Καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακωνόταν, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ ζητούσε πριν από λίγα 24ωρα από διάφορα κράτη να συνδράμουν στις προσπάθειες αποκατάστασης της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ. Ανάμεσα σε αυτά τα κράτη ήταν και η Κίνα.
Οπως είναι ήδη γνωστό, η επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο, που είχε προγραμματιστεί για τις 31 Μαρτίου, έχει αναβληθεί και ενδεχομένως να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο διάστημα. Ως βασική αιτία της αναβολής, ο Λευκός Οίκος επικαλέστηκε την ανάγκη παραμονής του Αμερικανού προέδρου στις ΗΠΑ, λόγω των εξελίξεων στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής.
«Προγραμματίζουμε εκ νέου τη συνάντηση και φαίνεται ότι θα πραγματοποιηθεί σε περίπου πέντε εβδομάδες», δήλωσε ο Τραμπ ενώ ζήτησε από την Κίνα να συνδράμει στα Στενά του Ορμούζ, απαιτώντας να έχει μια απάντηση πριν από το τέλος Μαρτίου.
Ομως, η απάντηση αυτή δεν έχει δοθεί προς το παρόν. Η Κίνα αγνόησε το αμερικανικό αίτημα, καλώντας «όλες τις πλευρές να σταματήσουν αμέσως τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, να αποφύγουν την κλιμάκωση της ήδη τεταμένης κατάστασης και να αποφύγουν τις χειρότερες επιπτώσεις που θα είχε η περιφερειακή αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία».
«Αν και η Κίνα δεν ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο και επιθυμεί την επιστροφή της σταθερότητας σε μια στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό καθώς και στις εταιρικές σχέσεις της στον Κόλπο, δεν βιάζεται να τον τερματίσει».
Εν ολίγοις, η Κίνα δίνει να καταλάβει στον Τραμπ ότι ούτε η λήξη του πολέμου με το Ιράν ούτε η φιλοξενία του αποτελούν αυτή τη στιγμή «επείγουσες προτεραιότητες». Οπως εκτιμούν αναλυτές, το Πεκίνο δεν φαίνεται προς το παρόν να βιάζεται όσον αφορά τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
«Αν και η Κίνα δεν ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο και επιθυμεί την επιστροφή της σταθερότητας σε μια στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό καθώς και στις εταιρικές σχέσεις της στον Κόλπο, δεν βιάζεται να τον τερματίσει. Μια παρατεταμένη σύγκρουση που βλάπτει το κύρος των ΗΠΑ, κρατά την Ουάσιγκτον απασχολημένη και προσφέρει διπλωματικό και εμπορικό “χώρο” στο Πεκίνο είναι κάτι με το οποίο μπορούν να συμβιβαστούν οι Κινέζοι ηγέτες, αρκεί οι επιπτώσεις να μην υπονομεύσουν σοβαρά τη δική τους ανάπτυξη ή να προκαλέσουν μια ευρύτερη περιφερειακή κατάρρευση», σχολιάζει η συντάκτρια του ιστότοπου Al Monitor, Τζόις Καράμ.
Μπορεί λοιπόν η Κίνα να μην επέλεξε αυτόν τον πόλεμο, ωστόσο, μια μακροχρόνια αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, δεν αποτελεί απαραίτητα δυσμενή εξέλιξη για τα συμφέροντα του Πεκίνου. Αυτή η εμπλοκή θα εξυπηρετούσε δύο βασικούς σκοπούς:
- Εξάντληση των αμερικανικών πόρων καθώς ήδη το ημερήσιο κόστος του πολέμου υπολογίζεται ότι ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο δολάρια
- Εξασθένηση της αμερικανικής ισχύος στο κύριο πεδίο του σινο-αμερικανικού ανταγωνισμού στον Ειρηνικό.
Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στην τέταρτη εβδομάδα του, και παρά τα βαριά πλήγματα που έχει δεχτεί το ιρανικό καθεστώς, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Τεχεράνη σκέφτεται να συνθηκολογήσει. Παράλληλα, το Ισραήλ δεν είναι πρόθυμο να σταματήσει τις επιθέσεις του, ούτε οι ΗΠΑ είναι σε θέση να αποσυρθούν στρατιωτικά χωρίς μια τέτοια κίνηση να ερμηνευτεί ως υποχώρηση.
Το πάγωμα της ροής καυσίμων από τα Στενά του Ορμούζ, πάντως, αποτελεί πράγματι ένα σημαντικό πρόβλημα για την Κίνα καθώς το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο από αυτό το πέρασμα. Ωστόσο, η θέση της Κίνας δεν είναι τόσο δυσμενής, ούτε αντιμετωπίζει κατεπείγοντα προβλήματα προς το παρόν.
Σύμφωνα με τους New York Times, η Κίνα διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου, της τάξης των 1,3 δισεκατομμυρίων βαρελιών αργού, που επαρκούν για περίπου τέσσερις μήνες. Το Πεκίνο εισάγει επίσης περισσότερη ενέργεια από τη Ρωσία, ενώ το Ιράν έχει στην πραγματικότητα αυξήσει τις εξαγωγές αργού σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα. Μεγάλο μέρος αυτών των ιρανικών εξαγωγών πωλείται με έκπτωση.
Ακόμα και στο ενδεχόμενο κατάρρευσης του φιλικά προσκείμενου καθεστώτος στην Τεχεράνη, δεν αποκλείεται η Κίνα να καταφέρει να έχει καλές σχέσεις και με τη νέα ηγεσία. Αλλωστε, το Πεκίνο διατηρούσε στενές σχέσεις με το Ιράν και κατά τη διάρκεια του σαχικού καθεστώτος πριν την ισλαμική επανάσταση του 1979.
Σε κάθε περίπτωση, η γενίκευση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που ήρθε ως αποτέλεσμα των ιρανικών αντιποίνων στην αμερικανο-ισραηλινή επίθεση, δίνει τώρα «χώρο» στην Κίνα να βελτιώσει τις σχέσεις της με τα κράτη του Κόλπου, έχοντας μάλιστα το ιστορικό του φαινομενικά αμερόληπτου μεσολαβητή στη συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν το 2023.
Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Κινέζος απεσταλμένος στη Μέση Ανατολή, Ζάι Τζούν, έγινε δεκτός από υψηλόβαθμους αξιωματούχους στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και ότι ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος των ΗΑΕ, Χαλντούν Αλ Μουμπάρακ, επισκέφθηκε το Πεκίνο αυτή την εβδομάδα. Τα κράτη του Κόλπου θα μπορούσαν να στηριχθούν στην Κίνα για να εξασφαλίσουν συμφωνίες με το Ιράν σχετικά με τις εξαγωγές πετρελαίου ή την προστασία ζωτικών υποδομών.
Τέλος, δίνεται η ευκαιρία στο Πεκίνο να προωθήσει τον ρόλο του στο διεθνές σύστημα και στην περιοχή ως μια δύναμη που πρωτοστατεί στην ανθρωπιστική βοήθεια κατά τις περιόδους κρίσεων. Σε μια σπάνια κίνηση, το Πεκίνο πήρε ήδη την συγκεκριμένη πρωτοβουλία ανακοινώνοντας παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στο Ιράν, την Ιορδανία, τον Λίβανο και το Ιράκ, κράτη που επλήγησαν άμεσα από τον πόλεμο. Αυτό επιτρέπει στην Κίνα να παρουσιαστεί ως υπεύθυνος παράγοντας σταθερότητας στη Μέση Ανατολή.

