Ο μύθος λέει ότι όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε την εκστρατεία του εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον περίφημο Γόρδιο Δεσμό – ένα σχοινί αξεδιάλυτα μπλεγμένο που, σύμφωνα με την παράδοση, θα χάριζε την κυριαρχία της Ασίας σε όποιον κατάφερνε να το λύσει. Αντί να ξεμπλέξει υπομονετικά το σχοινί, ο Αλέξανδρος τράβηξε το σπαθί του και έκοψε τον δεσμό. Η ιστορία αυτή προβάλλεται εδώ και αιώνες ως μεταφορά για την τολμηρή ηγεσία: όταν σύνθετα προβλήματα παραλύουν σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο, ο μεγάλος ηγέτης τα λύνει με μια αποφασιστική κίνηση.
Εχοντας ήδη συγκριθεί με τον Μέγα Κωνσταντίνο από τον Αρχιεπίσκοπο Ελπιδοφόρο, ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται μάλλον να φιλοδοξεί να ξεπεράσει τον Μέγα Αλέξανδρο. Πολύ πριν από την επιχείρηση «Επική οργή» χαρακτήριζε τις συγκρούσεις στον κόσμο γόρδιους δεσμούς που δημιουργήθηκαν από αδύναμους ηγέτες και τη δειλή διπλωματία της παγκόσμιας ελίτ και των γραφειοκρατών. Η Ουκρανία, το Ιράν, η Κίνα, η Μέση Ανατολή αποτελούσαν για εκείνον πρόβλημα που απλώς χρειαζόταν κάποιον πρόθυμο να κόψει τον δεσμό που μπέρδευε όλους τους άλλους. Η επιχείρηση «Επική οργή» υποτίθεται ότι θα ήταν μια τέτοια στιγμή για εκείνον: αποφασιστική, δραματική και μετασχηματιστική.
Ο θρυλικός ιστορικός του Ψυχρού Πολέμου Τζον Λιούις Γκάντις όρισε τη «μεγάλη στρατηγική» ως την ευθυγράμμιση των φιλοδοξιών με τις δυνατότητες. Ο Γκάντις παρατήρησε ότι ο Αλέξανδρος έμαθε τα όριά του μόνο μέσα από αποτυχίες, ενώ απέδωσε τη διαχρονική κυριαρχία της Ρώμης στη σύνεση του Οκταβιανού, στην ικανότητά του να ισορροπεί την ανάπτυξη των δυνάμεών του με την αντιστάθμιση των αδυναμιών του, να αναγνωρίζει τους περιορισμούς και ταυτόχρονα να σημειώνει επιτυχίες.
Αν η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης τροφοδοτείται από έλλειψη εμπιστοσύνης, δεν θα καταλήξουμε σε μια ισχυρότερη Δύση, αλλά σε μια διχασμένη Δύση.
Ο πρόεδρος Τραμπ είδε μπροστά του μια ιστορική ευκαιρία. Ενα αποδυναμωμένο ιρανικό καθεστώς, που είχε στερηθεί μεγάλο μέρος των επιθετικών δυνατοτήτων του, αφού το Ισραήλ είχε εξουδετερώσει τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, που γνώριζε ότι οι αεράμυνές του είχαν αποδειχθεί ανεπαρκείς κατά τον περυσινό δωδεκαήμερο πόλεμο με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, και που αντιμετώπιζε εσωτερικές αναταραχές, βρισκόταν τώρα σε ένα σταυροδρόμι. Η ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη και η ενδυνάμωση μιας φαινομενικά μετριοπαθούς ιρανικής κοινής γνώμης που επιθυμούσε ένα καλύτερο μέλλον, θα είχε απήχηση σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν η Τεχεράνη δεν ασχολούνταν πλέον με την εξαγωγή της επανάστασής της ή με τη δημιουργία τρομοκρατικών οργανώσεων και κρατών-παριών ως κρατών-πελατών, τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου και το Ισραήλ δεν θα αντιμετώπιζαν πλέον αυτή την υπαρξιακή απειλή που όχι μόνο κυριαρχεί στη στρατηγική τους σκέψη, αλλά λειτουργεί και ως βολική δικαιολογία ακόμη και για τις πιο αμφιλεγόμενες ενέργειές τους.
Ισως το κυριότερο αφήγημα για επιείκεια απέναντι στην Αγκυρα –ο πιθανός της ρόλος στην ανάσχεση του Ιράν– θα εξαφανιζόταν και η Τουρκία θα έπρεπε να αντιμετωπίσει μεγαλύτερη λογοδοσία. Και η μεγαλύτερη απειλή για μια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η Κίνα, θα αντιμετώπιζε μεγαλύτερες ενεργειακές, και συνεπώς οικονομικές, πιέσεις αν το ιρανικό πετρέλαιο διοχετευόταν αλλού. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να δει κανείς πώς μια ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και αραβικών κρατών, ένας ισχυρός Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, η μείωση της τρομοκρατίας και σημαντικά δυτικά πλεονεκτήματα στην πολιτική των μεγάλων δυνάμεων θα μπορούσαν να προκύψουν από το καλύτερο δυνατό σενάριο της επιχείρησης «Επική οργή».
Ομως το καλύτερο δυνατό σενάριο δεν έχει πραγματοποιηθεί. Αντί για μια καθαρή κίνηση όπως εκείνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο πρόεδρος Τραμπ άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, ο κόσμος άκουσε μια ποικιλία αιτιολογήσεων για τον πόλεμο και διαφορετικούς ορισμούς της νίκης, όχι από τα πρωτοσέλιδα ή από τους αναλυτές, αλλά από τον ίδιο τον πρόεδρο. Σύμμαχοι και εταίροι όπως η Κύπρος βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να τους έχουν παρασχεθεί ενισχυμένες άμυνες.
Μια άλλη μεγάλη ανταγωνιστική δύναμη –η Ρωσία– ωφελείται από τη χαλάρωση των κυρώσεων στο πετρέλαιο, καθώς αυτός ο πόλεμος προκαλεί μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από όσο είχαν προβλέψει οι ΗΠΑ. Και ενώ το βήμα της Ευρώπης –και ειδικότερα της Γαλλίας– να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της και για την υπεράσπιση συμμάχων στη Μέση Ανατολή είναι ευπρόσδεκτο, δεν υποστηρίζει ούτε προωθεί τον βασικό στόχο των ΗΠΑ στο Ιράν. Το «γιατί» της αυξημένης ευρωπαϊκής επένδυσης στην άμυνα είναι εξίσου σημαντικό με το «πώς». Αν η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης τροφοδοτείται από έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και της Ουάσιγκτον ή από την αίσθηση ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τη συμμαχία, δεν θα καταλήξουμε σε μια ισχυρότερη Δύση, αλλά σε μια διχασμένη Δύση.
Ωστόσο, το ερωτηματικό στον τίτλο αυτού του άρθρου υπάρχει για κάποιο λόγο. Κάθε εγγύηση επιτυχίας έχει προφανώς καταρρεύσει, αλλά η αποτυχία δεν είναι αναπόφευκτη. Αν ο πρόεδρος Τραμπ ήταν διατεθειμένος να αναπροσαρμόσει την τακτική του όπως ο Οκταβιανός, ιδού ορισμένες προσαρμογές που θα έπρεπε να κάνει και που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο:
Αναβίωση της αμερικανικής διπλωματίας: Η εξάρτηση της κυβέρνησης από άτυπους απεσταλμένους και προσωπικούς διαύλους επικοινωνίας –κυρίως μέσω προσώπων όπως ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ– δημιούργησε την εικόνα μιας κίνησης χωρίς όμως ουσιαστική στρατηγική. Οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται από αυτούς τους άτυπους απεσταλμένους κατέληξαν εξίσου σε στρατιωτική δράση όσο και σε διπλωματικές λύσεις. Η απουσία υφυπουργών Εξωτερικών για Υποθέσεις Εγγύς Ανατολής και για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις δημιουργεί κενό δυνατοτήτων, αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης προς την αμερικανική διπλωματία. Ελλείψει σαφήνειας, οι εταίροι κρατούν επιφυλακτική στάση.
Η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να πιέζει την Αγκυρα να αποδείξει την αφοσίωσή της, αντί να την εξαγοράζει απλώς για να εξασφαλίσει την ασαφή στάση της.
Διασφάλιση της προσωρινότητας της άρσης των κυρώσεων στη Ρωσία: Η απόφαση για χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές έστειλε ένα σαφές μήνυμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πρόθυμες να υποβαθμίσουν ένα μέτωπο του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαχειριστούν ένα άλλο. Αυτός ο συμβιβασμός ίσως προσφέρει πρόσκαιρη ευελιξία, αλλά υπονομεύει τη συνολική προσπάθεια περιορισμού αναθεωρητικών δυνάμεων που ενισχύονται όταν η δυτική πίεση διασπάται. Καθιστά επίσης δυσκολότερη την οικοδόμηση δυναμικής γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και άλλες ενεργειακές συμφωνίες στις οποίες η Ελλάδα διαδραμάτισε βασικό ρόλο.
Προσοχή στους παράγοντες που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν το χάος: Η τοποθέτηση από την Τουρκία μαχητικών F-16 και άλλων οπλικών συστημάτων στα Κατεχόμενα της Κύπρου, παρά την απουσία απειλής για τους Τουρκοκυπρίους και κατά παράβαση των αμερικανικών περιορισμών εξοπλισμών, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του κινδύνου. Η αποτυχία της κυβέρνησης να επικρίνει την κίνηση αυτή και στη συνέχεια η απόσυρση των κατηγοριών στην υπόθεση της Halkbank, στην οποία η Τουρκία ήταν υπεύθυνη για το μεγαλύτερο σχέδιο παραβίασης κυρώσεων (προς όφελος του Ιράν!), ενθαρρύνουν την Αγκυρα να δοκιμάζει μέχρι πού φτάνουν τα όρια που θέτει η κυβέρνηση Τραμπ. Για όλους τους παραπάνω λόγους, δεν είναι προς το συμφέρον του Ερντογάν να δει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να επικρατούν στο Ιράν, και η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να πιέζει την Αγκυρα να αποδείξει την αφοσίωσή της, αντί να την εξαγοράζει απλώς για να εξασφαλίσει την ασαφή στάση της Τουρκίας.
Για να πραγματοποιηθεί το καλύτερο δυνατό σενάριο απαιτείται η εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης ότι τα πιο δύσκολα προβλήματα του κόσμου μπορούν να λυθούν με ένα και μόνο χτύπημα του σπαθιού. Ο Γόρδιος Δεσμός, άλλωστε, δεν ήταν παρά ένας μύθος.
* Ο κ. Εντι Ζεμενίδης είναι εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).

