Οταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Ιράν τον περασμένο μήνα, τα αφηγήματά τους ήταν απολύτως ευθυγραμμισμένα ως προς τον στόχο της αλλαγής καθεστώτος στην περιοχή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ καλούσε τους Ιρανούς να αρπάξουν τη «μοναδική τους ευκαιρία» εδώ και γενιές για να «πάρουν τον έλεγχο της κυβέρνησής τους», ενώ ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου προέτρεψε τους πολίτες του Ιράν να «αποτινάξουν τον ζυγό του δολοφονικού καθεστώτος».
Αποκλίσεις
Ωστόσο, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, οι στόχοι τους φαίνεται να αποκλίνουν: ο Αμερικανός πρόεδρος διέκρινε μια ιστορική ευκαιρία για μια γρήγορη στρατιωτική νίκη με περιορισμένο οικονομικό κόστος, ενώ ο Ισραηλινός ηγέτης εστίασε στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος που το Ισραήλ επιδιώκει να καταστρέψει εδώ και 40 χρόνια.
Η πρόσφατη έντονη αντίδραση του Τραμπ στις ισραηλινές επιθέσεις στο τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars την Τετάρτη αποκάλυψε τις εντάσεις μεταξύ των δύο συμμάχων, αλλά και «την ασυνεπή στάση του προέδρου στη σύγκρουση», σημειώνει σε ανάλυσή της η Washington Post.
Αιχμές από την Ουάσιγκτον
Ο Τραμπ σχολίασε ότι το Ισραήλ «αντέδρασε βίαια» κατά του Ιράν και αποστασιοποιήθηκε από την επίθεση στο μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο, το οποίο το Ιράν μοιράζεται με το Κατάρ – στενό σύμμαχο των ΗΠΑ και χώρα που φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική βάση στον Κόλπο. «Οι ΗΠΑ δεν γνώριζαν τίποτα για τη συγκεκριμένη επίθεση και το Κατάρ δεν είχε καμία απολύτως εμπλοκή», υποστήριξε ο Τραμπ στο Truth Social.
Ωστόσο, πολλοί αξιωματούχοι διέψευσαν ευθέως τον ισχυρισμό αυτό, λέγοντας ότι, αν και οι ΗΠΑ δεν συμμετείχαν στο πλήγμα, οι Ισραηλινοί είχαν ενημερώσει εκ των προτέρων την Ουάσιγκτον.
Το περιστατικό -που οδήγησε σε άνοδο των τιμών της ενέργειας και προκάλεσε ιρανικά αντίποινα με πυραυλικές επιθέσεις σε νευραλγική εγκατάσταση φυσικού αερίου στο Κατάρ και στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας- καταδεικνύει την αμφιταλάντευση του Τραμπ, καθώς προσπαθεί να διαχειριστεί έναν μη δημοφιλή πόλεμο που έχει στοιχίσει τη ζωή σε 13 Αμερικανούς μέχρι σήμερα.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι ο Τραμπ εντυπωσιάζεται από την καταστροφή που έχει προκαλέσει η στρατιωτική εκστρατεία στο ιρανικό καθεστώς, αλλά ταυτόχρονα ανησυχεί για τις οικονομικές επιπτώσεις που εξαπλώνονται παγκοσμίως.
Αίσθημα προδοσίας στους «Αmerica First»
Η πολύμηνη προσπάθεια του Νετανιάχου να πείσει τον Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν, καθώς και η αυθόρμητη παραδοχή του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι η αποφασιστικότητα του Ισραήλ να πλήξει το ιρανικό καθεστώς ώθησε τις ΗΠΑ σε δράση, εξόργισαν τους υποστηρικτές του δόγματος «America First», οι οποίοι αμφισβήτησαν τον ρόλο μιας ξένης δύναμης στην εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει το αφήγημα, παρουσιάζοντας τον πόλεμο ως αποκλειστική απόφαση του Τραμπ, όμως το μήνυμα αυτό υπονομεύθηκε από την παραίτηση του επικεφαλής αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, ο οποίος στην επιστολή του ανέφερε ότι οι ΗΠΑ σύρθηκαν σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή «λόγω πίεσης από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό του λόμπι».
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου φαίνεται να εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να πλήξει αποφασιστικά έναν βασικό αντίπαλο, έχοντας ως σύμμαχο έναν Αμερικανό πρόεδρο που του έχει δώσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στρατιωτικά από οποιονδήποτε προκάτοχό του.
Το Ισραήλ επιμένει
Ο στόχος της αλλαγής καθεστώτος αποτυπώνεται στην ισραηλινή στρατηγική: το 40% των περίπου 8.000 επιθέσεων στοχεύει τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας και υποδομές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταστολή μιας λαϊκής εξέγερσης. Εκτός από τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ στην αρχή του πολέμου, το Ισραήλ έχει σκοτώσει δεκάδες πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων ο Αλί Λαριτζανί γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, και ο Γκολαμρεζά Σολεϊμανί, διοικητής των παραστρατιωτικών δυνάμεων Basij.
Παρά ταύτα, τόσο οι αμερικανικές όσο και οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών αναγνωρίζουν ότι το ιρανικό καθεστώς «δεν καταρρέει» και διατηρεί τον έλεγχο της εξουσίας.
Τα «όρια» της Ουάσιγκτον
Ο Λευκός Οίκος αρνείται ότι οι στόχοι του πολέμου έχουν καταστεί ασαφείς. «Σε αντίθεση με τις μακροχρόνιες εμπλοκές του παρελθόντος χωρίς σαφείς στόχους, ο πρόεδρος Τραμπ έχει καθορίσει τέσσερις συγκεκριμένους στόχους για την Επιχείρηση Epic Fury», δήλωσε αξιωματούχος.
Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν την καταστροφή του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος, την εξουδετέρωση του ναυτικού του, την αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων του και τη διασφάλιση ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι αρνούνται ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των δύο συμμάχων, υποστηρίζοντας ότι Τραμπ και Νετανιάχου επικοινωνούν σχεδόν καθημερινά και εφαρμόζουν στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» που στηρίζεται στα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. «Το Ισραήλ συντονίζει τα πάντα με τις ΗΠΑ», δήλωσε Ισραηλινός αξιωματούχος.
Ωστόσο, άλλοι αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι σημαντικά ρήγματα άρχισαν να εμφανίζονται ήδη από τη δεύτερη εβδομάδα του πολέμου, όταν οι ισραηλινές επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Ιράν προκάλεσαν τοξικά νέφη και όξινη βροχή, και οι σωρευτικές επιπτώσεις στην οικονομία από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ άρχισαν να γίνονται αισθητές.
Εντείνει τα χτυπήματα το Ισραήλ
«Το Ισραήλ ακολουθεί μια στρατηγική ολοκληρωτικής καταστροφής με στόχο την αλλαγή καθεστώτος, κάτι που δεν αποτελεί δικό μας στόχο», παραδέχτηκε ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης στην Washington Post. «Ο Νετανιάχου θέλει να διαλύσει την οικονομία του Ιράν και να καταστρέψει την ενεργειακή του υποδομή. Ο Τραμπ θέλει να τη διατηρήσει άθικτη».
Ο Ρούμπιο υιοθέτησε μια πιο διπλωματική στάση στις συνομιλίες του με Αμερικανούς βουλευτές στις αρχές Μαρτίου, αποσαφηνίζοντας τους στόχους των ΗΠΑ χωρίς να αντιπαραθέσει τους στόχους του Ισραήλ, σύμφωνα με αξιωματούχους που παρακολούθησαν τις σχετικές ενημερώσεις.
«Είπε ότι οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν αλλαγή καθεστώτος, αλλά δεν προσδιόρισε το εύρος των ισραηλινών φιλοδοξιών», δήλωσε αξιωματούχος που συμμετείχε σε μία από τις ενημερώσεις του Ρούμπιο.
Σε ακρόαση της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής την Πέμπτη, ερωτηθείσα για την εμφανή απόκλιση μεταξύ των πολεμικών στόχων ΗΠΑ και Ισραήλ, η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ δήλωσε: «Οι στόχοι που έχει θέσει ο πρόεδρος είναι διαφορετικοί από αυτούς που έχει θέσει η ισραηλινή κυβέρνηση».
Επικοινωνιακοί ελιγμοί από τον Νετανιάχου
Σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη, ο Νετανιάχου χαρακτήρισε τον συντονισμό μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ ως επιτυχία άνευ προηγουμένου, αποφεύγοντας ωστόσο να διαψεύσει ανοιχτά τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι αιφνιδιάστηκε από το πλήγμα στα κοιτάσματα φυσικού αερίου. «Δεν νομίζω ότι δύο ηγέτες υπήρξαν ποτέ τόσο συντονισμένοι όσο ο πρόεδρος Τραμπ και εγώ», δήλωσε.
Ερωτηθείς για την κριτική που άσκησε ο Τραμπ, ο Νετανιάχου απάντησε ότι ο ίδιος εστιάζει σε δύο δεδομένα: «Πρώτον, το Ισραήλ ενήργησε μόνο του εναντίον του συγκροτήματος φυσικού αερίου στο Ασαλουγιέχ. Δεύτερον, ο πρόεδρος Τραμπ μάς ζήτησε να αναστείλουμε μελλοντικές επιθέσεις και εμείς τις αναστείλαμε».
Ισραηλινοί αναλυτές χαρακτηρίζουν την ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης και την αντικατάστασή της με κάτι καλύτερο ως ευπρόσδεκτη συνέπεια των επιθέσεων, αλλά όχι βασική επιδίωξη. Η εμπειρία δείχνει, όπως λένε, ότι η αλλαγή καθεστώτος σπάνια επιτυγχάνεται με χτυπήματα από αέρος. Είναι πιθανότερο να απαιτήσει χερσαίες δυνάμεις, πραξικοπήματα, λαϊκές εξεγέρσεις ή άλλες κινήσεις στο εσωτερικό της χώρας.
«Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ανατροπής ενός καθεστώτος με το είδος των αεροπορικών επιθέσεων που έχουμε σχεδιάσει για το Ιράν», δήλωσε Ισραηλινός αξιωματούχος.
Αντίθετα, οι αξιωματούχοι ελπίζουν ότι η ένταση των αεροπορικών επιδρομών -που πλέον μετρούν περίπου 16.000 αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα- θα ενθαρρύνει τελικά τους αντιπάλους του καθεστώτος στο εσωτερικό να επανεκκινήσουν τις διαδηλώσεις που είχαν αποκτήσει δυναμική πριν από την αιματηρή καταστολή του Ιανουαρίου, καθιστώντας τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας λιγότερο ικανές να τις καταστείλουν.
Ωστόσο, άλλοι ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν μεταφέρει σε Αμερικανούς ομολόγους τους ότι αναμένουν πως η ιρανική αντιπολίτευση θα «σφαγιαστεί» αν κατέβει στους δρόμους, καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας του Ιράν έχουν το «πάνω χέρι».
Διαφορετικό κλίμα σε ΗΠΑ και Ισραήλ
Η επιδίωξη φιλόδοξων στόχων για τον πόλεμο εξυπηρετεί τον Νετανιάχου πολιτικά στο εσωτερικό, όπου το 93% των Εβραίων πολιτών υποστηρίζει τον πόλεμο και η πλειονότητα θέλει να συνεχιστεί έως την πτώση του καθεστώτος, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Israel Democracy Institute.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που έχουν επικεντρωθεί κυρίως σε στρατιωτικούς στόχους, το Ισραήλ έχει πλήξει ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών στόχων στο Ιράν σε μια εκστρατεία που επιταχύνθηκε τη δεύτερη εβδομάδα του πολέμου. Στη «λίστα» περιλαμβάνονται πολλαπλά κτίρια διοίκησης των ισχυρών Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, σημεία αστυνομικού ελέγχου και υποδομές ασφαλείας των Μπασίτζ σε όλη τη χώρα, καθώς και πρόχειρα καταφύγια όπου παραστρατιωτικές δυνάμεις προσπάθησαν να προφυλαχθούν από την σφοδρότητα των χτυπημάτων.
Το Ισραήλ εκτιμά ότι έχει σκοτώσει περίπου 3.500 μέλη των ιρανικών δυνάμεων ασφαλείας και του στρατού από την έναρξη των επιθέσεων στις 28 Φεβρουαρίου. Ο αριθμός των αμάχων θυμάτων που σχετίζονται με τα πλήγματα αυτά παραμένει άγνωστος.
Η πιο προβεβλημένη περίπτωση εξόντωσης αμάχων σημειώθηκε στην αρχή της σύγκρουσης, όπου ένα χτύπημα που αποδίδεται στις ΗΠΑ στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες παιδιά δημοτικού σχολείου.
Αξιωματούχος δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν διαβλέπει άμεση ανατροπή του καθεστώτος, αλλά σημειώνει ότι υπάρχουν ενδείξεις τριβών μεταξύ των Φρουρών της Επανάστασης και των Μπασίτζ, και εκτιμά πως οι διοικητές διστάζουν να επικοινωνήσουν ηλεκτρονικά από φόβο μην αποκαλύψουν την τοποθεσία τους. Ο γιος και διάδοχος του Χαμενεΐ, Μοτζτάμπα, ο οποίος τραυματίστηκε στο πλήγμα που σκότωσε τον πατέρα του, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια, σημείωσε ο αξιωματούχος, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την επιχείρηση «Epic Fury» επιτυχημένη, ωστόσο παρουσιάζει μεταβαλλόμενα χρονοδιαγράμματα για το πότε και πώς θα κηρύξει το τέλος του πολέμου. Προς το παρόν, το καθεστώς του Ιράν παραμένει στη θέση του και, σύμφωνα με εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, είναι πιο «σκληροπυρηνικό» από πριν. Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 110 δολάρια το βαρέλι την Πέμπτη και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά για τη ναυσιπλοΐα.
Ο Τραμπ εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο κλιμάκωσης, συμπεριλαμβανομένης της αποστολής χερσαίων δυνάμεων, σύμφωνα με αξιωματούχους που έχουν γνώση των διαβουλεύσεων. Μια τέτοια κίνηση θα ήταν πολιτικά ριψοκίνδυνη για τον ίδιο, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ – ή για την αλλαγή καθεστώτος, σχολιάζει η Washington Post.
Ο πρόεδρος φάνηκε πάντως να απομακρύνεται από αυτή την ιδέα την Πέμπτη, τουλάχιστον προς το παρόν. «Oχι, δεν πρόκειται να στείλω στρατεύματα πουθενά», δήλωσε.

