Σε μια από τις πιο δύσκολες Συνόδους Κορυφής των τελευταίων ετών προσέρχονται οι Ευρωπαίοι ηγέτες στις Βρυξέλλες, με την ατζέντα να μετατοπίζεται δραστικά από την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας προς τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων. Η ενεργειακή αστάθεια, η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν και το «αδιέξοδο» στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας εξαιτίας του «βέτο» του Ούγγρου πρωθυπουργού αναμένεται να κυριαρχήσουν στις συζητήσεις των 27 ηγετών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται εκ νέου το ζήτημα της ενέργειας, καθώς η διαταραχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και η γενικότερη αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή λόγω της αμερικανοϊσραηλινής σύγκρουσης με το Ιράν έχουν οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται, άλλωστε, ότι η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με «κρίση τιμών».
Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται μάλλον διχασμένοι ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί: από τη μία πλευρά χώρες όπως η Ελλάδα ζητούν πιο αποφασιστική και άμεση παρέμβαση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, επικαλούμενες το προηγούμενο της πανδημίας αλλά και της ενεργειακής κρίσης του 2022. Από την άλλη, κράτη-μέλη επιμένουν στην ανάγκη αποφυγής βεβιασμένων κινήσεων που θα μπορούσαν να διαταράξουν περαιτέρω την αγορά ενέργειας.
«Διχάζει» το ETS
Η ίδια διαίρεση αποτυπώνεται και στη συζήτηση σχετικά με το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS), με ένα «μπλοκ» χωρών –ανάμεσά τους και η Ελλάδα– να θεωρεί ότι επιβαρύνει υπέρμετρα την ανταγωνιστικότητα και ένα άλλο να το υπερασπίζεται ως βασικό «εργαλείο» της πράσινης μετάβασης.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει ταχθεί υπέρ της διατήρησής του, προαναγγέλλοντας ωστόσο παρεμβάσεις για τον περιορισμό της μεταβλητότητας στις τιμές.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένουν, πάντως, εξειδίκευση των μέτρων, την οποία έχει ήδη προαναγγείλει η Φον ντερ Λάιεν μέσω πρόσφατης επιστολής της προς εκείνους.
Η πρόεδρος της Κομισιόν έχει ήδη προτείνει –ανάμεσα σε άλλα– άμεσα μέτρα ανακούφισης, μεταξύ των οποίων επιδοτήσεις ή «πλαφόν» στην τιμή του φυσικού αερίου, καλύτερη αξιοποίηση συμβάσεων αγοράς ενέργειας (PPAs), συμβάσεων διαφοράς (CfD), καθώς και «χαλάρωση» των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.
Προτεραιότητα στη διπλωματία – όχι σε εμπλοκή στη Μ. Ανατολή
Την ίδια στιγμή, η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν και οι επιπτώσεις της στη διεθνή ναυσιπλοΐα φέρνουν την Ε.Ε. αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές.
Παρά τις «πιέσεις» για πιο ενεργό ρόλο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται απρόθυμοι να εμπλακούν στρατιωτικά κατ’ απαίτηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, δίνοντας προτεραιότητα στη διπλωματία και στον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, με τον γενικό γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες να συμμετέχει σήμερα στη διάρκεια γεύματος στις σχετικές διαβουλεύσεις.
Η στάση αυτή των «27» ηγετών αντανακλά τόσο τις επιφυλάξεις έναντι μονομερών ενεργειών όσο και την ανησυχία για περαιτέρω κλιμάκωση.
Το «βέτο» Oρμπαν θα παραμείνει
Στο ουκρανικό μέτωπο, η ένταση επικεντρώνεται στο «μπλοκάρισμα» του δανείου των 90 δισ. ευρώ, από την Ουγγαρία, που θεωρείται κρίσιμο για τη στήριξη του Κιέβου.
Ο Βίκτορ Ορμπαν συνδέει τη στάση του με ενεργειακές διαφορές και εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, προκαλώντας έντονη δυσφορία στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η κίνηση αυτή εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση της ενότητας της Ενωσης σε μια κρίσιμη συγκυρία, ενώ οι πιθανότητες άμεσης επίλυσης παραμένουν περιορισμένες ειδικά, καθώς ο Ορμπαν βρίσκεται αντιμέτωπος με κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση στις 12 Απριλίου, όπου για πρώτη φορά «απειλείται» να χάσει την εξουσία.
Φιλόδοξες «παρεμβάσεις» στην ενέργεια επιδιώκει η Αθήνα
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει σαφή προσανατολισμό: προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας και στην ενίσχυση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα επιδιώκει πιο φιλόδοξες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, χωρίς ωστόσο να απορρίπτει τον συμβιβαστικό χαρακτήρα των τελικών συμπερασμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέχρι στιγμής συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κρίνονται κατ’ αρχάς ικανοποιητικά για την ελληνική πλευρά, καθώς περιλαμβάνουν αναφορές στην ανάγκη λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές ενέργειας, στη μείωση της μεταβλητότητας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και στη σημασία της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην έμφαση για την προστασία των εξωτερικών συνόρων και στην αναφορά στήριξης προς την Κύπρο από τα κράτη μέλη της Ε.Ε.
Ωστόσο, πίσω από τις συγκλίσεις, παραμένει το βασικό πρόβλημα: έλλειψη συγκεκριμένων αποφάσεων καθώς και σαφών χρονοδιαγραμμάτων.
Σε μια συγκυρία όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και αλληλοτροφοδοτούνται, η Ευρωπαϊκή Ενωση δείχνει για ακόμη μία φορά τις δυσκολίες της να κινηθεί με ταχύτητα και ενιαία στρατηγική — αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις επείγουσες «προκλήσεις» που έχει μπροστά της.

