Οι σιίτες μουσουλμάνοι στον Λίβανο, που αποτελούν την πολιτική και κοινωνική βάση της Χεζμπολάχ, εμφανίζονται ολοένα και πιο εξοργισμένοι με την ένοπλη οργάνωση που υποστηρίζεται από το Ιράν, την οποία κατηγορούν ότι τους έσυρε σε έναν ακόμη πόλεμο, την ώρα που το Ισραήλ εξαπολύει διαδοχικές αεροπορικές επιδρομές και σχεδιάζει εντατικοποίηση των χερσαίων επιχειρήσεων.
Η εκτόξευση ρουκετών, drones και πυραύλων από τη Χεζμπολάχ προς το Ισραήλ, ως αντίποινα για τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ, προκάλεσε σκληρή ισραηλινή απάντηση, με αποτέλεσμα περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Πολλοί εξ αυτών εκτοπίζονται για δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια.
«Δεν προλάβαμε καν να αλλάξουμε ρούχα, φύγαμε με τις πιτζάμες. Είχα μαζί μου γυναίκες και παιδιά», είπε ο Aλί, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του στο Μαρτζεγιούν, στον νότιο Λίβανο, και πλέον φιλοξενείται από συγγενείς στη Βηρυτό. Ο Aλί, που μίλησε υπό τον όρο να αναφερθεί μόνο με το μικρό του όνομα λόγω φόβου αντιποίνων, δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από την απόφαση της Χεζμπολάχ και την ανθρωπιστική κρίση που αυτή προκάλεσε.
Διπλή υπαρξιακή απειλή
Η αυξανόμενη λαϊκή οργή φέρνει τη Χεζμπολάχ αντιμέτωπη με μια διπλή υπαρξιακή πρόκληση: την ώρα που Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι επιδιώκουν να καταστρέψουν στρατιωτικά την οργάνωση μέσω του πολέμου, οι ηγέτες της κινδυνεύουν να χάσουν την πολιτική νομιμοποίηση εντός της ίδιας τους της βάσης, καθώς οι εκτοπισμένοι κάτοικοι φοβούνται ότι ο νότιος Λίβανος μπορεί να έχει την ίδια τύχη με τη Λωρίδα της Γάζας και να μετατραπεί σε ερείπια.
Η σιιτική κοινότητα βρίσκεται «ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη» και καλείται πλέον να λογοδοτήσει για τις επιλογές της, λέει ο Φιλίπο Ντιονίτζι, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και συγγραφέας βιβλίου για τη Χεζμπολάχ. «Βλέπουν τη Χεζμπολάχ ως την οργάνωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα και την ασφάλειά τους, αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιούν ότι τους οδηγεί σε συγκρούσεις με πολύ υψηλό κόστος για τους ίδιους», προσθέτει.
«Ενας μη κρατικός παράγοντας χρειάζεται κάποια μορφή νομιμοποίησης για να υπάρχει», πρόσθεσε. «Αν αυτή χαθεί, μετατρέπεται απλώς σε έναν οργανισμό που εξυπηρετεί τα ίδια του τα συμφέροντα».
Υποκατάστατο του κράτους
Η Χεζμπολάχ βασιζόταν επί χρόνια στην πολιτική στήριξη σε περιοχές με σιιτική πλειοψηφία, όπως ο νότιος και ανατολικός Λίβανος και τα νότια προάστια της Βηρυτού, όπου υποκατέστησε το λιβανέζικο κράτος ως πάροχος βασικών υπηρεσιών. Αυτή η λαϊκή στήριξη τη διατήρησε ισχυρή ακόμη και όταν δεχόταν κριτική από αντιπάλους στο εσωτερικό, για τη δράση της στη Συρία και την Υεμένη, ενώ «άντεξε» και κατά τη διάρκεια των πολέμων με το Ισραήλ το 2006 και ξανά την περίοδο 2023-2024.
Ωστόσο, η απόφαση στις αρχές Μαρτίου να επιτεθεί στο Ισραήλ – προσφέροντας στον ισραηλινό στρατό «λαβή» για νέα εκστρατεία αεροπορικών βομβαρδισμών και στοχευμένες επιχειρήσεις χερσαίων δυνάμεων – διαβρώνει την πίστη των σιιτών στον νότιο Λίβανο, που μέχρι πρότινος φαινόταν ακλόνητη. Η κυβέρνηση στη Βηρυτό έχει επίσης σκληρύνει τη στάση της απέναντι στη Χεζμπολάχ, ζητώντας τον αφοπλισμό της και τον τερματισμό των στρατιωτικών της δραστηριοτήτων.
«Αγνόησαν τους πολίτες»
Πολλοί από όσους μίλησαν στη Washington Post εξέφρασαν απορία για την απόφαση της ηγεσίας της Χεζμπολάχ να επιτεθεί στο Ισραήλ, τονίζοντας ότι η κατάσταση του πληθυσμού φαίνεται να αγνοήθηκε, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα του Ραμαζανιού.
«Δεν σκέφτηκαν καν το Ραμαζάνι, ότι ήταν νύχτα και ότι έκανε κρύο. Δεν σκέφτηκαν τον κόσμο», δήλωσε ο Χάντι Μουράντ, σιίτης γιατρός που αντιτίθεται στη Χεζμπολάχ. Τη νύχτα που ο πόλεμος πέρασε στον Λίβανο, ο Μουράντ έσπευσε να απομακρύνει τους γονείς του από πόλη στα ανατολικά της χώρας, όπου η οργάνωση έχει ισχυρή επιρροή.
Η απόφαση της Χεζμπολάχ να εμπλακεί στον πόλεμο επικρίνεται πλέον ακόμη και από μακροχρόνιους υποστηρικτές της. Η Γάντα, μια σιίτισσα που αναζήτησε καταφύγιο στη Βηρυτό και η οποία επίσης μίλησε υπό τον όρο να αναφερθεί μόνο με το μικρό της όνομα λόγω πιθανών αντιποίνων, δήλωσε ότι στο παρελθόν στήριζε δημόσια τη Χεζμπολάχ. Πλέον, όμως, αμφισβητεί το νόημα της προσπάθειας «εκδίκησης» για τον πόλεμο στο Ιράν, και λέει ότι δεν βλέπει κανένα όφελος ούτε για την Τεχεράνη ούτε για τον λιβανέζικο λαό. «Δεν ήταν αρκετό το τίμημα που πληρώσαμε;» αναρωτήθηκε η Γκάντα. «Εκτοπισμός, καταστροφή και ερήμωση».
Η επικράτηση του χάους
Πέρα από το ένα εκατομμύριο που έχουν εκτοπιστεί, σχεδόν 1.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από την έναρξη των στρατιωτικών συγκρούσεων, σύμφωνα με Λιβανέζους αξιωματούχους.
Πολλοί από όσους αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μένουν «μετέωροι», είτε επειδή τα καταφύγια είναι γεμάτα είτε επειδή τα ενοίκια είναι πολύ υψηλά είτε επειδή οι ιδιοκτήτες ακινήτων αρνούνται να τα νοικιάσουν. Πολλοί κοιμούνται αναγκαστικά στα αυτοκίνητά τους ή σε σκηνές και, πρόσφατα, το Ισραήλ στοχοποίησε τοποθεσίες όπου φιλοξενούνται εκτοπισμένοι, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχείων αλλά και του παραλιακού μετώπου, υποστηρίζοντας ότι στοχεύει «στελέχη της Χεζμπολάχ και Ιρανούς αξιωματούχους».
Η Χεζμπολάχ εισήλθε στον πόλεμο λιγότερο από 24 ώρες αφότου το Ιράν επιβεβαίωσε τον θάνατο του Χαμενεΐ, εκτοξεύοντας ομοβροντία ρουκετών και drones προς το Ισραήλ, μεγάλο μέρος των οποίων αναχαιτίστηκε.
Ακόμη και η Χαμάς, ο παλαιστινιακός σύμμαχος της Χεζμπολάχ, φαίνεται κουρασμένη από τον πόλεμο και απρόθυμη να πυροδοτήσει μια νέα σύγκρουση για λογαριασμό του Ιράν. Σε ανακοίνωσή της το Σάββατο, η Χαμάς κάλεσε το Ιράν να σταματήσει τα πλήγματα κατά χωρών του Περσικού Κόλπου και να επιδιώξει μια ειρηνική λύση.
Τριγμοί στο εσωτερικό, πίεση από το Ισραήλ
Στον Λίβανο, «ρωγμές» άρχισαν γρήγορα να διαφαίνονται ως προς την υποστήριξη της Χεζμπολάχ. Σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, λίγες ώρες αφότου ο Λίβανος «σύρθηκε» στον πόλεμο, ο βασικός πολιτικός σύμμαχος της οργάνωσης –το Κίνημα Αμάλ, υπό τον πρόεδρο της Βουλής Ναμπίχ Μπέρι– ψήφισε υπέρ απόφασης που απαγορεύει τις στρατιωτικές της δραστηριότητες. Η κυβέρνηση της χώρας δεν έχει καταφέρει, μέχρι στιγμής, να επιβάλει την απόφαση.
Μέσα σε λίγες ημέρες, το Ισραήλ εξέδωσε διαδοχικές εντολές εκκένωσης για τον νότιο Λίβανο και τα νότια προάστια της Βηρυτού, προκαλώντας ένα νέο κύμα εκτοπισμού παρόμοιο με εκείνο του 2024.
Ορισμένοι Λιβανέζοι φιλοξενούν εκτοπισμένα μέλη της οικογένειάς τους. Η Λιν Χαρφούς φιλοξενεί πλέον 17 συγγενείς της. «Θυμάμαι ότι άρχισα να τηλεφωνώ στην οικογένειά μου και να τους λέω ότι πρέπει να φύγουν αμέσως από τα νότια προάστια της Βηρυτού. Ηταν κολλημένοι στον δρόμο για τέσσερις ώρες».
Η Χαρφούς ανέφερε ότι τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς της στήριζαν επί χρόνια τη Χεζμπολάχ, αλλά οι επιφυλάξεις είχαν αρχίσει να εντείνονται. Η ίδια είναι πρώην υποστηρίκτρια της Χεζμπολάχ, από την οποία αποστασιοποιήθηκε το 2006 για να συμβάλει στη δημιουργία ενός κοσμικού κόμματος της αντιπολίτευσης.
Οι συνέπειες της μαζικής φυγής ήταν αισθητές σε όλη την πρωτεύουσα: σχολεία μετατράπηκαν σε καταφύγια, οι δρόμοι γέμισαν αυτοκίνητα και οι εκτοπισμένοι άναβαν φωτιές με σκουπίδια για να ζεσταθούν. Σε ένα καταφύγιο στη Βηρυτό, ο γιατρός Μουράντ περιέθαλψε μια ηλικιωμένη γυναίκα με διαβήτη, της οποίας τα πόδια είχαν πρηστεί σοβαρά λόγω της πολύωρης αναμονής στην κίνηση μέχρι να φτάσει σε ασφαλές σημείο.
Ανάγκη και αβεβαιότητα
Βεβαίως, η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να απολαμβάνει υποστήριξη στη σιιτική κοινότητα. Πέρα από το στρατιωτικό της σκέλος, η πολιτική πτέρυγά της επί δεκαετίες παρέχει στους υποστηρικτές της βασικές υπηρεσίες, όπως εκπαίδευση, δάνεια, υγειονομική περίθαλψη και στέγαση. Πολλοί κάτοικοι δεν πιστεύουν ότι η λιβανέζικη κυβέρνηση είναι ικανή να προσφέρει τα ίδια.
Η Χεζμπολάχ έχει ζητήσει από τη βάση της να επιδείξει υπομονή και αντοχή, όμως πολλοί αναρωτιούνται πώς μπορεί να αναμένει κάτι τέτοιο. Ακόμη και η σιιτική θρησκευτική αρχή ζήτησε από τους εκτοπισμένους να μην καταφύγουν σε ιδιοκτησίες της, πριν τελικά υποχωρήσει δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Οι υποστηρικτές της έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να δυσανασχετούν με τη Χεζμπολάχ.
Σφίγγει η στρόφιγγα
Η πτώση του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία διέκοψε την άμεση γραμμή υποστήριξης της Χεζμπολάχ από το Ιράν, ενώ μια νέα κυβέρνηση στον Λίβανο περιόρισε τις πηγές χρηματοδότησης της οργάνωσης, καθιστώντας ολοένα και πιο δύσκολη την ανοικοδόμησή της μετά τον πόλεμο του 2024.
Αντίθεση εκφράστηκε και σε ό,τι αφορά το Ιράν. Σε μια παρουσίαση βιβλίου του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στη Βηρυτό φέτος, ένας υποστηρικτής τον επέκρινε για έλλειψη στήριξης της χώρας του κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου με το Ισραήλ.
Επιπλέον, πολλοί υποστηρικτές της Χεζμπολάχ δήλωσαν ότι ο πρόσφατα διορισμένος ηγέτης της οργάνωσης, Ναΐμ Κάσεμ, δεν διαθέτει το χάρισμα και τον σεβασμό του προκατόχου του, Χασάν Νασράλα, γεγονός που του προσδίδει σαφώς μικρότερη νομιμοποίηση στην προώθηση πολέμου κατά του Ισραήλ.
«Ποιος δεν θα μπορούσε να αγαπά τον Νασράλα;» είπε ο Αλί. «Αν κάποιος από την κοινότητά μας έλεγε το αντίθετο, θα έλεγε ψέματα. Τώρα όλα αυτά τελείωσαν, πρέπει να ζήσουμε».
«Υποχρεωτικός» πόλεμος
Μετά τον πόλεμο του 2006 με το Ισραήλ, ο Νασράλα είχε ηγηθεί μιας εκτεταμένης εκστρατείας ανοικοδόμησης στα νότια προάστια της Βηρυτού και στο νότιο Λίβανο. Υπό την ηγεσία του, η οργάνωση στήριξε το καθεστώς του Μπασάρ αλ Ασαντ στη γειτονική Συρία, ενώ μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ, η Χεζμπολάχ εξαπέλυσε επιθέσεις από τον νότιο Λίβανο, επιδιώκοντας να πιέσει το Ισραήλ σε κατάπαυση πυρός στη Γάζα.
Παρότι η λιβανέζικη κυβέρνηση αντιτάχθηκε σε αυτές τις κινήσεις, δεν ήταν σε θέση να τις αποτρέψει. Η Χεζμπολάχ, ωστόσο, διατηρούσε την αδιαμφισβήτητη στήριξη της πιστής σιιτικής της βάσης. Οι υποστηρικτές υπερασπίζονταν τον Νασράλα σε διαδηλώσεις, σε τηλεοπτικές εκπομπές, στους χώρους εργασίας και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή τη φορά, καμία τέτοια στήριξη δεν είναι εμφανής.
«Κλήθηκε να καλύψει πολύ μεγάλο κενό. Ο Κάσεμ ήταν πάντα ο αναπληρωτής του Νασράλα και ίσως εξακολουθεί να φαίνεται έτσι στα μάτια της σιιτικής κοινότητας», δήλωσε ο Ντιονίτζι, προσθέτοντας ότι στερείται στρατιωτικών επιτυχιών που θα του χάριζαν τον σεβασμό που απολάμβανε ο Νασράλα, όχι μόνο εντός της σιιτικής κοινότητας αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο.
Η Χαρφούς δήλωσε ότι, παρότι η εικόνα της Χεζμπολάχ έχει επιδεινωθεί από την έναρξη του πολέμου, οι παρατεταμένοι ισραηλινοί βομβαρδισμοί θα μπορούσαν να αναστρέψουν αυτή την τάση. «Ο κόσμος ήταν θυμωμένος και εξοργισμένος με τη Χεζμπολάχ», είπε. «Αλλά οι εντολές εκκένωσης από το Ισραήλ δεν βοήθησαν. Αγγιξαν τους πάντες και τους επηρέασαν βαθιά».
Μια ισραηλινή εισβολή στον νότιο Λίβανο ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω την αγανάκτηση. Ηδη, ο Ισραηλινός υπουργός Αμυνας, Ισραελ Κατζ, έχει προειδοποιήσει για εκτοπισμούς διαρκείας, λέγοντας ότι οι σιίτες κάτοικοι δεν θα μπορούν «να επιστρέψουν στα σπίτια τους νότια του ποταμού Λιτάνι έως ότου διασφαλιστεί η προστασία των κατοίκων του βορρά».
Προς το παρόν, δεδομένου του εύθραυστου, θρησκευτικά κατακερματισμένου πολιτικού συστήματος του Λιβάνου, δεν φαίνεται να υπάρχει εναλλακτική για τη βάση της Χεζμπολάχ. Σιίτες που προσπάθησαν στο παρελθόν να την αμφισβητήσουν έχουν στοχοποιηθεί και παρενοχληθεί, μεταξύ αυτών και ο Μουράντ, ο οποίος κατέβηκε υποψήφιος εναντίον της Χεζμπολάχ στις δημοτικές εκλογές πέρυσι.
«Αν η Χεζμπολάχ δεν τελειώσει στρατιωτικά, δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη αντιπαράθεση μεταξύ της σιιτικής αντιπολίτευσης και της Χεζμπολάχ», είπε.
Ενώ μια κατάπαυση του πυρός δεν φαίνεται ακόμη να αποκτά δυναμική, άνθρωποι όπως η Γάντα έχουν δει τις ζωές τους να ανατρέπονται. «Οι νέοι μας και τα παιδιά μας έχουν πεθάνει και υποφέρουν από την πείνα και την καταπίεση», είπε η Γάντα. «Φτάνει πια».

