Από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ο αμερικανικός στρατός ανακοινώνει τακτικά τον αριθμό των στόχων που πλήττει. Μέχρι την Τετάρτη, ο αριθμός αυτός ξεπερνούσε τους 7.800 συνολικά (οι 1.000 χτυπήθηκαν την πρώτη κιόλας ημέρα), ενώ αντίστοιχος είναι και ο ισραηλινός απολογισμός με 7.600 πλήγματα έως τα τέλη της περασμένης εβδομάδας.
Πρόκειται για μια εκστρατεία βομβαρδισμών που έχει λάβει ιστορικές διαστάσεις και ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα εξυμνήσει ως «συντριπτικό πλήγμα» τις επιδρομές σε βάρος των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων. «Ποτέ στο παρελθόν ένας σύγχρονος και ικανός στρατός -όπως ήταν ο στρατός του Ιράν- δεν έχει καταστραφεί τόσο γρήγορα με αποτέλεσμα να καταστεί επιχειρησιακά ανενεργός, έχοντας υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή», σχολίασε ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ σε συνέντευξη Τύπου την περασμένη εβδομάδα.
Κι όμως, το Ιράν δεν έχει παραλύσει πλήρως στρατιωτικά, σημειώνουν σε ανάλυσή τους οι New York Times, που υπογράφεται από τον Neil MacFarquhar. Συνεχίζει να απαντά στα χτυπήματα, συχνά με ασύμμετρο τρόπο. «Η αντοχή του, μαζί με την πολιτική στάση των νέων ηγετών του, επαναφέρει ένα γνώριμο μοτίβο δεκαετιών: οι προσδοκίες των ΗΠΑ για τις παρεμβάσεις τους στην περιοχή δεν εκπληρώνονται», σημειώνει η αμερικανική εφημερίδα.

Οι τιμές πετρελαίου αυξάνονται, καθώς οι ιρανικές επιθέσεις έχουν περιορίσει τις εξαγωγές μέσω των επικίνδυνων, πλέον, Στενών του Ορμούζ. Σχεδόν κάθε βράδυ, «κύματα» ιρανικών πυραύλων πλήττουν το Ισραήλ και χώρες του Περσικού Κόλπου που είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους.
Τα περισσότερα προκαλούν περιορισμένες ζημιές, ωστόσο συνολικά οι συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 2.300 ανθρώπους στο Ιράν, τον Λίβανο, το Ισραήλ και την ευρύτερη περιοχή. Ιρανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις σε Λίβανο και Ιράκ έχουν εμπλακεί ενεργά, εκτοξεύοντας ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ και πλήττοντας το συγκρότημα της αμερικανικής πρεσβείας στη Βαγδάτη.
Απατηλές υποσχέσεις
Παρά τη συντριπτική στρατιωτική ισχύ που ασκήθηκε κατά του Ιράν και τις διαδοχικές δολοφονίες ηγετικών στελεχών του, το καθεστώς δεν έχει καταρρεύσει. Οι αναλυτές εξετάζουν πλέον σε ποιο βαθμό οι υποσχέσεις για μια «Νέα Μέση Ανατολή» που θα προκύψει από τη σύγκρουση ενδέχεται να αποδειχθούν εξίσου απατηλές με εκείνες προηγούμενων πολέμων που σημάδεψαν τη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράκ.
Οι ΗΠΑ τείνουν να υπερεκτιμούν τα πολιτικά αποτελέσματα που μπορούν να επιτύχουν μέσω συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος, υποτιμώντας ταυτόχρονα τις συνέπειες, σχολιάζει η Κέιτλιν Τάλματζ, καθηγήτρια στο MIT με ειδίκευση σε ζητήματα ασφαλείας του Κόλπου. «Η αεροπορική ισχύς είναι η “αγαπημένη επιλογή” των ΗΠΑ – μας αρέσει να πιστεύουμε ότι μπορεί να επιφέρει μεγάλα πολιτικά και στρατιωτικά αποτελέσματα, ωστόσο η ιστορία δεν επιβεβαιώνει» κάτι τέτοιο.
Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ και άλλοι κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η ιρανική πολεμική αεροπορία έχει διαλυθεί και ότι το ναυτικό της βρίσκεται στον πάτο της θάλασσας, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η χώρα ουδέποτε σκόπευε να αντιμετωπίσει τις ΗΠΑ σε απευθείας σύγκρουση με συμβατικά μέσα. Αντίθετα, βασίζεται στον ασύμμετρο πόλεμο με τακτικές που στοχεύουν στην παράταση της σύγκρουσης επ’ αόριστον, έως ότου, το κόστος κάμψει τη βούληση της κυβέρνησης Τραμπ και του Ισραήλ.
Στον Περσικό Κόλπο, για παράδειγμα, οι ναυτικές δυνάμεις των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια μικρά σκάφη για ναρκοθέτηση και ταχύπλοα για αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Στη στεριά, το Ιράν έχει διασπείρει τις δυνάμεις του ώστε να αποφύγει την εξουδετέρωσή τους με ένα μόνο πλήγμα, ενώ ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, πριν σκοτωθεί από ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα την πρώτη ημέρα του πολέμου, φέρεται να είχε δώσει εντολή για σχέδιο διαδοχής τεσσάρων επιπέδων, για κάθε βασική στρατιωτική και κυβερνητική θέση.
Εν τω μεταξύ, επιθέσεις με drones και πυραύλους πλήττουν στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακές υποδομές και αεροδρόμια σε γειτονικές χώρες του Κόλπου που δεν συμμετέχουν στη σύρραξη, με στόχο να επεκταθεί το πεδίο της σύγκρουσης όσο το δυνατόν περισσότερο. «Η βασική ιδέα της αντίδρασης των Ιρανών είναι να διασπείρουν “τον πόνο και την ταλαιπωρία” αυτού του πολέμου σε όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες», δήλωσε ο Αφσόν Οστόβαρ, συγγραφέας του βιβλίου «Wars of Ambition: The United States, Iran and the Struggle for the Middle East». Από την πλευρά του καθεστώτος, πρόσθεσε, το διακύβευμα είναι υπαρξιακό: «Δίνουν μάχη για τις θέσεις τους και για την ίδια τους τη ζωή».
Αυτό έχει ωθήσει τη συχνά διχασμένη ηγεσία να παραμερίσει τις όποιες διαφορές, σημειώνουν οι αναλυτές. Το τίμημα, ωστόσο, είναι βαρύ για τον πληθυσμό: περισσότεροι από 1.300 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ οι κάτοικοι των πόλεων είτε εγκαταλείπουν τα σπίτια τους είτε ζουν υπό τον φόβο, καθώς εκρήξεις διαδέχονται η μία την άλλη στις γειτονιές τους.

Το καθεστώς έχει επί μακρόν θέσει τη δική του επιβίωση πάνω από την ευημερία του πληθυσμού, αναφέρουν αναλυτές. «Αν επιβιώσει, μπορεί να ισχυριστεί ότι νίκησε, ανεξαρτήτως του πόσο θα έχει καταστραφεί η χώρα», αναφέρει ο Σαΐντ Γκολκάρ, στρατιωτικός αναλυτής και καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί.
Οι αναλυτές επισημαίνουν επίσης τη δύσκολη εξίσωση που αφορά τη διάρκεια των συγκρούσεων και την εύθραυστη ισορροπία, την οποία καλείται να διατηρήσει το Ιράν μεταξύ αντιποίνων και διαχείρισης των στρατιωτικών του αποθεμάτων. Εάν ο πόλεμος παραταθεί, υπάρχει κίνδυνος να «αποψιλωθούν» τα επίπεδα ηγεσίας, δημιουργώντας κενό εξουσίας, ή να υπονομευτούν οι υποδομές που είναι απαραίτητες για την αναπλήρωση του φθίνοντος οπλοστασίου. «Φαίνεται ότι έχουν μειώσει τον ρυθμό εκτόξευσης πυραύλων και drones σε επίπεδα που θεωρούν βιώσιμα», επισημαίνει ο Αφσον Οστόβαρ.
Στην αρχή του πολέμου, τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, κάλεσαν τους Ιρανούς να συνεχίσουν τις διαδηλώσεις που είχαν παύσει τον Ιανουάριο, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν χιλιάδες διαδηλωτές. Καθώς όμως οι ίδιες δυνάμεις απειλούν πλέον να αντιμετωπίσουν όσους αντιδρούν ως προδότες, σε συνδυασμό με τους βομβαρδισμούς, ο Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε ότι η συγκυρία ίσως δεν είναι κατάλληλη. Αντίθετα, ο Μπ. Νετανιάχου επιμένει να υποστηρίζει ότι το Ισραήλ επιχειρεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για εξέγερση, με τον στρατό του να στοχεύει τις εγχώριες δυνάμεις ασφαλείας σε ολόκληρο το Ιράν.
Ο Τζάχι Χανέγκμπι, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Νετανιάχου, ανέφερε την Κυριακή ότι, δεδομένου του ελέγχου του εναέριου χώρου, τα ισραηλινά και αμερικανικά μαχητικά θα μπορούσαν να παρέχουν αεροπορική υποστήριξη στους διαδηλωτές, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πρωτοφανές.
Βίαιες και απρόβλεπτες εξελίξεις
Πόλεμοι που σχεδιάστηκαν για να αναδιαμορφώσουν τη Μέση Ανατολή στο πρόσφατο παρελθόν, είχαν αντίθετη κατάληξη, πυροδοτώντας ακόμη πιο βίαιες και απρόβλεπτες εξελίξεις.
Τον Αύγουστο του 1982, μετά την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο, ο τότε υπουργός Αμυνας Αριέλ Σαρόν προέβλεψε ότι με την εκδίωξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης «ο μηχανισμός της βίας και της επανάστασης θα καταρρεύσει».
Μέσα σε λίγους μήνες, η νεοσύστατη τότε Χεζμπολάχ εξαπέλυσε επιθέσεις αυτοκτονίας κατά ισραηλινών δυνάμεων με καταστροφικά αποτελέσματα. Το Ισραήλ επέστρεψε κατ’ επανάληψη στον Λίβανο, σε μια σύγκρουση που άλλοτε υποχωρούσε και άλλοτε κλιμακωνόταν, χωρίς ποτέ να τερματιστεί ουσιαστικά. Η πιο πρόσφατη επέμβαση σημειώθηκε αυτόν τον μήνα, μετά το άνοιγμα δεύτερου μετώπου από τη Χεζμπολάχ προς υποστήριξη του Ιράν.
Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 οδήγησε σε εξίσου αιματηρές και απρόβλεπτες εξελίξεις. Εναν χρόνο νωρίτερα, ο Μπ. Νετανιάχου είχε δηλώσει στο Κογκρέσο ότι «αν απομακρύνετε τον Σαντάμ -και το καθεστώς του- εγγυώμαι ότι θα υπάρξουν σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην περιοχή».
Σχεδόν 4.500 Αμερικανοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους στη σύγκρουση, μαζί με δεκάδες χιλιάδες Ιρακινούς αμάχους. Ο πόλεμος οδήγησε στην άνοδο του Ισλαμικού Κράτους, μιας δύναμης που εξακολουθεί να αποσταθεροποιεί τη Μέση Ανατολή, ενώ ενίσχυσε και τις προσπάθειες του Ιράν να οικοδομήσει ένα δίκτυο περιφερειακών πολιτοφυλακών.
Ορισμένοι Ισραηλινοί πολιτικοί αναλυτές έχουν παρομοιάσει την απουσία στρατηγικής για το Ιράν με την αποτυχία του Ισραήλ να ανατρέψει την κυριαρχία τόσο της Χαμάς στη Γάζα όσο και της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

«Σε αυτό το πλαίσιο, έχει μεταφερθεί στο κοινό μια υπερβολική εικόνα», ανέφερε πρόσφατα ο Μάικλ Μίλσταϊν, Ισραηλινός αναλυτής και πρώην αξιωματικός πληροφοριών, «σύμφωνα με την οποία η Χεζμπολάχ έχει σχεδόν “εξαϋλωθεί”, η ιρανική απειλή έχει εξαλειφθεί, η Χαμάς αναμένεται να διαλυθεί και ο αραβικός κόσμος ετοιμάζεται να σχηματίσει στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ».
Αντί να αποτυπώνει την πραγματικότητα, τόνισε ο Μάικλ Μίλσταϊν σε συνέντευξη, το Ισραήλ έτεινε προς τη «φαντασία», ιδίως καθώς οι αιματηρές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 δεν οδήγησαν σε καμία επίσημη έρευνα για τα λάθη που επέτρεψαν στη Χαμάς να σκοτώσει περισσότερους από 1.200 Ισραηλινούς κοντά στη Γάζα. Ο πόλεμος που ακολούθησε άφησε πίσω του πάνω από 70.000 νεκρούς στη Γάζα, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας που ελέγχεται από τη Χαμάς, και τον θύλακα σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένο.
Ωστόσο, η Χαμάς δεν έχει εκτοπιστεί, σημειώνει ο Μάικλ Μίλσταϊν. «Δεν μου αρέσουν καθόλου αυτές οι “ιδέες” ότι θα επανασχεδιάσουμε τη Μέση Ανατολή και θα αλλάξουμε τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων», είπε. «Αποφασίσαμε ουσιαστικά να μην μάθουμε τίποτα από την Ιστορία».

