Ελάχιστοι φιλόσοφοι γνώρισαν, ταυτόχρονα, μεγάλη επιδραστικότητα και ευρεία αναγνώριση όσο ήταν εν ζωή. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026) ήταν ένας από αυτούς. Δεν ήταν μόνον ο πιο διακεκριμένος Ευρωπαίος φιλόσοφος των τελευταίων εξήντα ετών, αλλά και ένας παρεμβατικός διανοούμενος με απήχηση. Οταν του απονεμήθηκε το βραβείο Θίοντορ Χέους (1999), στην τελετή παρευρέθη σύσσωμο το γερμανικό υπουργικό συμβούλιο.
Το φιλοσοφικό έργο του είναι τεράστιο. Συνέγραψε δεκάδες βιβλία, με κύριο άξονα τη διερεύνηση των προϋποθέσεων για την ορθολογική συγκρότηση της κοινωνίας. Κρατώντας την καντιανή προτροπή «τόλμα να γνωρίζεις», πίστευε στη χειραφετητική δύναμη του Λόγου να ασκεί κριτική σε δομές ισχύος και να ενισχύει τον ηθικό προβληματισμό. Σε μια εποχή αμφισβήτησης του ορθολογισμού, ο Χάμπερμας παρέμεινε ανενδοίαστα ορθολογιστής, δίνοντας έμφαση στη διαλογική συγκρότηση της ορθολογικότητας.
Σε αντίθεση με τους δασκάλους του στο περίφημο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (κυρίως τον Μαξ Χορκχάιμερ και τον Θίοντορ Αντόρνο), ο Χάμπερμας έβλεπε τη νεωτερικότητα περισσότερο ως ελπίδα παρά ως απειλή. Το φιλοσοφικό του έργο πραγματεύεται τις δυνατότητες ολοκλήρωσης του «ημιτελούς» έργου του Διαφωτισμού. Η σκέψη του εξελίχθηκε, συνομιλώντας όχι μόνο με την πλούσια γερμανική φιλοσοφική παράδοση (καντιανή, εγελιανή, μαρξική και φαινομενολογική-ερμηνευτική) αλλά και την αγγλοαμερικανική αναλυτική φιλοσοφία και τον πραγματισμό. Συνθετικός στοχαστής, έδειξε πώς η σκέψη γονιμοποιείται όταν παραμένει ανοιχτή.
Η διανοητική ζωή του σημαδεύτηκε από μια φυσική αναπηρία και τη γερμανική ενοχή για το Ολοκαύτωμα. Γεννήθηκε το 1929 κοντά στο Ντίσελντορφ σε μια τυπικά μεσοαστική, προτεσταντική οικογένεια. Υπέφερε από σχιστία της υπερώας (λυκόστομα) και υποβλήθηκε σε διάφορες εγχειρήσεις. Του έμεινε, ωστόσο, μια δυσκολία στην ομιλία και υπέστη εκφοβισμό στην παιδική ηλικία. Οι εμπειρίες αυτές, είπε αργότερα, τον έκαναν να αναγνωρίσει την τεράστια σημασία της γλωσσικής επικοινωνίας.
Ο πατέρας του, δημόσιος υπάλληλος, έγινε μέλος του Ναζιστικού Κόμματος. Η ενηλικίωσή του συνέπεσε με το τέλος του πολέμου, την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας και την αποκάλυψη του Ολοκαυτώματος. «Σε μια νύχτα», έγραψε, «η ζωή που θεωρούσαμε σχεδόν κανονική αποδείχθηκε παθολογική και εγκληματική». Οι ναζιστικές φρικαλεότητες και η γερμανική ενοχή τον συγκλόνισαν, θεμελιώνοντας την πεποίθησή του για την αναγκαιότητα της δημοκρατίας, της αμοιβαίας κατανόησης και της ενωμένης Ευρώπης.
Το 1953, μόλις 24 ετών, επέκρινε δημοσίως τον μεγαλύτερο εν ζωή φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, για τη μεταπολεμική σιωπή του αναφορικά με τις εγκωμιαστικές αναφορές του στο ναζιστικό καθεστώς το 1933-34. Τη δεκαετία του 1980, αντιπαρατέθηκε με Γερμανούς ιστορικούς, οι οποίοι επεδίωξαν να επανερμηνεύσουν το ναζιστικό φαινόμενο με τρόπο που θα «κανονικοποιούσε» τη Γερμανία. Για τον Χάμπερμας, η δημοκρατική ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Γερμανίας όφειλε να συντηρεί τη μνήμη της συλλογικής ενοχής για τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα. Ο πατριωτισμός που επικροτούσε ήταν ο «συνταγματικός πατριωτισμός». Δεν έδωσε, ωστόσο, τη δέουσα σημασία στην περιπλοκότητα να ζει ένα έθνος ενοχικά στο διηνεκές, γεγονός που οδήγησε, σχετικά πρόσφατα, στην άνοδο της Ακροδεξιάς, ιδιαίτερα μεταξύ της γερμανικής νεολαίας. Ούτε διευκρίνισε επαρκώς αν αρκεί ο συνταγματικός πατριωτισμός για να διατηρηθεί η φαντασιακή – μυθολογική κοινότητα του έθνους.
Εργάστηκε στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας (1956-1959), εκπόνησε την υφηγεσία του στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ και το 1964 διαδέχθηκε τον Χορκχάιμερ, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του Ινστιτούτου. Από το 1971 έως το 1981 διετέλεσε διευθυντής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ. Επέστρεψε κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης μέχρι την αφυπηρέτησή του, το 1994. Είχε στενές σχέσεις με αμερικανικά πανεπιστήμια, ιδιαίτερα το Νορθγουέστερν, όπου δίδασκε τακτικά.
Η αποστολή της φιλοσοφίας, για τον Χάμπερμας, είναι εγγενώς κριτική: αντιμάχεται, κατά την έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη, την «κλειστότητα του νοήματος», δηλαδή διερωτάται αενάως για το νόημα που υποτείνει τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οτιδήποτε γίνεται αντικείμενο ρητής γνώσης προϋποθέτει ένα άρρητο γνωστικό-βιωματικό πλαίσιο (τον «βιόκοσμο»). Η φιλοσοφία διαυγάζει αυτό το πλαίσιο, εν γνώσει ότι δεν μπορεί να το φωτίσει πλήρως.
Κεντρική έννοια της σκέψης του, όπως αυτή αναπτύχθηκε στο μεγάλο έργο του «Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης» (1981), είναι ο «επικοινωνιακός λόγος». Ο λόγος είναι «επικοινωνιακός» όταν αποσκοπεί στην κοινή κατανόηση. Η κοινή κατανόηση είναι ορθολογική στο μέτρο που η επικοινωνία των συνομιλητών είναι ελεύθερη, χωρίς εξουσιαστικές στρεβλώσεις. Η έλλογη φύση του ανθρώπου σημαίνει ότι τα άτομα δρουν, κατ’ αρχήν, επικοινωνιακά: μπορούν και αναμένεται να παρέχουν λόγους για να υποστηρίξουν την εγκυρότητα των ισχυρισμών τους. Η επικοινωνιακότητα εμπεριέχει την κανονιστικότητα: ως έλλογα όντα είμαστε επιχειρηματολογικά υπόλογοι ο ένας στον άλλο. Η νεωτερικότητα καλλιεργεί τη λογο-δοσία και η δημοκρατία καθιστά το «λόγον διδόναι» βασική αξία της. Η νεωτερική εκλογίκευση της κοινωνίας εμπεριέχει την υπόσχεση της κοινής κατανόησης σε επιμέρους πεδία, μέσα από τον ελεύθερο διάλογο. Το αν το πετυχαίνουμε ή όχι είναι ένα εμπειρικό ερώτημα.
Οι επικριτές του Χάμπερμας υπέδειξαν ότι σπάνια στη δημόσια σφαίρα ο λόγος είναι αμιγώς «επικοινωνιακός»· είναι και «στρατηγικός». Δεν θέλουμε μόνο να καταλήξουμε σε κοινή κατανόηση με τους άλλους, αλλά, συχνά, να τους επηρεάσουμε για ίδιον όφελος. Η ισχύς δεν είναι απλώς μια εξωτερική παράμετρος της επικοινωνίας, αλλά σύμφυτη με αυτήν.
Ο Χάμπερμας πίστευε στην οικοδόμηση μιας δημοκρατικής «μετα-εθνικής» Ευρώπης με αλληλεγγύη. Πίστευε, επίσης, στην «μετα-κοσμική» κοινωνία, στην οποία ο διάλογος μεταξύ κοσμικών και θρησκευόμενων εμπλουτίζει τον ηθικό πλούτο της δημόσιας σφαίρας. Μερικές πολιτικές παρεμβάσεις του ήταν επίμαχες. Είχε υποστηρίξει τη νατοϊκή επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο, σύστηνε μετριοπάθεια απέναντι στον Πούτιν στο Ουκρανικό και αρνήθηκε τη διάπραξη γενοκτονίας στη Γάζα από το Ισραήλ.
Η περίπτωσή του κατέδειξε την ανεξάλειπτη ένταση μεταξύ φιλοσοφικής θεωρίας και πολιτικής πράξης: η κριτική σκέψη του φιλοσόφου της κριτικής σκέψης ενίοτε υποχωρούσε όταν αυτός μετέβαινε από τον αφηρημένο φιλοσοφικό συλλογισμό στο πραγματιστικό δέον γενέσθαι (π.χ. Ουκρανικό, Κοσσυφοπέδιο) ή όταν ενοχικές δεσμεύσεις υπερτερούσαν της κριτικής διερώτησης (π.χ. η γερμανική ηθική οφειλή στο Ισραήλ). Ουδείς τέλειος. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ωστόσο, δεν παύει να είναι ο τελευταίος, ίσως, κορυφαίος φιλόσοφος της ελπίδας σε έναν ζοφερό κόσμο – ελπίδας στην κριτική σκέψη, στον διά-λογο, στη δημοκρατία, στην Ευρώπη.
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

