Σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας σύγκρουσης στην οποία δεν συμμετέχει άμεσα, αλλά από την οποία επηρεάζεται και μάλιστα βαθιά. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα πεδία των μαχών, η ευρωπαϊκή ήπειρος πληρώνει ήδη το κόστος αυτού του πολέμου σε ενέργεια, οικονομία και πολιτική σταθερότητα, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του ο ιστοχώρος Gzero.
Οι ηγέτες της Ε.Ε. συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες για να αντιμετωπίσουν την απότομη άνοδο των τιμών ενέργειας που πυροδότησε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η συζήτηση έγινε σε φορτισμένο κλίμα, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε προηγουμένως στείλει τελεσίγραφο προς τους Ευρωπαίους και τους συμμάχους του ΝΑΤΟ θέτοντας ενώπιόν τους ένα δίλημμα. Πιο συγκεκριμένα, τους ζήτησε να συμβάλουν στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι εάν δεν το κάνουν θα θέσουν σε κίνδυνο το μέλλον της Συμμαχίας. Η απάντηση της Ευρώπης ήταν αρνητική, εν μέρει επειδή οι Ευρωπαίοι είχαν αποκλειστεί από την αρχική απόφαση για στρατιωτική δράση κατά του Ιράν.
Παρά την απόσταση από το μέτωπο, η Ευρώπη επωμίζεται ήδη σημαντικό οικονομικό βάρος. Το πιο άμεσο πλήγμα αφορά την ενέργεια. Πριν ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη είχαν μειωθεί σημαντικά λόγω του σκληρού χειμώνα, πέφτοντας στο 29% της χωρητικότητας, από περίπου 90% τον Νοέμβριο.
Στη συνέχεια, οι ιρανικές επιθέσεις επηρέασαν την παραγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Κατάρ, από το οποίο προέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής και το ήμισυ των εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί πάνω από 50% από την έναρξη του πολέμου.
Παρότι η Ευρώπη δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό άμεσα από την ενέργεια του Κόλπου, η διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχει αναδιαμορφώσει την παγκόσμια αγορά.
Χώρες της Ασίας, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ινδία, που βασίζονται περισσότερο στις εισαγωγές από την περιοχή του Κόλπου, αναζητούν εναλλακτικές πηγές και ανταγωνίζονται πλέον τους Ευρωπαίους αγοραστές. Η αυξημένη ζήτηση πιέζει περαιτέρω τις τιμές, εντείνοντας τον φόβο για μια νέα ενεργειακή κρίση, αντίστοιχη με εκείνη που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι οικονομικές συνέπειες απειλούν να επιβαρύνουν μια ήδη εύθραυστη ανάπτυξη. Η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύει τον πληθωρισμό και πλήττει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η οποία αντιμετωπίζει ήδη πίεση από την κινεζική παραγωγή.
Παράλληλα, το πολιτικό κόστος ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου σοβαρό. Η αύξηση του κόστους ζωής δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για τις κυβερνήσεις του κεντρώου χώρου. Στη Γαλλία, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει τις αντισυστημικές δυνάμεις, τροφοδοτώντας το αφήγημα ότι η χώρα πληρώνει το τίμημα αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.
Την ίδια στιγμή, επανέρχεται στο προσκήνιο κι ένα άλλο στρατηγικό δίλημμα σχετικό με την πλήρη απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει δεσμευτεί να τερματίσει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027, ενώ σχεδιάζει αντίστοιχα μέτρα και για το πετρέλαιο. Ωστόσο, με τις προμήθειες από τον Κόλπο να διαταράσσονται και τις τιμές να εκτοξεύονται, ορισμένοι ηγέτες αρχίζουν να αμφισβητούν κατά πόσο αυτή η στρατηγική είναι βιώσιμη.
Η πρόταση του Βέλγου πρωθυπουργού Μπαρτ ντε Βέβερ για εξομάλυνση των σχέσεων με τη Ρωσία με στόχο την πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά ανέδειξε και ένα υπάρχον ρεύμα σκέψης εντός της Ευρώπης.
Πηγή: gzeromedia

