Η πολυπλοκότητα της σημερινής κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν επιτρέπει εύκολες αναλογίες με το παρελθόν. Το διαπιστώσαμε όταν ζητήσαμε από διακεκριμένους καθηγητές Ιστορίας και Στρατηγικής ευρωπαϊκών και αμερικανικών πανεπιστημίων να απαντήσουν στο ερώτημα «ποια ιστορική περίοδο από όσες έχουν μελετήσει τους θυμίζει αυτός ο πόλεμος και γιατί», κι αν θα επιχειρούσαν μια πρόβλεψη για το τι θα αφήσει πίσω του. Κάποιοι επεσήμαναν κοινά στοιχεία με τους πολέμους του 1967 και του 1973 και τις πετρελαϊκές κρίσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Αλλοι εντόπισαν παρόμοιες δυναμικές με τις επαναστάσεις στο τέλος του 18ου αιώνα και με την παρακμή μεγάλων αυτοκρατοριών. Κοινός παρονομαστής σε όσα ανέφεραν στην «Κ», πάντως, είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για μια περιφερειακή σύγκρουση: είναι το τελευταίο κεφάλαιο στην κατάρρευση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης και συνδέεται με την ανάδυση –ενδεχομένως και επικράτηση– δυνάμεων που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη λεηλασία παρά για τη σταθερότητα.

Ρίτσαρντ Οβερι, Πανεπιστήμιο του Εξετερ, Ηνωμένο Βασίλειο
«Νέο είδος βίας»
Δεν υπάρχει πόλεμος στη σύγχρονη εποχή ακριβώς σαν αυτόν που εκτυλίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες – τα χαρακτηριστικά του είναι μοναδικά. Βασικά, είναι ένας πόλεμος για την ασφάλεια του Ισραήλ, οπότε σε ορισμένα σημεία μοιάζει με τους πολέμους του 1967 και του 1973. Ωστόσο, σ’ αυτή την περίπτωση το Ισραήλ έχει καταστρέψει τη Γάζα – και όχι μόνο. Η επέκταση του πολέμου στον Λίβανο και το Ιράν, με την ενεργό υποστήριξη των ΗΠΑ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου και κατά παράβαση των Αρχών της Νυρεμβέργης που καθορίστηκαν το 1950 από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών, θυμίζει έως έναν βαθμό το Ιράκ το 1991 και το 2003 – αλλά μόνο ως ηχώ. Αυτό που κάνει την τωρινή σύγκρουση τόσο διαφορετική είναι η μονομερής φύση της και η προσπάθεια να αγνοηθεί πλήρως κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Οι ιστορικοί στο μέλλον θα την περιγράφουν ως μια νέα διάσταση της παγκόσμιας βίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, μοιάζει πολύ περισσότερο με τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1930: είναι αναθεωρητικός, επεκτατικός και ιδεολογικά καθοδηγούμενος.

Φίλιπς Πέισον Ο’ Μπράιεν, Πανεπιστήμιο St Andrews, Ηνωμένο Βασίλειο
«Η Ρώμη τον 4ο αιώνα»
Η ερώτηση περί ομοιοτήτων είναι δύσκολη· τίποτα δεν ταιριάζει ακριβώς με προηγούμενους πολέμους. Θα έλεγα ότι το πιο κοντινό παράδειγμα είναι η Ευρώπη κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Η Ρώμη υπήρχε ακόμη, διατηρούσε κάποια ισχύ και περιστασιακά εξαπέλυε τιμωρητικούς πολέμους. Ωστόσο, άλλα κράτη, όπως η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, αναδύονταν, ενώ υπήρχαν συνεχείς απειλές στα σύνορα κατά μήκος του Δούναβη και στη Γερμανία (από Γότθους, Αλαμανούς και Φράγκους). Η Ρώμη δεν είχε μεν γονατίσει ακόμα, αλλά υπέφερε και η πορεία της μπήκε σε δυσμενή τροχιά.

Φαϊζάλ Ντέβτζι, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Ηνωμένο Βασίλειο
«H Κρίση του Σουέζ»
Η επίθεση κατά του Ιράν αρχικά δικαιολογήθηκε με την υποτιθέμενη απειλή την οποία συνιστά το πυρηνικό του πρόγραμμα, καθώς και με την καταπίεση των Ιρανών. Ηταν το ίδιο αφήγημα με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί η εισβολή στο Ιράκ το 2003. Ωστόσο, όταν το Ιράν απέκτησε τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ο πόλεμος εναντίον του άρχισε να επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε μια θαλάσσια οδό παγκόσμιας σημασίας, καθώς και στην προστασία των ίδιων των γειτόνων του Ιράν στην άλλη πλευρά του Περσικού Κόλπου. Ετσι, πλέον, ως ιστορικό προηγούμενο προβάλλεται η Κρίση του Σουέζ του 1956, όταν η Βρετανία, η Γαλλία και το Ισραήλ επιτέθηκαν στην Αίγυπτο για να ανοίξει ξανά η διώρυγα του Σουέζ στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Ενα ρητά πολιτικό επιχείρημα, δηλαδή, έχει αντικατασταθεί από ένα κυρίως οικονομικό. Η Κρίση του Σουέζ, ωστόσο, τερματίστηκε από τους Αμερικανούς, οι οποίοι ανάγκασαν τους επιτιθέμενους στην Αίγυπτο να αποσυρθούν, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος της βρετανικής αυτοκρατορικής ισχύος. Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική, καθώς δεν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο των ΗΠΑ που να μπορεί να σταματήσει τη συνεργασία της κυβέρνησης Τραμπ με το Ισραήλ στον πόλεμο κατά του Ιράν. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποκλείεται να δούμε τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν τον ρόλο που είχε παλαιότερα η Βρετανία, αφού, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στο Ιράν, αυτό που έχει αποκαλυφθεί είναι τα όρια της αμερικανικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ενεργειακή στροφή – Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι η πετρελαϊκή κρίση θα οδηγήσει σε μια παρόμοια στροφή (όπως μετά τις δύο κρίσεις της δεκαετίας του 1970) προς την εξοικονόμηση ενέργειας και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών. Γιόνας Κράιενμπαουμ

Γιόνας Κράιενμπαουμ, Πανεπιστήμιο College Cork, Ιρλανδία / Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Γερμανία
«Το πετρέλαιο σαν όπλο»
Οι πιο προφανείς συγκρούσεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ του 1973 (6-26 Οκτωβρίου), που προκάλεσε τη λεγόμενη πρώτη πετρελαϊκή κρίση, και η Ιρανική Επανάσταση του 1978/79 που προκάλεσε τη δεύτερη. Το 1973, οι Αραβες παραγωγοί πετρελαίου χρησιμοποίησαν το πετρέλαιο σαν όπλο για να ασκήσουν πολιτική πίεση στη Δύση, απαιτώντας από το Ισραήλ να εγκαταλείψει τα εδάφη που είχε καταλάβει το 1967 κατά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Το 1979, η επανάσταση ουσιαστικά σταμάτησε την παραγωγή του ιρανικού πετρελαίου και τις εξαγωγές του, με αποτέλεσμα τον πανικό στις παγκόσμιες αγορές και την εκρηκτική άνοδο των τιμών. Η συνολική μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου ήταν σημαντικά μικρότερη και στις δύο κρίσεις της δεκαετίας του 1970 απ’ ό,τι σήμερα με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές συνέπειες –τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό και μια παγκόσμια ύφεση ταυτόχρονα– ήταν τεράστιες. Ισως να βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμη γύρο του stagflation (στασιμοπληθωρισμού), όπως ονομάστηκε το φαινόμενο εκείνη την περίοδο.
Από την άλλη πλευρά, οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις έκαναν τα δυτικά βιομηχανικά κράτη να συνειδητοποιήσουν την ευαλωτότητά τους απέναντι σε τέτοια σοκ (μείωσης της προσφοράς και αύξησης των τιμών του πετρελαίου) και να ξεκινήσουν πολιτικές για την απεξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα της Μέσης Ανατολής. Αυτό δεν συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη, όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και οι προσπάθειες εξοικονόμησης πετρελαίου συνέβαλαν στον δραστικό περιορισμό της ζήτησης για πετρέλαιο του ΟΠΕΚ. Τότε οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες άρχισαν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να βρουν αγοραστές στις υψηλές τιμές που προσπαθούσαν να διατηρήσουν. Μπορούμε, λοιπόν, μόνο να ελπίζουμε ότι η πετρελαϊκή κρίση την οποία τώρα βιώνουμε θα οδηγήσει σε μια παρόμοια στροφή προς την εξοικονόμηση ενέργειας και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών, οι οποίες όχι μόνο είναι λιγότερο ευάλωτες σε διαταραχές της προσφοράς, αλλά έχουν και μηδενικές εκπομπές άνθρακα.

Σουτζίτ Σιβασουνταράμ, Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, Ηνωμένο Βασίλειο
«Η εποχή των επαναστάσεων»
Στο μυαλό μου έρχεται αμέσως η εποχή των επαναστάσεων στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Και τότε υπήρχαν διάφορες γεωπολιτικές αναμετρήσεις στον Περσικό Κόλπο, μεταξύ των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών και των πολιτικών οντοτήτων που γέννησαν τα σύγχρονα κράτη εκατέρωθεν του Κόλπου, όπως το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Και γενικότερα, επειδή ήταν μια περίοδος παγκόσμιων συγκρούσεων, στη θάλασσα και στη στεριά, που οδήγησε σε μια νέα διεθνή τάξη.

Aντριου Λάμπερτ, Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου, Ηνωμένο Βασίλειο
«Λεηλασία αντί σταθερότητας»
Το πρόβλημα είναι ότι ο σημερινός κόσμος είναι τόσο στενά διασυνδεδεμένος, ώστε όσα συμβαίνουν έχουν συνέπειες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αντί για τις περιφερειακές επιπτώσεις προηγούμενων εποχών αστάθειας και πολέμων, οι τιμές του πετρελαίου είναι πια παγκόσμιο ζήτημα και ο ανταγωνισμός περιλαμβάνει την Κίνα, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και ένα ευρύ φάσμα περιφερειακών δρώντων. Η πλησιέστερη περίοδος που μπορώ να σκεφτώ είναι η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσα από ένα σύμπλεγμα πολέμων, πολλαπλών απειλών και δυνάμεων που ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη λεηλασία παρά για τη σταθερότητα.

Γιόχεν Χέλμπεκ, Πανεπιστήμιο Rutgers, Νιου Τζέρσεϊ, ΗΠΑ
«Τέλος της μεταπολεμικής τάξης»
Το μόνο που μπορώ με σιγουριά να πω είναι ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συγκριθεί με την περίοδο που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη η περίοδος και στη συνέχεια ο πόλεμος διαμορφώθηκαν από τους επιθετικούς και επεκτατικούς –αποικιακούς– στόχους της ναζιστικής Γερμανίας και της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Πρόσφατα άκουσα κάποιους ρωσόφωνους να αστειεύονται ότι, παρά τον αριθμό των εθνών που εμπλέκονται στην εξελισσόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, δεν μπορούμε να μιλάμε για Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί οι Γερμανοί δεν έχουν μπει (ακόμη) στο «παιχνίδι». Στην πραγματικότητα, αυτό που παρακολουθούμε τώρα είναι το τελευταίο κεφάλαιο της κατάρρευσης της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης· αυτής που επέβαλαν μονομερώς οι ΗΠΑ όταν αυτοανακηρύχθηκαν νικητές της μακροχρόνιας αντιπαλότητας με τη Σοβιετική Ενωση. Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει κάπως, καθώς στην πραγματικότητα ο Νετανιάχου είναι εκείνος που ωθεί μια αμήχανη αμερικανική κυβέρνηση να κάνει αυτό που εκείνος επιθυμεί, δηλαδή την καταστροφή του Ιράν. Ο Νετανιάχου φαίνεται να έχει ξεχάσει ότι το κράτος του Ισραήλ, που δημιουργήθηκε ως απάντηση στην προσπάθεια εξόντωσης των Εβραίων από τους ναζί, για πολλά χρόνια ωφελήθηκε από τη μεταπολεμική τάξη. Βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά. Ενα πράγμα είναι σαφές όμως: ένας αδικαιολόγητος πόλεμος εναντίον του Ιράν θα προκαλέσει πολύ περισσότερη καταστροφή και αιματοχυσία στο μέλλον.

