης, θα έπρεπε να συνδράμουν τις ΗΠΑ σε μία επιχείρηση ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ. Το de facto κλείσιμο των Στενών από τους Ιρανούς έχει προκαλέσει εκτόξευση στην τιμή του πετρελαίου και των παραγώγων του, φόβους για έλλειμμα λιπασμάτων και κρίσιμων πρώτων υλών και για φαινόμενα στασιμοπληθωρισμού, ειδικά στις οικονομίες της Ευρώπης και της Ασίας.
«Είναι σωστό εκείνοι που ωφελούνται από τα Στενά να συμβάλλουν στη διασφάλιση ότι δεν θα συμβεί τίποτα κακό εκεί», παρατήρησε ο Τραμπ. Αντιδρώντας, ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών σχολίασε ότι η χώρα του «καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να σταματήσουν άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις».
Η δήλωση του Τραμπ περί αιτήματος αναβολής ήλθε επίσης στον απόηχο διήμερων επαφών στο Παρίσι μεταξύ του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και του αναπληρωτή πρωθυπουργού της Κίνας, Χε Λιφένγκ, όπου συζητήθηκαν πιθανά παραδοτέα για τη συνάντηση κορυφής. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αύξηση των κινεζικών εισαγωγών αμερικανικού βοδινού κρέατος, πουλερικών και αγροτικών προϊόντων πέραν της σόγιας. Σύμφωνα με την ανάλυση της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Teneo, το Πεκίνο θα μπορούσε να μπει επίσης στον πειρασμό να αυξήσει τις εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου και αερίου, για να υποκαταστήσει τις μειωμένες ροές από τον Περσικό. Οι Κινέζοι, από την πλευρά τους, προσβλέπουν σε περαιτέρω μειώσεις στους αμερικανικούς δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, στις συνθήκες που έχει δημιουργήσει η αρνητική για την Τραμπ απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον περασμένο μήνα και οι απόπειρές του να επαναφέρει τους δασμούς που ακυρώθηκαν, συμπεριλαμβανομένων μέσω ερευνών για άδικες εμπορικές πρακτικές που στοχεύουν και στην Κίνα.
Ο Μπέσεντ τόνισε σε δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα τη «σταθερότητα» που επικρατεί στις αμερικανο-κινεζικές σχέσεις. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ υπογράμμισε επίσης ότι το αίτημα Τραμπ προς την Κίνα «να αστυνομεύσει τα Στενά του Ορμούζ» δεν ήταν ο λόγος για την καθυστέρηση της επίσκεψης.
Το Πεκίνο εξαρτάται σε σημαντικό – αλλά ελεγχόμενο – βαθμό από το πετρέλαιο του Περσικού, και ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, μετά τις εμπορικές αψιμαχίες του περασμένου έτους, επιθυμεί να εδραιωθεί η νηνεμία που επικρατεί μετά την ανακωχή του περασμένου Οκτωβρίου. Από την άλλη, έχοντας προς το παρόν διασφαλίσει την επάρκεια προμήθειας αργού, δεν έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο να σπεύσει να βοηθήσει τον Αμερικανό πρόεδρο να κλείσει το Κουτί της Πανδώρας που τόσο απερίσκεπτα άνοιξε – και σίγουρα όχι με στρατιωτικά μέσα. Οπως σχολιάζει ο Εντ Λους των Financial Times, επικαλούμενος τον Ναπολέοντα, γιατί να διακόψεις τον εχθρό σου όταν διαπράττει ένα σφάλμα;
Λελογισμένη εξάρτηση
Το 2025, η Κίνα απορρόφησε πάνω από 80% της παραγωγής πετρελαίου του Ιράν, ενώ περίπου τα 2/5 των εισαγωγών της – 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως – διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Η ασιατική υπερδύναμη εισήγαγε επίσης περίπου το 30% του LNG που καταναλώνει από την περιοχή του Κόλπου. Την ίδια χρονιά, οι ΗΠΑ – ο μεγαλύτερος παραγωγός αργού στον κόσμο – εισήγαγε μόλις 669.000 βαρέλια ημερησίως από την περιοχή (179.000 από το Ιράκ και 490.000 από τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου). Είναι σαφές ότι η κινεζική οικονομία έχει πολύ μεγαλύτερη (τουλάχιστον άμεση) ανάγκη να αποκατασταθεί η ροή των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου και άλλων ζωτικών εμπορευμάτων από τα Στενά.
Το κινεζικό καθεστώς, ωστόσο, έχει φροντίσει να οικοδομήσει ένα τεράστιο στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου. Το ακριβές μέγεθός του αποτελεί κρατικό μυστικό, αλλά υπολογίζεται ότι φτάνει τουλάχιστον τα 900 εκατομμύρια βαρέλια, με ορισμένους αναλυτές να μιλούν ακόμα και για 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια. Στους πρώτους δύο μήνες του 2026 η Κίνα αύξησε τις αγορές αργού, μεταξύ άλλων από τη Ρωσία, για να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο του πολέμου στον Περσικό.
«Σύμφωνα με πληροφορίες, η Κίνα αποθηκεύει πετρέλαιο εδώ και αρκετό καιρό και μπορεί να έχει αποθέματα έως και έξι μηνών σε δεξαμενές αποθήκευσης», λέει στην «Κ» ο οικονομολόγος Τζορτζ Μάγκνους, ερευνητής σήμερα στο China Centre του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. «Φαίνεται επίσης ότι έχει την ευλογία του Ιράν για την ασφαλή διέλευση ιρανικού πετρελαίου με προορισμό την Κίνα από τα Στενά του Ορμούζ. Αν προσθέσετε την πρόοδο που έχει κάνει στη μείωση της ενεργειακής έντασης της παραγωγής και στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της οικονομίας, γίνεται κατανοητό ότι ο άμεσος αντίκτυπος στην Κίνα φαίνεται διαχειρίσιμος, αν όχι ουδέτερος».
Ωστόσο η κλιμάκωση του πολέμου από το Ιράν, σημειώνει ο Μάγκνους, «με χτυπήματα κατά των υπόλοιπων χωρών του Περσικού και άλλων κρατών, σημαίνει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες είναι δυνητικά πολύ πιο δραματικές – κι αυτό σημαίνει ότι ο Σι έχει κίνητρο να συμβάλει στην εξεύρεση λύσης». Μεσοπρόθεσμα, «το συμφέρον της Κίνας να υπάρξει οικονομική σταθερότητα και απρόσκοπτες εμπορικές ροές ευθυγραμμίζεται με αυτό της Δύσης». Αν η Τεχεράνη επιμείνει να παρεμποδίζει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά ακόμα και μετά το τέλος της αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης, εκτιμά ο βετεράνος οικονομολόγος, το Πεκίνο θα εμπλακεί πιο ενεργά στην αναζήτηση μίας διπλωματικής λύσης διαρκείας.
Το κόστος του τέλματος
Αν, πάντως, βραχυπρόθεσμα, δεν αναμένονται ιδιαίτερα απόνερα από τον πόλεμο στο Ιράν στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές. Η Κίνα έχει ήδη ωφεληθεί από τη μεταφορά αμερικανικών εξοπλισμών από την Απω Ανατολή στη Μέση Ανατολή και παρακολουθεί στενά την αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν για να αντλήσει διδάγματα για μία δυνητική μελλοντική επιχείρηση κατά της Ταϊβάν.
Οπως σημειώνει ο Γκάμπριελ Ουίλνταου της Teneo στην πρόσφατη ανάλυσή του: «Στον βαθμό που το Πεκίνο αντιλαμβάνεται ότι έχει αποσπαστεί η προσοχή των ΗΠΑ ή ότι έχουν βαλτώσει σε ένα τέλμα, μπορεί να μειωθεί η διάθεση της κινεζικής ηγεσίας για συμβιβασμούς».
«Η αντίληψη της απόσπασης της προσοχής ή της υπερ-επέκτασης [overstretch] των ΗΠΑ θα μπορούσε να έχει ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στη συμπεριφορά του Πεκίνου προς τους περιφερειακούς συμμάχους της Ουάσιγκτον, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και οι Φιλιππίνες», συνεχίζει ο ειδικός της Teneo. «Οι ηγέτες αυτών των χωρών πιθανότατα βλέπουν την πολεμική προσπάθεια των ΗΠΑ με ανησυχία, ειδικά την προφανή αδυναμία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να υπερασπιστούν τους εταίρους τους στον Κόλπο από ιρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους».
Η Κίνα, καταλήγει, «ενδεχομένως να δει μία ευκαιρία να ενισχύσει την αντίληψη των ΗΠΑ ως έναν αναξιόπιστο ή αναποτελεσματικό εταίρο αυξάνοντας τις οχλήσεις κατά φιλιππινέζικων ή ιαπωνικών σκαφών σε διαφιλονικούμενες περιοχές της Νότιας και της Ανατολικής Σινικής Θάλασσας».
Μία σχέση με βάθος
Η διμερής σχέση Κίνας-Ιράν εκτείνεται πέρα από το πεδίο της οικονομίας. Σύμφωνα με την ανάλυση της US-China Economic and Security Review Commission, μίας επιτροπής του Κογκρέσου που παρακολουθεί τη σχέση των δύο υπερδυνάμεων, το Πεκίνο και η Τεχεράνη ανήκουν σε έναν άτυπο «άξονα του αυταρχισμού»: «Η Κίνα βοηθά το Ιράν να αποφύγει τις κυρώσεις των ΗΠΑ και να διατηρήσει τις αποσταθεροποιητικές του δραστηριότητες στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν προμηθεύει την Κίνα με πετρέλαιο σχετικά χαμηλού κόστους και είναι εταίρος στις προσπάθειες της Κίνας να υπονομεύσει την παγκόσμια τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων μέσω εναλλακτικών πολυμερών οργανισμών όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO)».

